Ένας Άνθρωπος χωρίς Παρελθόν






Ένας άντρας φτάνει σε μια ξένη πόλη. Έχει γι’ αποσκευές μια μικρή βαλίτσα με προσωπικά αντικείμενα, μια μεγαλύτερη βαλίτσα με μερικά ρούχα και κάποια ενθύμια. Ποιος είναι; από πού ξεκίνησε; ποιο είναι το παρελθόν του; κανείς δεν γνωρίζει. Αγοράζει ένα μικρό διαμέρισμα σε μια ήσυχη πολυκατοικία και συστήνεται ως συγγραφέας. Δεν γνωρίζει κανέναν στην πόλη, είναι μόνος κατάμονος μα φαίνεται να μην τον ενοχλεί η μοναξιά του. Αλλάζει λίγες κουβέντες με τους ανθρώπους της γειτονιάς μα δεν στέκεται πολύ σε μια συζήτηση, την προσπερνά και φεύγει.
  Είναι καλοπροαίρετος, συμπαθητικός, χαμογελά συχνά κι έχει πάνω του τον αέρα της μοναχικότητας. Σύντομα δημιουργεί κάποιο μυστήριο γύρω απ’ το πρόσωπό του.

 Όμως μια μέρα, μια γυναίκα, η κ. Μαίρη - που διατηρεί ένα ψιλικατζίδικο απέναντι απ’ την είσοδο της πολυκατοικίας και τον κοιτάζει συχνά - δεν κρατιέται άλλο και τον ρωτά ευθέως - μάλιστα με λίγη αναίδεια που την μειώνει ο πληθυντικός. Τον ρωτάει λοιπόν: ποιος είστε;
Γυρίζει και την κοιτάζει με απορία.
- Γιατί με ρωτάτε πράγματα χωρίς σημασία; της απαντά με ερώτηση.
- Θαρρώ γιατί πρέπει να ξέρω, λέει εκείνη.
- Να ξέρετε; γιατί; για ποιο λόγο;
- Μα... νομίζω... κάτι τέτοιο φτιάχνει γνωστό το περιβάλλον μέσα στ’ οποίο ζω.
- Ας πούμε λοιπόν πως είμαι εγώ, της λέει με μια διάθεση να το κλείσει εκεί το θέμα. Όμως δεν γνωρίζει καλά την κ. Μαίρη.
- Εσείς; ποιος εσείς; ποιος είστε εσείς; τον βομβαρδίζει με ριπές.
- Ειλικρινά δεν ξέρω τον τρόπο να σας καλύψω την περιέργεια, τη λέει στωικά. Αν αντιστρέφαμε την ερώτηση και ζητούσα εγώ να μάθω ποια είστε τι θα μου απαντούσατε; πέστε μου αν θέλετε να έχω ένα πλαίσιο για να μπορώ να απαντώ σε ανάλογες ερωτήσεις.

- Εγώ, εγώ - είπε με κάποιο στόμφο εκείνη - είμαι η κ. Μαίρη, ιδιοκτήτρια ψιλικατζίδικου, παντρεμένη με δύο παιδιά, μια κόρη έναν γιο, είμαι τελειόφοιτος γυμνασίου και τρελαίνομαι για τη μουσική ποπ και τα ζαχαρωτά – σ’  αυτό το σημείο έπιασε ένα με το χέρι της, το ξετύλιξε και το έφαγε επειδή τα ζαχαρωτά που της άρεσαν τα είχε στο μαγαζί της περίπου να τα πουλά. Μάλλον όμως το έκανε επειδή τ’ αγόραζε χοντρική πιο φθηνά. Μετά - συνέχισε - μ’ αρέσει το σινεμά κι η ορειβασία - τη δεύτερη δεν την ασκώ συχνά γιατί μου πονούν τα πόδια τώρα τελευταία ξέρετε. Ο άντρας μου είναι υδραυλικός, πολύ καθώς πρέπει άνθρωπος, σχεδόν κύριος. Μα τι λέω σχεδόν, κύριος σωστός! Είμαι φυσική καστανή μα τώρα ξάσπρισαν λιγάκι τα μαλλιά μου και τα βάφω· έχω κι ένα πρόβλημα με το ζάχαρο, μικρό αλλά φοβάμαι πως είναι κληρονομικό. Και, αχ, αυτό ξέχασα να σας το πω! λατρεύω τα ταξίδια, τρελαίνομαι για ταξίδια, μα - εδώ χαμήλωσε τη φωνή της - ξέρετε, δεν μας περισσεύουν και πολλά λεφτά κι αν πάμε ένα το χρόνο, τι κρίμα! τα παιδιά, ξέρετε, πολλά τα έξοδα και τα τσιγάρα που πουλώ λίγο κέρδος αφήνουν. Ο άντρας μου περισσότερα βγάζει. Παλιά πηγαίναμε και στα μπουζούκια μερικές φορές, τώρα τέρμα αυτά! Άλλωστε υπάρχουν ακόμα μπουζούκια; δεν το ξέρω. Τέλος πάντων, σε κάνα ήσυχο ταβερνάκι να βγούμε δυό φορές το μήνα με κάνα μπουζουκάκι κι αυτό είναι όλο. Όχι, όχι, δεν παραπονιέμαι, καλά είμαι, καλά είμαστε, δόξα τω θεώ, ακούω τόσα στην τηλεόραση να γίνονται, μα τόσα, αχ θεέ μου τί θα απογίνουμε; με όσα μας βρήκαν, με όσα μας βρίσκουν δηλαδή, όλους εννοώ και τον καθένα χωριστά. Αχ θεέ μου. Η Γεωργία, μια φίλη μου - μα τί λέω φίλη κολλητή μου είναι, αδελφική φίλη, παιδική, πολύ την αγαπώ - λέει λοιπόν πως όλα θα πάνε καλά, πως πάντα όλα πηγαίνουν καλά κι όλοι οι άνθρωποι πεθαίνουν τελικά από βαθιά γηρατειά, είτε πιο νέοι με λεφτά που τους τα "τρώνε" οι γιατροί και να μην απελπίζομαι. Είναι αισιόδοξη εκείνη, δεν ξέρω που το στηρίζει, είναι φυσικό της, ο χαρακτήρας της, εγώ όχι, είμαι λιγάκι απαισιόδοξη, είναι μέρες που όλα μαυρίζουν γύρω μου. Αχ θεέ μου βοήθα μας!

