Επαναστατημένη Καρδιά








 Η Μ. είναι σε μια παράξενη κατάσταση απόψε. Κάθεται σε μια πολυθρόνα στο σαλόνι της με σβηστά τα φώτα κι έχει το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα. Θέλει να κλάψει, νιώθει την καρδιά της βαριά, μα κάτι περιμένει, να πιάσει την άκρη της καρδιάς της, μισεί αυτή την άχρωμη γκρίζα διάθεση που μοιάζει πάντα με πάγο.
 Μόλις σήμερα, άκουσε την καρδιά της να της λέει: όχι! δεν μπορώ να το κάνω άλλο αυτό!
Μα τι έκανε τόσο καιρό που δεν μπορεί να το κάνει άλλο;
 Διαρκώς υποχωρούσε, δεν μιλούσε, ανεχόταν, όμως τώρα αγγίζει μια κόκκινη γραμμή κι είναι τρομερή, τρομακτική σαν κάποια αδικημένη. Είναι έτοιμη να τα τινάξει όλα στον αέρα. Όχι από παρόρμηση, όχι από αφέλεια, όχι από μια κίνηση βιαστική κι αγανάχτησης που αργότερα θα τη μετανιώσει. Όχι απ’ αυτά, αλλά με ψυχρό υπολογισμό κι άπλετη λογική θέλει να τα τινάξει όλα στον αέρα.
 Γιατί, συλλογίζεται, πως προκειμένου να επιβιώσει έχει καταρρακώσει τη ζωή της. Προκειμένου να ζήσει έχει χάσει συχνά τον αυτοσεβασμό της και την αξιοπρέπειά της και τέτοια ζωή δεν τη θέλει. Προκειμένου κάτι να κερδίσει χάνει διαρκώς και χάνει την ψυχή της.

 Τελευταία σκέφτεται διαρκώς την πεθαμένη μητέρα της και μονολογεί: ποιος να το φανταζόταν μητέρα ποιος να το φανταζόταν μητέρα! Κάτι θέλει να πει με αυτό, κάτι δικό της. Αν ανοίξει την καρδιά της θέλει να πει πως δεν φανταζόταν ποτέ έτσι την ενήλικη ζωή της.

 Σηκώνεται απ’ την πολυθρόνα και γεμίζει μισό ποτήρι Μαρτίνι. Επιστρέφει και κάθετε ξανά. Ανάβει ένα τσιγάρο και σκέφτεται το ζήτημα της ανέχειας. Θέλει να είναι ελεύθερη. Μπορεί να συνεργασθεί μα δεν αντέχει τους άσχημους τρόπους. Αν της μιλάς όμορφα γίνεται σκλάβα σου, αν της μιλήσεις άσχημα αυτόματα σε αντιπαθεί και σε μισεί. Οι σημερινές φωνές στ' αυτιά της έχουν μια χροιά υποδόριας επιβολής, άνθρωποι που δεν μπορούν να διατάξουν τον εαυτό τους και δίχως αυτοπειθαρχία, προσπαθούν να διατάξουν άλλους και να τους πειθαρχήσουν - στο τέλος παίρνουν σκύλο.
 Άνθρωποι, στερημένοι από τον έλεγχο του εαυτού τους και χαμένοι στα πάθη τους, προσπαθούν να ελέγξουν. Η Μ. τα βάζει όλα απόψε κάτω και διακρίνει καθαρά πως η κοινωνία ετούτη έχει κάτι σάπιο στο βάθος της, κάτι βρώμικο, κάτι μουχλιασμένο που της κόβει την ανάσα. Ψάχνει να βρει τον καλύτερο τρόπο που θα μπορούσε να ζήσει ένας άγγελος στην κόλαση κι ένα χελιδόνι ανάμεσα σε καρακάξες.Ψάχνει να βρει έναν τρόπο που θα μπορούσε να ζήσει ένας αετός ανάμεσα σε κότες χωρίς να τις φάει.

 Η Μ. είναι ένας άνθρωπος ευφυής που ζει σ’ έναν πονηρό κόσμο. Είναι μια αντιλόπη γεμάτη χάρη σ’ έναν κόσμο ποντικιών που της δαγκώνουν τις γάμπες. Συχνά νιώθει βαθύτατα ενοχλημένη απ’ τις συμπεριφορές, τόσο που καμιά φορά αγγίζει τη φλέβα του πόνου της. Και αισθάνεται πως κάπως έτσι ξεκινούν να πληγώνονται οι ευαίσθητοι άνθρωποι και καταλήγουν αναίσθητοι, πράγμα που δεν το θέλει για τον εαυτό της, γιατί αν χαθεί η ευαισθησία χάθηκε η ζωή. Δεν καταλαβαίνει γιατί νιώθουν αυτή την ανάγκη οι άνθρωποι να πληγώνουν, μα αχνά κατανοεί πως το κάνουν επειδή πονούν.
  
 Η Μ. έχει μπροστά στα μάτια της τη μεγάλη οθόνη της ζωής, το μεγάλο πιάτο της. Δεν αναζητά σε κάποιον άλλο την ευθύνη της ζωής της, ξέρει πως η ίδια είναι πάντα η λύση όσων αντιμετωπίζει. Κατανοεί τώρα μια μεγάλη αλήθεια, πως κάθε φορά που της εμφανίζεται ένα δίλημμα υποχωρεί προς τη συμφέρουσα λύση. Αυτή ακριβώς η συμφέρουσα λύση της δημιουργεί το πρόβλημα τις νύχτες. Η Μ. σκέφτεται, πως πρέπει να αρχίσει να μαθαίνει να χάνει, αυτό που στη σκέψη της πάντα φαντάζει δελεαστικά εύκολο, σίγουρο, ασφαλή κι ανώδυνο. Σκέφτεται έτσι, επειδή καταλαβαίνει, πως αυτό που την τρώει είναι το ίδιο που την τρέφει. Το άλλο του πρόσωπο. Με το ένα χέρι την τρέφει με το άλλο την τρώει. Αν θέλει να σταματήσει να την τρώει πρέπει ν' απαρνηθεί τη σκέψη πως θα συνεχίσει να την θρέφει. Επειδή όσο τη θρέφει θα την τρώει.

 Είναι ένας κύκλος ασφάλειας που μέσα του ζει αρκετό καιρό. Προκειμένου – και στη σκέψη – να σπάσει αυτόν τον αποπνιχτικό κύκλο ρίχνει πάντα μια κρυφή ματιά στο άγνωστο. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος ούτε άλλη λύση. Το γνωστό την έχει πιάσει απ’ το λαιμό, το άγνωστο την τρομάζει βέβαια μα τώρα, βλέπει σε αυτό μια πρόκληση και μια γοητεία και σκέφτεται πως με τον τρόπο αυτόν ξεδιπλώνεται η ζωή. Άλλωστε φοβάται να σπάσει τον κύκλο της σιγουριάς μόνο στο μέλλον. Έχει καταλάβει πως στο παρόν δεν υπάρχει φόβος, ο φόβος αφορά αποκλειστικά το μέλλον και πηγάζει απ’ το παρελθόν.

 Οι σκέψεις αυτές της ξεθάβουν τόλμη. Θα τα καταφέρει. Αρχίζει να νιώθει – και μάλιστα μερικές νύχτες της ξεφεύγει λεκτικά απ’ το στόμα – η λεξούλα μπορώ.
Το περιβάλλον της εργασίας της είναι αρρωστημένο. Οι άνθρωποι εκεί νοσούν βαριά και θανάσιμα. Τρία χρόνια εκεί και κόντεψε να κολλήσει τη νοοτροπία. Επειδή η νοοτροπία είναι ασθένεια και κολλάει σαν αρρώστια.  Ευτυχώς το παίρνει μυρουδιά και θέλει να το σκάσει για τ’ ανοιχτά, για τις ανοιχτές θάλασσες, τις βαθιές καθαρές ανάσες, μακριά απ’ τις υποκρισίες και τα διπλά πρόσωπα όσο είναι ακόμα καιρός. Γιατί αν δεν το τολμήσει τώρα θ' αφομοιωθεί κι αυτή θα είναι μια καθαρή ήττα, θα βάλει τον εαυτό της στον μακρύ κατάλογο των ηττημένων, των χαμένων της ζωής, μα το λιοντάρι που κρύβει στα στήθια της πρώτα θα κατασπαράξει την ίδια τόσο που το περιόρισε.

 Από αύριο θα μιλά δυνατά, καθαρά κι όμορφα και θα βάζει κάτι τύπους – σαν αυτόν που της κόλλησε σήμερα – στη θέση τους μ' έναν λόγο ή μια ματιά. Ο συμβιβασμός της θα περιοριστεί στα όρια της ανθρωπιάς της, κι όχι της απανθρωπιάς ορισμένων.
Ο πόνος της ακονίζει το μαχαίρι της κι έχει δόντι και μάτι έτοιμα για μάχη. Η ζυγαριά της έκλεινε προς το μέρος της, το μέρος του εαυτού της και την καρδιάς της. Ξανά δεν θα την προδώσει κι ο έρωτάς της είτε θα έχει αγάπη είτε αδιαφορία.

  Πετάει το άδειο ποτήρι στο πάτωμα που σπάζει σε χίλια κομμάτια. Έκλεισε με τον εαυτό της μια συμφωνία και θα την τηρήσει. Καλύτερα να χυθεί στο άγνωστο – που έχει ακούσει πως αν και τρομαχτικό είναι αγαπημένο για τους τολμηρούς και μόνο το πρώτο του βήμα είναι του δράκου, ως να βρεθεί η χαμένη πίστη στον εαυτό – μετά το άγνωστο είναι ευχάριστο, αγαπά, δεν προδίδει, συμμαχεί, συμπάσχει, είναι φιλικό.

