20 Οκτωβρίου 2016

Τα Πουλιά






 Είναι δύσκολο να είσαι ευχαριστημένος απ’ τη ζωή σου και να την ευγνωμονείς, γι’ αυτό πολλοί ξεκινούν ανάποδα, που ίσως είναι ορθά. Ξεκινούν να ευγνωμονούν τη ζωή που έχουν κι η ευγνωμοσύνη φέρνει τη ζωή τους στα μέτρα της. Να ευγνωμονώ, θα σκέφτονταν κάποιος, μια ζωή που με πληγώνει, δεν είναι όπως τη θέλω, έχει αυτό και εκείνο το βάσανο και λοιπά, μοιάζει αδύνατον. Όμως η ευγνωμοσύνη είναι μαζί και προσπάθεια καλυτέρευσης. Άλλωστε την ευγνωμοσύνη, όπως και την εμπιστοσύνη, τα τρέφεις, είναι αισθήματα που τα τρέφεις.
 Πράγμα που σημαίνει τα ποτίζεις κι αυτό με τη σειρά του σημαίνει σπορά. Σπορά που σημαίνει καρπό, που με τη σειρά του σημαίνει αλυσίδα ζωής. Μετά η ευγνωμοσύνη είναι υγεία, και σωματική και ψυχική υγεία,  και σκορπίζει, διαλύει της ύπαρξης τα μικρόβια· είναι πάντα παράξενο το πόσα δεν βλέπει κανείς και τα προσπερνά ως κεκτημένα, ως δευτερεύοντα, ως να τ' αισθανθεί για δεύτερη φορά, με δεύτερη συνειδητή ματιά, μ' επίγνωση.

 Αυτό που έχεις το έχεις και τελείωσε. Μοιάζει να μην φέρνει πια τίποτα. Ο νους τρέχει σε κάτι άλλο, στο επιθυμητό, το ποθητό. Αυτό που κατάφερες, αυτό που κάποτε κέρδισες, μοιάζει να μην έχει πια καμιά σημασία. Μένει πεταμένο σε μια γωνιά σαν αντίκα, σαν κειμήλιο, σαν νεκρό. Μ' αυτό το πράγμα έχει και ταυτίζεται πάντα μ' ένα αίσθημα· αν υπάρχουν πράγματα όμορφα κι αξιόλογα στη ζωή μας που δεν μας φέρνουν πια καμιά συγκίνηση… έχει γεμίσει ο τόπος γύρω μας νεκρά αντικείμενα, που σημαίνει έχει γεμίσει ο τόπος μέσα μας νεκρά αισθήματα και τρέχουμε, πασχίζουμε, αγωνιούμε για κάτι άλλο, ζωντανό, που θα φέρει ζωντάνια στη ζωή μας.
 Μια σπίθα, λίγο ενθουσιασμό, μια νέα συγκίνηση. Μα κι αυτά θα πεθάνουν αν είμαστε δολοφόνοι, κι αυτά για λίγο θα μας αναθαρρέψουν και θα ξαπλώσουν στο πάτωμα νεκρά, ή μέσα σ’ ένα ντουλάπι. Υπάρχουν δύο ειδών παπούτσια που φοράει κανείς, τα νεκρά και τα ζωντανά. Ζωντανά παπούτσια, κι οτιδήποτε το ζωντανό, το φτιάχνει ζωντανό η εκτίμησή μας. Χωρίς την εκτίμησή μας όλα είναι νεκρά. Κι όταν όλα γύρω μας είναι νεκρά η καρδιά μας είναι νεκρή. Κι όταν φορούμε νεκρά παπούτσια το κάνουμε σε νεκρά πόδια. Κι η δουλειά που δεν εκτιμούμε είναι κιόλας νεκρή. Οι άνθρωποι που δεν εκτιμούμε είναι κι αυτοί νεκροί. Αν δεν εκτιμούμε τη ζωή μας έχει ήδη πεθάνει. Και με πεθαμένη ζωή εμείς ζωντανοί δεν είμαστε. Ζωή που δεν την ευγνωμονούμε λοιπόν είναι πεθαμένη. Στο βάθος της.