 Σας κούρασα όμως, σας ζάλισα; είμαι πολυλογού το ξέρω, μα τι να κάνω κι εγώ, μόνη τόσες ώρες εδώ, σπάνια μπαίνει πελάτης πια μα δεν το κλείνω επειδή το μαγαζάκι είναι δικό μου, ιδιόκτητο θέλω να πω, προίκα μου. Μα πέστε και εσείς κάτι, μόνη μου μιλώ.

- …Κι είστε πολύ σαφής, είπε ο άντρας, είστε πράγματι κάποια, άλλοι ίσως θα σας έκριναν ενδιαφέρουσα άλλοι ίσως όχι και τόσο. Μα είστε κάποια, αυτό στον κόσμο μας θαρρώ είναι κατόρθωμα που εγώ δεν το έχω κατορθώσει ακόμα.
- Μα τι θέλετε να πείτε, πως είστε ο κανένας;
- Ακριβώς. Είμαι ο κανένας, είμαι πολλοί, είμαι όλοι, μα όχι κάποιος που θα μπορούσα να τον πλαισιώσω σε μια περιγραφή σύμφωνα με τους τρόπους του, τις συνήθειές του, τις αρέσκειες του κι όλα αυτά που συνήθως τα λέμε εγώ. Είμαι κάτι άλλο που αν τ’ ορίσω θαρρώ το περιορίζω και το πνίγω σε μια κουταλιά νερό. Τέλος πάντων κάθε μέρα κάποιος είμαι κι αυτό είτε το προσθέτω σε μένα είτε το αφαιρώ. Θα μπορούσα να πω είμαι ό,τι σκέφτομαι και κάνω διάφορες σκέψεις κι επίσης γίνομαι ό,τι σκέφτομαι κι αν πω κάτι για μένα θα ισχύει για σύντομο διάστημα. Πάντως, μπορώ κι εγώ να πω,  κάτι για τη μάρκα των τσιγάρων μου, το ποτό που προτιμώ, τα παπούτσια που μ’ αρέσουν κι έχω και μερικές συνήθειες. Μα αυτά είμαι; αυτά είμαστε; και για σκεφτείτε πόσο φτωχά και θλιβερά ορίζουμε κάποιες φορές τον εαυτό μας.

- Εσείς είστε ψαγμένος άνθρωπος, είπε εκείνη λυπημένα. Εγώ δεν μπόρεσα να ψαχτώ, δεν με άφησε η ζωή κι οι υποχρεώσεις της, είχα πάντα το ένα ή το άλλο να κάνω και πέρασαν τα χρόνια. Να, κοντεύω τα πενήντα και δεν ξέρω να μιλώ τόσο καλά όσο εσείς. Μα έχω ακούσει ότι γράφετε. Αλήθεια γράφετε; τι γράφετε; θα μου δώσετε και μένα να διαβάσω κάτι μήπως ανοίξουν τα στραβά μου; να ξεστραβωθώ.  Αχ, ήθελα να σπουδάσω, να μορφωθώ, πόσο το ήθελα μα κι αυτό δεν το μπόρεσα. Παντρεύτηκα βλέπετε - τί λέω παντρεύτηκα με πάντρεψαν, οι δικοί μου, οι συνθήκες, οι καταστάσεις. Εμείς είμαστε από χωριό, απ’ τα Μακροχώρια αν τα έχετε ακουστά, κι εκεί, ακόμα και σήμερα, είναι σκληρά τα ζητήματα της ηθικής τάξης. Το είπα καλά αυτό το ηθικής τάξης; δεν ξέρω, πάντα μου μένει μια αμφιβολία αφού πω τη φράση.

 Αχ καλέ μου κύριε πόσα πράγματα ήθελα στη ζωή μου που αν σας τα πω θα με νοιώσετε. Άλλα πράγματα απ’ αυτά που έκανα και κάνω. Μα δεν τα λέω γιατί θα με πάρει πάλι το παράπονο - ούτε τα σκέφτομαι τώρα καν. Μα γιατί μου τα θυμίζετε εσείς δεν καταλαβαίνω. Όμως σας κούρασα θαρρώ, ας σας αφήσω να πάτε στη δουλειά σας.
- Μα δεν σας απάντησα στην ερώτηση ποιος είμαι.
- Δεν πειράζει κύριε, απαντώνται οι ερωτήσεις μόνες τους μέσα απ’ την κουβέντα. Άλλωστε τι σημασία έχει ποιος είστε, στ’ αλήθεια ποτέ δεν μ’ ένοιαξε αυτό. Δυο κουβέντες ήθελα μαζί σας να μοιραστώ που το συνηθίζω με τους ανθρώπους γιατί νιώθω, πως διαφορετικά μπαίνει ανάμεσά μας ένας πάγος. Αυτό τον πάγο εσείς δεν τον έχετε, είστε βέβαια λιγομίλητος, σίγουρα έχετε κι εσείς τα δικά σας , μα φαίνεται τα κρατάτε για τον εαυτό σας, ίσως έχετε βρει έναν τρόπο να μην σας βαραίνουν που εγώ ακόμα δεν το ξέρω. Μα τι ξέρω εγώ; ένα κουτορνίθι είμαι.

- Α, όχι κυρία μου, δεν είστε καθόλου κουτορνίθι, μη το λέτε αυτό για τον εαυτό σας σάς παρακαλώ.
- Μου είπατε σας παρακαλώ; ένας κύριος όπως εσείς; λίγο ακόμα θέλω και θα βάλω τα κλάματα απ’ τη συγκίνηση.
- Κυρία μου, επειδή μου αρέσατε, θα σας πω το μυστικό μου, είμαι ένας άνθρωπος χωρίς παρελθόν.
- Μα δεν μπορεί, όλοι έχουν ένα παρελθόν.
- Όχι όλοι κυρία μου, όχι όλοι, οι περισσότεροι μόνο. Υπάρχουν άνθρωποι χωρίς βιογραφικό στον κόσμο μας, λίγοι αλλά υπάρχουν.
- Και πως είναι να είστε χωρίς παρελθόν;
- Ο άνδρας σκέφτηκε λιγάκι. Χμ, καλά, είπε, όμορφα.
- Αφού δεν έχετε παρελθόν θα έχετε σίγουρα μέλλον, είπε εκείνη.
- Είστε έξυπνη, μα χωρίς παρελθόν δεν υπάρχει ούτε μέλλον.
- Και τι υπάρχει τότε κύριε;
- Μια μέρα με την ιδιαίτερη σημασία της, τής απάντησε.
Κάθε μέρα μια μέρα με την ιδιαίτερη σημασία της, συμπλήρωσε.

- Κι είναι καλό αυτό; είπε εκείνη επιφυλακτικά.
- Χμ, καλό δεν ξέρω αν είναι, είναι όπως κάτι γεμάτο, κάτι πλήρες, κάτι αυτοτελές. Κάτι σαν μια μέρα να είναι μια ζωή και να μην έχεις στις πλάτες σου απ’ τα βάθη του παρελθόντος φορτίο.
- Καλό που ακούγεται κύριε, εγώ είμαι γεμάτη μνήμες, είπε εκείνη.
- Κι εγώ κυρία μου έχω κάτι μνήμες μακρινές. Αν δείτε έναν άνθρωπο να φτάνει στη γειτονιά σας, μόνο με μια μικρή βαλίτσα για αποσκευές, να θυμάστε σημαίνει πως άφησε πίσω του ένα καράβι σκότους. Και να το έχετε αυτό για σημάδι πως αυτός ο άνθρωπος δεν περπατάει πια αλλά πετάει. Αυτά είπε ο τύπος, χαιρέτισε και γύρισε να φύγει.

- Κι η ανησυχία κύριε! Του φώναξε εκείνη. Τι γίνεται με την ανησυχία; Εγώ ανησυχώ πολύ ξέρετε.
- Α, η ανησυχία, που τη θυμηθήκατε τώρα; κι εγώ ανησυχώ. Μα μετά είπε: ψέματα λέω, το είπα μόνο για συμπαράσταση. Δεν ανησυχώ κυρία μου, δεν έχω πια το λόγο.
- Μα καλά, υπάρχει ζωή χωρίς ανησυχία; Είπε εκείνη έκπληκτη και με απορία.
- Η μόνη ζωή κυρία μου είναι αυτή χωρίς ανησυχία,
- Εγώ αυτή τη ζωή δεν την ξέρω, του ομολόγησε εκείνη.
- Ησυχάστε κυρία μου, όλα θα διορθωθούν, της είπε. Μα μετά είπε: και πάλι ψέματα σας λέω. Και προπαντός σταματήστε να πιστεύετε κάποτε πως η ανησυχία σας θα τα διορθώσει.
- Αυτό το τελευταίο δεν το κατάλαβα, είπε εκείνη μα δεν την άκουσε, είχε πια απομακρυνθεί.






Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία