Εποχή των Παγετώνων






 Ο Χειμώνας πυκνώνει, μαζί του πυκνώνει κι ο άνθρωπος, ποιος ξέρει πίσω απ’ τις οθόνες τί γίνεται, τί κραυγές, τί αλληλοσπαραγμοί, τί γέλια υποδόρια. Ποιος ξέρει πίσω απ’ τα μάτια τί γίνεται, ποιος ξέρει μέσα στις τσέπες τί γίνεται.
 Πως είναι τα πράγματα και πως φαίνονται, τί δείχνουν και τί δεν μαρτυρούν. Μα σήμερα γιορτάζουν οι Κατερίνες κι είναι πολλές μαμά.
 Υπάρχει μια καλοσύνη που σέρνεται σαν ιός, μα είναι αδύναμη μαμά και δεν μπορεί να νικήσει. - Στο μεταξύ, το έχουν περιφράξει της γης το οικόπεδο, δεν μας αφήνουν να μπούμε μέσα - λένε κτήμα τους.

 Είναι λίγοι μαμά, μα κάνουν ό,τι θέλουν. Πολλές φορές, εδώ κάτω στη γη, νιώθουμε σαν ένα άλογο που μας έχουν καβαλήσει και κρατούν τα γκέμια μας. Τιναζόμαστε μα δεν μπορούμε να τους γκρεμίσουμε απ’ την πλάτη μας. Έχουμε χάσει θαρρώ την αγριάδα μας, εξημερωθήκαμε άγρια μαμά κι αυτό μας κοστίζει. Σε κάποια υποταγή ενδώσαμε άθελά μας - ίσως επειδή μας ταΐζουν. Μας έχουν κλέψει την ελευθερία μαμά, μα δεν ξεχνώ πως μιλώ σε μια πεθαμένη.

 Ο χειμώνας πυκνώνει. Είναι θράσος να ζεις - μερικοί δεν το μαρτυρούμε, το κάνουμε κρυφά. Έχουμε ακόμα κι αρκετούς πεθαμένους ανάμεσά μας, τους σκότωσαν νωρίς αυτούς - τυχεροί που γλίτωσαν - άλλους θα τους σκοτώσουν αργότερα. Έχουν μέθοδο αυτοί, το κάνουν έτσι που επέρχεται φυσικός ο θάνατος και για δικαιολογία μας φτιάχνουν νοσοκομεία. Κι εμείς δεν φωνάζουμε για υγεία μαμά, μα για νοσοκομεία, περισσότερα νοσοκομεία. Δεν φροντίζουμε για την κατάργησή τους μα για την ακμή τους.  
 Μετά μαμά, εδώ, σήμερα, είναι η εποχή των ψυχολόγων!

 Σημείωση: στο χωριό παντρεύονται ακόμα, άσχετα αν εκεί που κάποτε κατοικούσε ο έρωτας τώρα φώλιασε η ανάγκη. Παντρεύονται για να ζήσουν, ενώνουν τις δυνάμεις τους, μα ζουν στην ίδια κάμαρα χωριστά. Και τα σπίτια – που κάποτε ήταν κοντά κοντά χτισμένα – τώρα μετακινήθηκαν και χτίστηκαν μακριά. Τα σπίτια μαμά, αν τα δεις, έχουν αλλάξει όλα πόρτες για τους κλέφτες, μα οι κλέφτες ζούνε μέσα. Κι έχουν γεμίσει οι κήποι σκυλιά, μα και τα σκυλιά μέσα μας ζούνε, κι όσο πιο άγρια τα βλέπεις στους κήπους τόσο αγριότερα δαγκώνουν στο στήθος τον ιδιοκτήτη τους. 
Μετά μαμά, εδώ, τώρα είναι η εποχή του φόβου! 

 Κι ύστερα, στην πόλη προχθές, είχε μια τεράστια ουρά από νεαρά κορίτσια, έξω από ένα πολυκατάστημα που έδινε δώρο ένα φημισμένο κραγιόν. Παιδιά θα μου πεις, ναι μα σ’ αυτά εμείς ελπίζουμε κι ένιωσα πως τα κυρίεψε από τώρα η δύση.
 Θα ψάχνουν αργότερα κι αυτά να βρουν που πέφτει η ανατολή, η ανατολή τους, γιατί η δύση μαμά, η δύση τους, τα έβαλε από νωρίς στο τσεπάκι της. Παιδιά θα μου πεις, ναι αλλά εμείς σ’ αυτά ελπίζουμε.

 Μα εσύ πρόλαβες και πέθανες, χωρίς να μου μάθεις τη ζωή και τώρα κάθομαι τις νύχτες και τη μαθαίνω μόνος. Κι ο χειμώνας πυκνώνει, ποιος ξέρει τί να γίνεται πίσω απ’ τις οθόνες, πίσω απ’ τα μάτια, ποιος ξέρει τί να γίνεται πίσω μας γενικά. Ποιο μακελειό. Καμιά φορά  δεν ξέρω ούτε τι γίνεται πίσω απ’ την πλάτη μου μαμά, συνήθως είμαι ο τελευταίος που το μαθαίνω.

 Θυμάμαι που έλεγες σαν το λουλούδι είναι ο άνθρωπος, φυτεμένο σε μια γλάστρα. Θέλει πότισμα, θέλει τάισμα, θέλει φροντίδα κι αγάπη. Με τη διαφορά πως ο άνθρωπος μπορεί να μεταφυτευτεί από μόνος του και ν’ αλλάξει γλάστρα, να πάει σε μια μεγαλύτερη και να κυνηγήσει τη βροχή και τον ήλιο. Αυτό, έλεγες, είναι ιδιωτική ανάπτυξη χωρίς να περιμένεις να σε ποτίσουν. Κι όμως, σήμερα γιορτάζουν οι Κατερίνες κι είναι πολλές.
 Χαιρετισμούς στη γιαγιά. Εκείνη έζησε σε σκληρές εποχές που όμως το μαρτυρούσαν, ήταν γυμνές και δεν είχαν φάκα.

 ... κι έχω ένα κερί αναμμένο τις νύχτες να λιώνω τους πάγους μαμά.




Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία