20 Νοεμβρίου 2016

Η Ζωή της Ζωής








Ανακάλυψε ένα πέρασμα ανάμεσα στα μάτια
από δω, έλεγε, πάνε στους άλλους
από δω, έλεγε, βρίσκεις την καρδιά τους
φτιάχνεις μαζί τους μια κοινή καρδιά
να ζεις αιώνια χωρίς θρήνο·
από δω, έλεγε, μπορείς να δεις έξω.

Ο φόβος γελούσε, άνθρωποι σφαλισμένοι απ’ το χρόνο
παραμόρφωναν το χάρτη. Κανείς δεν βγαίνει έξω, έλεγαν,
έλα ζάρωσε εδώ κοντά μου να πνίξουμε τη μοναξιά
χωρίς ανταύγεια, χωρίς διάκοσμο πέριξ του ορίζοντος
ας πορευτούμε μέσα στην τρέλα της λογικής μας, ας θρονιάσουμε
εδώ, στη ζεστασιά της σιγουριάς μας·
ας απολαύσουμε όσο μπορούμε μια βεβαιότητα.
Εδώ, κι ας μη χαθούμε αναζητώντας το Είναι μας
και τις χαρές της νιότης. Οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους, έλεγαν
κι έκλειναν προς το μέρος τους μ’ εγκόσμιο παράπονο
το φθαρμένο τους δέρμα.

Εμείς εδώ κι ο θεός αντίκρυ μας, ας έχουμε, έλεγαν,
κάτι να πολεμούμε κι ο φθόνος ας πλημμυρίσει τις καρδιές μας.
Έτσι μιλούσαν ξορκίζοντας το δέος που πλησίαζε τρομοκρατικό.
Οι καρδιές παλινδρομούσαν κι ολίσθαιναν·
το να κρατιέσαι έγινε με τον καιρό θρησκεία.
Ας γλιστρούμε πάνω σ’ αυτόν τον πάγο, έλεγαν,
η ζωή είναι γεμάτη κόψεις, αν σκάψεις τι θα βρεις;
παρά μόνο ερείπια πάνω σε άλλα ερείπια,
ας ζήσουμε λοιπόν πάνω στα ερείπια
κι ας ξεχαστούμε εδώ, σ’ αυτή τη σκληρή μέρα.

Αντισταθείτε, φώναζαν, στην νύχτα!
Αντισταθείτε στο χάραμα!
Αντισταθείτε στη μουσική!
Είμαστε πλάσματα, έλεγαν, χωρίς άκρη.
Δεν έχουμε τελειωμό.
Μα εκεί που τελειώνουμε εμείς αρχίζουν οι άλλοι
κι όταν εμείς δεν τελειώνουμε δεν αρχίζουν ποτέ οι άλλοι·
γι’ αυτό κόσμος παντοτινά μισός.

Κοιτάξτε, το πέρα δεν έρχεται προς τα εδώ
εμείς προς τα εκεί πηγαίνουμε, σφίξτε κι άλλο τις καρδιές σας
φτιάξτε αντοχή ν' ανέβουμε στο βουνό με τις οπτασίες! Να πιάσουμε μια
να τη δέσουμε χειροπόδαρα·
μα το όραμα για να είναι όραμα σου ξεφεύγει
αλλιώς είναι πραγματικότητα.

Όμως ένας γίγαντας κρατούσε τη μέρα τους ακίνητη.
Ποιος προχωρά, ποιος ακόμα ελπίζει
ποιος γέμισε τον κόσμο δεκανίκια;
Θα υπάρχουν φαίνεται ανάπηροι. 
Καμιά απάντηση σαν τη σιωπή δεν έρχεται
τόσο κατακλυσμική.
Πρόσεχε! Μην πατήσεις τις κάμπιες!
Βαδίζουν ο ένας πάνω στον άλλον – τσαλαπατιούνται
Ω! ποια χάρις η ομοιομορφία δεν απέδωσε!
στο δρόμο τους τον κοινό·
πως τους αντέχει ανεβασμένους όλους αυτή η μια σκάλα;
όμως η θέα τραβήχτηκε στο βάθος τους 
όμως τη δικιά τους σκάλα κανείς δεν την ανεβαίνει
γιατί κανείς δεν την κατεβαίνει 
κι έχουν μια σκάλα στο στήθος ορφανή
που βγάζει στα μάτια τους·
είναι τα μάτια τους χωρίς αυτούς
κι υπάρχουν άνθρωποι χωρίς βλέμμα.

Μόνο οι γάτες σφύριζαν ευχαριστημένες.
Κάτι κάνουμε οι άνθρωποι λάθος
δεν εξηγείται αλλιώς η θλίψη μας
η μαύρη στεναχώρια μας
ο αντικατοπτρισμός μιας αράχνης· η σκόνη.
Δεν εξηγείται αλλιώς ο κόσμος μας
το ευρύχωρο κελί του που γεμίζει προσδοκίες
πατώματα πάνω σε άλλα πατώματα, και πτώματα·
δεν εξηγούμαστε αλλιώς εμείς
και τα μάτια μας.

Κι αλίμονο! Έρχεται πάντα μια παλιά μέρα
που το μαθαίνουμε! Πως κάτι κάνουμε λάθος
στην αυριανή ιστορία μας·
μα τώρα το ζούμε και δεν μπορείς ν’ απομονώσεις
και να ζήσεις μια λάθος στιγμή
παρά μόνο να ζήσεις από στιγμή σε στιγμή
μια λάθος ζωή.

Η ζωή του ανθρώπου είναι πιο βαθιά απ’ τον ίδιο
ζει τη ζωή του μα σπάνια ζει τη ζωή. 

Όσο για τη ζωή που γεννήθηκες να ζήσεις
τώρα πια που να τη βρεις
με τόση ζωή που τη σκέπασε.


Δημοσίευση σχολίου

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία

 Το βλοκγάκι μάλλον θα κλείσει, όμως μια τελευταία ιστορία προλαβαίνω να τη γράψω, για μια γυναίκα διαφορετική, διαφορετική ω...