 Και στο κάτω κάτω – στο βάθος θέλω να πω – η Μ. σκέφτεται αυτές τις νύχτες απ’ τη βάση του θανάτου. Απ’ το βάθος που έχουν ετούτες οι σκέψεις της… βλέπει τις ίδιες τις συμπεριφορές της μικρές, ποταπές, φτωχικές και δύσμοιρες μπροστά στο μεγαλείο της ζωής. Γιατί είπαμε, η Μ. έχει απόψε τη ζωή στο μεγάλο πιάτο της και την κοιτάζει όλη με μια ματιά. Απ’ την αρχή ως το τέλος της. Την έχει όλη σε μια σκέψη και δεν την τεμαχίζει σε μερίδια. Την βλέπει σαν μια μεγάλη μέρα και μια μεγάλη νύχτα. Και κουράστηκε η Μ. Κουράστηκε να ευτελίζει τον εαυτό της και να τον ρίχνει μέσα στα σκαθάρια. Θέλει να ζήσει σαν άνθρωπος, θέλει να ζήσουν όλοι σαν άνθρωποι, μα δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα για εκείνους που δεν το θέλουν και το βλέπουν διαφορετικά. Που δεν βλέπουν το μεγάλο πιάτο της ζωής, τη μεγάλη της εικόνα και τη μεγάλη της φωτογραφία, μα μια γωνιά του τοπίου της. Μια κλειστή αποπνικτική γωνιά γεμάτη δαγκάνες πρώην πουλιών.

Η Μ. ξεκίνησε αυτή την έντονη συζήτηση με τον εαυτό της απόψε λέγοντας δεν μπορώ να το κάνω άλλο αυτό, που το έκανε ερήμην της, μηχανικά, ασυνείδητα κι ασυναίσθητα, περισσότερο από μια συνήθεια. Μα έφτασαν στα χείλη της τ’ αληθινά λόγια της καρδιάς της, τα ξεστόμισε και τ' άκουσε πρώτη. Από κει κατάλαβε τί η καρδιά της έκρυβε τόσο καιρό, τί το ανείπωτο και  τώρα την ξέρει, αυτή την καρδιά της κι η καρδιά της ξέρει εκείνη. Τώρα γίνονται φίλες, δεν κοροϊδεύει η μία την άλλη, γιατί έτσι ξεκινούν οι φιλίες. Και κει που η Μ. έλεγε δεν μου αξίζει αυτό έκανε άλλες σκέψεις και βρήκε, πως αυτό, το κάτι άλλο που σκέφτηκε για τη ζωή της, της αξίζει. Τις επόμενες νύχτες θα προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της λέγοντας – πρώτα νοερά – μου αξίζει και το μπορώ! Μετά, κι αυτές οι διαθέσεις, μια άλλη νύχτα, θα φτάσουν στο στόμα της και τα χείλη της. Τότε θα φωνάξει μπορώ! Και μου αξίζει! Οι τοίχοι του σπιτιού της θα σειστούν, γιατί θα μπορεί και θ' αξίζει! Δεν θα περιμένει κανέναν να της το πει, κανέναν να την ανεβάσει, κανέναν να τη ρίξει. Περήφανη και ταπεινή θα πάρει το δρόμο της, το μεγάλο της δρόμο της ζωής με τα ψηλά εμπόδια, και θα δει, θα ζήσει και θα γνωρίσει, πρωτόγνωρα πράγματα κι ομορφιές κρυμμένες απ’ τους άτολμους.
Γιατί τώρα ξέρει: μια ζωή της δόθηκε ως δώρο και δεν το σπαταλά. Κι όλα ξεκίνησαν επειδή δεν μπορούσε να το κάνει άλλο αυτό, εκείνο που δεν της άξιζε. Γιατί γεννήθηκε γι’ άλλα πράγματα κι είχε μια καρδιά πλασμένη για τα όμορφα και τα υψηλά. Και μια νύχτα σαν αυτή έσπασε, η καρδιά της ράγισε και πέρασε μέσα της το φως.  Τώρα δεν τη νοιάζουν ένα μεγάλο μέρος όσων της ένοιαζαν, γιατί η Μ. με μιας απ’ το παρελθόν της αποδεσμεύθηκε. Το σύμπαν είναι μαζί της και το αισθάνεται.

Γιατί η Μ. μια νύχτα άγρια σαν αυτή, τα τίναξε όλα στον αέρα. Έκανε πράξη εκείνο που όλοι σκέφτονται!  Αυτή είναι η Μ.

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία