12 Νοεμβρίου 2016

Δουλειά για Τιτάνες







 Στη ζωή εύκολα παραχωρείς δύσκολα διεκδικείς. Εύκολα υποχωρείς δύσκολα προχωρείς. Εύκολα χάνεις δύσκολα κερδίζεις. Όμως κι απ΄τις δύο περιπτώσεις συνήθως χάνεις. Γιατί εκεί που κερδίζει το μυαλό η ψυχή χάνει - όμως η απώλεια είναι το κέρδος της ψυχής. Κι εκεί που κερδίζει η ψυχή το μυαλό χάνει. Γιατί η ζωή είναι κυρίως πτωτική, το βέλος της ζωής δείχνει κάτω. Την αντίσταση σ’ αυτή την πτωτική τάση την ονομάζουμε χαρά και κυβέρνηση. Όμως η ίδια η αντίσταση είναι το πρόβλημα κι η άφεση η λύση του. Μια άφεση που όταν εξεγερθεί… – γιατί η άφεση εξεγείρετε αν της αντισταθείς πολύ.
 Αν προσέξεις, η παρεξηγημένη θρησκεία, μιλά γι' άφεση αμαρτιών. Πράγμα που σημαίνει πως η αμαρτία σε κρατά. Ή ακριβώς επειδή σε κρατά είναι αμαρτία. Τώρα, στη θέση της αμαρτίας βάλε εσύ ό,τι θέλεις. Όμως σκέψου κάτι που σε κρατά, κάποια προσκόλληση. 

 Η άφεση έρχεται και μοιάζει με παραίτηση. Όμως δεν είναι παραίτηση, είναι διάθεση παραίτησης για να χαθεί η αντίσταση. Είναι διάθεση παραίτησης για να επέλθει η ισορροπία. Γιατί η ισορροπία εύκολα χάνεται μέσα στις υποχρεώσεις της ζωής κι η αιτία του χαμού της ισορροπίας είναι η θέληση. Γιατί η θέληση ξέρει μόνο να θέλει. Η θέληση δεν σέβεται και κυρίως δεν σέβεται την καρδιά. Η θέληση προχωρά μ' ένα νοητικό στόχο και παραβιάζει της καρδιάς το σιγανό τραγούδι - το σκεπάζει. 
 Η θέληση θέλει να τα καταφέρει, η θέληση θέλει να επιβιώσει - η καρδιά θέλει να ζήσει. Η καρδιά δεν έχει χρόνο - είναι χωρίς ρολόι στο χέρι της. Η σκέψη έχει χρόνο, λειτουργεί με χρόνο. Ο συντονισμός καρδιάς και σκέψης γίνεται τρομαχτικά δύσκολος κατά την ενηλικίωση. Η διάθεση παραβιάζεται συχνά, η καρδιά δεν εισακούεται κι ο άνθρωπος χάνεται. Μετά, ξεκινά η τάση της επιστροφής. Όμως η καρδιά, ο ίδιος ο άνθρωπος, απόχτησε και γέμισε κενά και νιώθει – με μια ψευδαίσθηση – πως τώρα αν αφεθεί θα πέσει, θα γκρεμιστεί. Και κρατιέται, γαντζώνεται σε κάποια ψηλά, σε κάποια κάγκελα περιφρούρησης με όσα κατάφερε κι απόχτησε. Η καρδιά από κάτω του τον αποζητά σαν λαίμαργη, τον θέλει ξανά πίσω κι ο άνθρωπος την αισθάνεται πια σαν ένα ανοιχτό στόμα που θέλει να τον καταπιεί, την αισθάνεται σαν μαύρη άβυσσο - κι όμως είναι μόνο η χρυσή καρδιά του που γέμισε θλίψη και πόνο.  
  Κι αφού παραβιάστηκε η συμφωνία, θέλει πολλή σιγαλιά κι ησυχία μετά για ν' αρχίσεις να ακούς αμυδρά ένα πρώτο τραγούδι και να μετανιώνεις, που έπραξες κατά κάποιο συμφέρον σου και χάθηκε απ΄τη ζωή η μουσική. Κι ήρθε θυμός και θλίψη και κατέλαβε το χώρο και γέμισε η μοναξιά καρφιά. 
 Είναι τώρα σαν ένα κάθισμα - σ' ένα γραφείο ή μια άλλη θέση - που δεν μπορείς όμως ποτέ να καθίσεις άνετα κι αναπαυτικά, και κάθε λίγο τινάζεσαι απ΄τη θέση σου σαν να σε τσιμπούν μέλισσες. Μα κι απ΄τον ύπνο σου συχνά τινάζεσαι - όσος έμεινε κι αυτός - όσος σε παίρνει τις νύχτες.