 Να ευγνωμονώ τη ζωή μου μοιάζει πάντα σαν να κοροϊδεύω τον εαυτό μου, είπε κάποιος. Όμως στη ζωή τ’ αντίθετα είναι πολύ κοντά κι οι έννοιες γλείφονται. Έτσι, μπορεί ο ίδιος να σκεφτεί, πως με το να μην ευγνωμονεί τη ζωή του είναι που κοροϊδεύει τον εαυτό του και το κάνει μόνο για ένα λόγο: γιατί δεν ξέρει. Και για έναν άλλο: γιατί δεν βλέπει. Δύο λόγοι που είναι στην ουσία τους ένας: πήγε πολύ κοντά στη ζωή του.
 Που σημαίνει πήγε πολύ κοντά στον εαυτό του. Που με τη σειρά του σημαίνει πήγε πολύ κοντά στο σώμα του. Αν πάρει μια απόσταση θα δει, μέσα σε ποσά καλά κι όμορφα πράγματα ζει, που επειδή τα ζει ταυτόχρονα τα προσπερνά και δεν τα υπολογίζει. Μα τραβά κατά κει που είναι τα όμορφα, τα υποθετικά όμορφα παραβλέποντας τα χειροπιαστά όμορφα, τα σημερινά.
 Μα προχωρά κατά κει που δείχνει το βέλος. Μόνο για ένα λόγο: επειδή το βέλος έπαψε να δείχνει μέσα. Κι όταν το βέλος παύει να δείχνει μέσα δείχνει έξω, κι όσα ήδη υπάρχουν είναι νεκρά και τα παραβλέπει, επειδή ό,τι δεν βλέπεις το παραβλέπεις και δεν γίνεται αλλιώς.  
 Τα καλά και τα όμορφα παίρνουν μια μακρινή μετάθεση. Πάνε άλλου, ο άνθρωπος τρέχει πίσω τους, κι αυτός ο αγώνας παίρνει τη μορφή και τη σκέψη της ζωής. Μα όλα τα καλά και τα όμορφα είναι ήδη εδώ, είναι ήδη υπαρκτά κι αν τρέχει κανείς να τα πιάσει είναι γιατί αυτό το τρεχαλητό θα τον φέρει κάποτε κοντά στην καρδιά του, να σκύψει από πάνω της, μέσα της και να δει το εδώ, το τώρα και το σήμερα. Τον πλούτο που κρύβεται στα βαθιά.
 Γιατί το εκεί είναι εδώ. Κι εκείνο που στοχεύει κανείς πάλι εδώ είναι κι έχουν όλα αυτά ως μοναδικό σκοπό να σε φτάσουν και να σε φέρουν πάλι εδώ, σε σένα, στο παρόν σου. Γιατί εσένα είναι που πρέπει να βρεις κι εσύ είσαι τ' όνειρό σου. Και γιατί όποιο δρόμο και να πάρεις στο παρόν βγάζει. Και γιατί ο νους παίζει παιγνίδια να φτάσεις εκεί, που εκεί πάντα σε περιμένει ο καλύτερος εαυτός σου μέσα στα ωραία πράγματα. Μα ο εαυτός σου κι η ζωή σου είναι ήδη εδώ μαζί με όλα τα ωραία πράγματα κι αυτό που απομένει είναι λιγάκι κατέβασμα, λιγάκι βάθος ακόμα, λιγάκι ξέθαμα. Γιατί του χρόνου θα είσαι μόνο λιγάκι πιο βαθύς, επειδή ο χρόνος μας κατεβάζει.

 Η ευγνωμοσύνη είναι ένας οδηγός ζωής. Είναι για να φτάσει κανείς σ’ ένα ασφαλές παρόν. Αφού η μπόρα περάσει, η όποια κατάσταση - αφού περάσει απ’ το λαβύρινθο της σκέψης - έρχεται και πατάει, και κάθεται, πάνω στο αίσθημα της ευγνωμοσύνης και πηγαίνει σύμφωνα με αυτήν. Η ευγνωμοσύνη που έτρεφες για μια κατάσταση κερδίζει και απορροφά την κατάσταση. Η ευγνωμοσύνη φέρνει την κατάσταση με το μέρος της και στα μέτρα της. Όταν η σκέψη περάσει κι η κατάσταση αποκαλυφθεί ταυτίζεται σ’ ένα σημείο με την ευγνωμοσύνη που έχει τραφεί γι’ αυτό το σκοπό.  Ευγνωμοσύνη και κατάσταση αδερφώνουν, φιλιώνουν, αφού χαθεί το κενό της σκέψης.

 Η σκέψη είναι αδύναμη, η κατάσταση είναι αδύναμη ν’ απομακρυνθεί και να φύγει μακριά απ’ την ευγνωμοσύνη που τρέφεις γι' αυτήν. Η ευγνωμοσύνη χειρίζεται, διαχειρίζεται και κατευθύνει την κατάσταση προς την κατεύθυνση της επιθυμίας. Ως η κατάσταση να έρθει σε επαφή με την ευγνωμοσύνη και τότε το αποτέλεσμα θα είναι το επιθυμητό. Δεν γίνεται αλλιώς, είναι αδύνατον κατάσταση κι ευγνωμοσύνη να ταυτιστούν και να μην υπάρχει επιθυμητό αποτέλεσμα. 
 Το υπόλοιπο είναι σκέψη, είναι εσωτερικός αγώνας, είναι λογική, είναι το πως μοιάζουν τα πράγματα. Μα τρέφοντας ευγνωμοσύνη μοιάζουν όπως θέλεις να μοιάζουν, είναι όπως θέλεις να είναι, γυρίζουν κατά κει που δείχνεις με το συναίσθημά σου.

 Να έχω, είπε κάποιος, για τη ζωή μου, την παρούσα αυτή ζωή μου ευγνωμοσύνη, μοιάζει πάντα δύσκολο. Η απάντηση είναι διπλή: η βγες έξω και φτιάξε τη ζωή σου έτσι που θα την ευγνωμονείς… ή στρέψου προς τα μέσα και φτιάξε την ψυχή σου έτσι που θα ευγνωμονεί την υπάρχουσα ζωή σου. Γιατί μόνο μια ζωή κάθε φορά υπάρχει: η υπάρχουσα.

 Υπάρχει και μία τρίτη απάντηση: Το έξω και το μέσα δεν υπάρχουν και δεν είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Θα έρθει μια στιγμή που ο διαχωρισμός θα χαθεί. Τότε ή μέσα στρέφεσαι ή έξω θα είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα. Μα αν έχει "δουλειά" μέσα θα πρέπει να στραφείς μέσα, κι αν έχει "δουλειά" έξω θα πρέπει να στραφείς έξω. Την έξω "δουλειά" να τη δουλεύεις από μέσα, και τη μέσα "δουλειά" να τη δουλεύεις απ’ έξω. Έτσι καθώς θα μπαίνεις και θα βγαίνεις κάθε φορά θα γκρεμίζεις ένα τούβλο απ’ τον διαχωριστικό τοίχο. Το μέσα και το έξω θα χαθούν κι η ζωή θα φτάσει εκεί που ήταν πάντα: στην αρχή και το τέλος της. Στο εδώ, το τώρα, το σήμερα. Θα είσαι παρών! 



Δημοσίευση σχολίου

Ο Ταξιδιώτης

...Και μετά, αν ξεκαθαρίσει αρκετά το τοπίο, βλέπεις τη ζωή εντελώς διαφορετικά, τη βλέπεις σαν ένα συνειδητό ταξίδι,...