27 Νοεμβρίου 2016

Ανωτέρα Κατωτερότητα



  


 Μπαίνω στο σούπερ μάρκετ. Κατηφορίζω τον πλατύ διάδρομο. Ένας τύπος στ’ αριστερά μου, γύρω στα σαράντα, παχύς και με χοντρό κώλο, με χοντρά μυωπικά γυαλιά παλαιάς κοπής, κοιτάζει από κοντά τις σοκολάτες, θαρρείς τις μυρίζει.
 Μπροστά μου βρίσκεται μια γυναίκα, περίπου σαράντα σαρανταπέντε ετών κι είναι φανερά εκνευρισμένη. Μου δίνει την εντύπωση, όπως την κοιτάζω κατά πρόσωπο, πως είναι θυμωμένη μαζί μου. Όμως δεν την ξέρω και κάπου εκεί σταματώ και κάνω πως χαζεύω τις πραμάτειες.

 Ο χοντρούλης τύπος πλησιάζει κι αυτός κι η γυναίκα του μιλά αυστηρά χωρίς να φοβάται μην ακούσω, κι ακούω. "Μ' εκνευρίζει να μένω μόνη σε σούπερ μάρκετ", του λέει, "δεν μπορείς να είσαι δίπλα μου και να μ’ ακολουθείς;" "Βεβαίως βεβαίως!" λέει δις ο τύπος και καθώς το λέει μου κάνει εντύπωση η χροιά της φωνής του, καθώς κι η κλίση που παίρνει το σώμα του. Είναι μια φωνή υποταχτική και καθώς μιλά, κι επαναλαμβάνει το βεβαίως σαν να προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του, το σώμα του παίρνει μια κλίση σαν να σκύβει, σαν να προσκυνά, χωρίς όμως να το θέλει το σώμα του μα μόνο εκείνος. Το κάνει με τη θέλησή του, θέλει να συμφωνήσει μαζί της μα δεν συμφωνεί μέσα του.

 Προχωρούν παρακάτω για λίγο μαζί. Όμως σύντομα ο τύπος μένει πίσω και καταλαβαίνω πως το κάνει επίτηδες για να την εκνευρίσει. Το έχει σύστημα να την εκνευρίζει, το έχει μελετήσει και σπουδάσει, ξέρει που εκείνη πονεί.
 Στο μεταξύ παρατηρώ τη μορφή της. Έχει ιδιαίτερα σκληρά χαρακτηριστικά κι είναι σίγουρα αυταρχική. Γι’ ανδρόγυνο ή ζευγάρι αυτοί οι δύο δεν μου κάνουν. Σκέφτομαι πως ίσως είναι κάποια πλούσια κι εκείνος ο νεοπροσληφθείς υπηρέτης της, που τον εκπαιδεύει στα ψώνια γιατί είναι ακόμα αδέξιος. Εκείνη πηγαίνει πάντα μπροστά με τον αέρα μιας κυρίας, εκείνος τρέχει πίσω της με τον αέρα σκυλιού. 
 Μετά σκέφτωμαι, πως ίσως είναι μια απ΄αυτές τις μοντέρνες σεξουαλικές σχέσεις αφέντρας και σκλάβου, που βγήκε παραέξω απ΄την κρεβατοκάμαρα στο σούπερ μάρκετ, να πάρει λιγάκι αέρα, ν' ανοίξει να δροσιστεί.

 Ο τύπος στο μεταξύ, έχει ξεμείνει πάλι πίσω και κοιτάζει από απόσταση αναπνοής κάτι γαριδάκια. Υπάρχει τόση ένταση σ΄αυτή τη σχέση, που τη βλέπεις στον αέρα και την κόβεις με το μαχαίρι. Τα ψώνια σ΄αυτή την κατάσταση είναι μια απλή δικαιολογία. Δεν έχουν σκέψη, δεν έχουν μυαλό παρά για ό,τι συμβαίνει μεταξύ τους. Ο άλλος κόσμος, ο έξω, γι' αυτούς δεν υπάρχει. Ο τύπος έχει το νου του σ' εκείνη, εκείνη σ΄αυτόν, ακόμα κι από είκοσι μέτρα απόσταση. Κάτι τους δένει κι έχει μανία αυτό.  Έν' αόρατο λουρί. Ψωνίζουν μηχανικά, ο τύπος γεμίζει το καρότσι ως απάνω με ό,τι βρει μπροστά του. Σ' εποχή φτώχειας σίγουρα αυτοί το φυσούν το παραδάκι.

 Όμως τίποτα δεν μπορεί να μπει ανάμεσά τους. Το κενό που τους χωρίζει είναι απολύτως ηλεκτρισμένο, ο εκνευρισμός διάχυτος. Σε αυτή την ατμόσφαιρα, δύο τύποι που ως εσχάτων βασανίζονται όπως αυτοί κι είναι έκδηλα φανερό, είναι αδύνατον να χωρίσουν, δεν τους κόβεις στα δυο ούτε με σπαθί. Έχουν εσωτερικούς υπόγειους λογαριασμούς. Ή απλώς επέλεξε ο ένας τον άλλον για να τον πνίξει. Ανάμεσά τους η ελευθερία έχει χαθεί, ακόμα κι η επιλογή έχει χαθεί. Είναι όμηροι ο ένας του άλλου. 
 Έχουν επιλέξει από έναν ρόλο. Εκείνη προσπαθεί να του επιβληθεί κι εκείνος για εκδίκηση έχει βρει τα κουμπιά της και την εκνευρίζει. Ετούτος ο κόμπος που τους δένει διαρκώς φορτίζεται ενεργειακά. Ετούτη η σχέση τους θα λυθεί μ' έναν πάταγο, μ' ένα ουρλιαχτό κι ίσως με μια καταστροφή. Δεν θα υπάρξουν νικητές και ηττημένοι. Ο ένας έχει στρέψει στον άλλον όλα τα προσωπικά του προβλήματα που κρύβει μέσα του και προσπαθεί να βρει διέξοδο μέσα απ΄τον άλλον. Όμως είναι μια σχέση με τοίχους και χωρίς πέρασμα. Χτυπούν στα τυφλά. Τους φανερώνεται μια ψευδαίσθηση, πως αν ο άλλος χαθεί ο ένας θα υπάρξει.     
 Όμως προς το παρόν δεν υπάρχει κανείς τους παρά μόνο ο ένας για τον άλλον με λάθος τρόπο. Είναι τόσο απορροφημένοι, που δεν καταλαβαίνουν πως μόνο δύο εγώ στην επιφάνεια σπαράζουν και το ένα ορμάει να κατασπαράξει το άλλο, για να μπορέσει να χαθεί εκείνο, να ελευθερώσει τον άνθρωπο ύπαρξη πίσω του, τον άνθρωπο ον.

 
Τώρα είναι στο ταμείο κι εκείνη πληρώνει. Προσπαθεί να συγκεντρωθεί όμως ο νους της δεν είναι εκεί. Είναι δέκα μέτρα πέρα, σ' έναν πάγκο που βρήκε απάγκιο ο χοντρούλης τύπος κι έχει μια έκφραση στο πρόσωπο να τη χλευάζει, να την κοροϊδεύει. Εκείνη πασχίζει γι' αποδοχή, εκείνος δεν της την παρέχει. Δεν την παραδέχεται. Εκείνη κρυφά φωνάζει είμαι ανώτερή σου. Εκείνος το δηλώνει μα λέει ψέμματα. Το κάνει για ένα κρυφό του συμφέρον που έχει. Δεν είναι ανώτερή του, δεν είναι κατώτερός της, δεν υπάρχουν αυτά στον κόσμο των υπάρξεων και των οντοτήτων. Ίσως κάποια ταξική αντίληψη τους βασανίζει και τους θερίζει. Ανώτερα και κατώτερα μόνο τα εγώ των ανθρώπων έχουν το μαράζι να αισθανθούν και πονάει τόσο η μία περίπτωση όσο κι η άλλη. Κι έχει τόσο βάσανο η μία περίπτωση όσο κι η άλλη. Κι έχει τόσο κόμπλεξ κατωτερότητας η ανώτερη περίπτωση όσο κόμπλεξ ανωτερότητας η άλλη.
 Κι έχουν διαρκώς στο πρόσωπο εκείνη την έκφραση που λέει: θα σου δείξω εγώ! Όμως αργότερα αυτό, στην έκδηλη μάχη γιατί τώρα υφίσταται η σιωπηλή πλευρά της, η ανεκδήλωτη. Γιατί, σίγουρα υποψιάζονται - ίσως από συνήθεια υποψίας - πως είναι μέσα στον κόσμο. Όμως αργότερα, με ό,τι μάζεψε ο καθένας στην αποθήκη του από ετούτον τον βασανισμό που ξεχείλισε πια και πήρε τους δρόμους... θα κονταροχτυπηθούν ως εσχάτων για μια πουτάνα, χαμένη αξία τους, που την περιμένει ο ένας να του την αποδώσει ο άλλος. Και γι' αυτό ακριβώς δεν του την αποδίδει και τον κρατά αιχμάλωτο στην αναξιότητα και στη φτήνια.

 
Ίσως πάλι, σε κάποιο κρεβάτι με μαύρα σεντόνια, χειροπέδες, μάσκες κι άλλα ερωτικά αξεσουάρ κι ένα μαστίγιο, (γιατί στην υπόθεσή τους υπάρχει σίγουρα ένα κρυφό μαστίγιο που παίρνει και μορφή), της δείξει αυτός τι εστί άντρας! Και γυρέψει πίσω το χαμένο του αφεντιλίκι. Κι ίσως τη διατάξει να του φέρει τις παντόφλες. Γιατί, παρόλη την κόσμια συμπεριφορά του, το ξέρω πως Και σ' έναν τέτοιο κόσμο ζω.




Δημοσίευση σχολίου

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία

 Το βλοκγάκι μάλλον θα κλείσει, όμως μια τελευταία ιστορία προλαβαίνω να τη γράψω, για μια γυναίκα διαφορετική, διαφορετική ω...