 Χάθηκε απλώς η συμφωνία - παραβιάστηκαν οι μυστικοί νόμοι. Καταστρατηγήθηκε το μυστήριο της καρδιάς χάρη του γνωστού. Η θέληση, προχωράει το αισθάνομαι κατά κει που το χρειάζεται - στην χρησιμότητά της. Όμως κατόπιν αυτών, μια δεύτερη αισθαντικότητα προβάλει, βαθύτερη και πηγαία, πιο αυθεντική από κείνη που σέρνει η θέληση στις δουλειές και τις υποχρεώσεις - από κείνη τη μηχανική. 
 Μια δεύτερη αισθαντικότητα, που τόσο συρφετός που την καταπλάκωσε, τώρα βγάζει μαύρο απ’ την πηγή της - και την πληγή της. Την χρυσή άλλοτε πηγή που τώρα βγάζει μαύρο. Και στην τριβή ανάμεσα στις αισθαντικότητες – την πηγαία και την άλλη την δεδουλευμένη – έρχεται και κουμπώνει ο πόνος και το πάθος να κλείσει το κενό ανάμεσα στις δύο αισθαντικότητες. Ένας πόνος που αισθάνεσαι πως πρέπει να τον υπακούσεις όταν έρχεται, γιατί γίνεται πια συνώνυμο της ελπίδας σου, της μόνης σου ελπίδας να επιστρέψεις στα μέρη της ανατολής. Και γίνεται ο μόνος τρόπος σου να κερδίσεις πίσω τον χαμένο σεβασμό σου. 
 Γιατί παράκουσες την καρδιά και δεν την σεβάστηκες, μέσα στου χρόνου την αδυσώπητη τρέλα, που σου φανερώθηκε ως λογική. Μα λογική είναι να παραμείνεις σύμφωνος με όσα αισθάνεσαι και να λες – έστω και κάπου κάπου – η καρδιά μου ξέρει. Αποφασίζω με αυτό που αισθάνομαι κι όχι με το άλλο που νομίζω πως ξέρω. Γιατί εκείνο που νομίζω πως ξέρω είναι μόνο ένα κοντόθωρο συμφέρον μου. Ενώ η απόφαση της καρδιάς - όσο μικρή κι αν είναι κι οτιδήποτε κι αν αφορά - είναι ένα παντοτινό εφ όρου ζωής, και αυτής και της άλλης αν υπάρχει. Γιατί είναι πάντα ορθή, πάντα δίκαιη, γιατί η απόφαση της καρδιάς - ό,τι κι αν αφορά κι όσο μικρό κι αν είναι - είναι πάντα μέρος του εσωτερικού δρόμου, συμπλήρωμα του μονοπατιού. Γιατί η καρδιά ποτέ δεν νομίζει, η καρδιά είναι σίγουρη. Και ποτέ μια απόφαση της καρδιάς δεν αφήνει εκκρεμότητα. Επειδή θα είναι είτε ναι τελεσίδικο κι οριστικό είτε όχι. Η καρδιά δεν έχει ζυγαριά, η σκέψη έχει.

 Και νά, που έφτασες να ζεις καταμεσής της αληθινής τρέλας, της αληθινής παρανόησης, που είναι ο διχασμός, η σύγκρουση, ανάμεσα σε αυτό που κάποτε υπήρξε ένα, και τώρα έχει διαμελιστεί σαν να το τράβηξαν δύο σκύλοι προς το μέρος τους, σαν να το διεκδίκησαν το μυαλό κι η καρδιά. Μα τώρα, έφτασε ο άνθρωπος ν' αισθάνεται απ’ τη σκέψη του κι έχει κλειστεί, έχει περιοριστεί σ’ έναν στενό αποκομμένο κι απομονωμένο κόσμο, που τον συναντά και σε άλλους κι αυτό τον κάνει να θεωρεί πως είναι ο μόνος κόσμος που υπάρχει. Γιατί όταν χίλιοι συμφωνούν – έστω και στη δυστυχία τους – ο χιλιοστός πρώτος πρέπει να πεθάνει, ακόμα και πνιγμένος στην ευτυχία του. Ακόμα κι αν η μοναξιά των χιλίων είναι δυσβάσταχτη και του ενός πούπουλο. Γιατί η ποιότητα της μοναξιάς είναι το μόνο κριτήριο μιας επιτυχημένης ζωής. Όμως εξαρτάτε κι αυτό συχνά, απ’ την γνώμη για τις επιτυχίες. Όμως κι η γνώμη για τις επιτυχίες, εξαρτάτε συχνά απ’ τις στιγμές των επιτυχημένων στην ίδια τους την κάμαρα.

 Ο άνθρωπος είναι λεπτός οργανισμός κι η καρδιά ιδιαιτέρα ευαίσθητη - κι ένα πούπουλο την κάνει να τρεμουλιάζει και να γεμίζει το νου με χρώματα κι άλλα κύματα. Ένα πούπουλο να την αγγίξει πλημμυρίζει το νου με αισθήσεις και χρώματα. Πόσο μάλλον να της φέρεσαι με μια βαριοπούλα να δεις άγρια κύματα που σηκώνει, όπως είναι η συνηθισμένη καταναγκαστική συμπεριφορά μας λόγο μιας καθαρά ανόητης ζωής, που χάνει το λόγο της και τη σημασία της στο πέρας του χρόνου. 
 Γιατί το ρολόι, έρχεται και κάνει τον καταναγκασμό δεύτερη φύση. Γιατί, αν σε πιάσει απ’ το μανίκι το εργοστάσιο της επιβίωσης, την καρδιά δεν την σταματάς μετά ούτε τη σκέψη, και χρειάζεται μετά πολύ απομόνωση και σιγαλιά για να 'ρθουν τα πουλιά στη θέση τους, να επιστρέψει το άρωμα στα λουλούδια κι η γλυκιά μελαγχολία της βροχής και του ηλιοβασιλέματος στην καρδιά σου. Για να 'ρθει ο χειμώνας ακριβώς χειμώνας και το καλοκαίρι ακριβώς καλοκαίρι. Κι οι άλλοι άνθρωποι ακριβώς.

 Γιατί μετά - αν χαθεί αυτή η λεπτή ισορροπία μεταξύ καρδιάς και νου - γεμίζει ο κόσμος ξεκούρδιστες κιθάρες. Κοράκια που κελαηδούν σαν καρδερίνες, μαύρους γλάρους και θάλασσες χωρίς μπλε. Και μετά πρέπει να κάθεσαι νύχτες να βάζεις τα χρώματα στη θέση τους και να καρφώνεις πάλι το φεγγάρι στο νυχτερινό ουρανό, αφού καταλάβεις και διαπιστώσεις, πως έγινε στην πορεία της ζωής σου κι έπεσε ο ήλιος και σε πλάκωσε.

 Και να σηκώνεις τον ήλιο ξανά ψηλά, ή κάποια σημαία, δεν είναι δουλειά για μπαλωματήδες αλλά για τιτάνες. Γιατί, αν δεν ξαναγίνεις βρέφος μ' επίγνωση, δεν έκλεισε ο κύκλος και δεν βγήκες ποτέ απ’ τον κλοιό του. 







Δημοσίευση σχολίου

Σχέση με το Δάσκαλο

     Με ταχτοποιείς μέσα μου, και ξέρω πως το κάνεις, είναι που ζύγισες πρωτύτερα της ψυχής τα ζητούμενα. Είσαι ο πρωτοπόρος ...