Ταξιδιώτης στη ΓΗ






 Περνούμε. Αφήνουμε διαρκώς πίσω μας τον παλιό εαυτό μας. Άλλοι μας ακολουθούν κι εύκολα τους αναγνωρίζουμε σε πιο σημείο σημείο του δρόμου είναι, σε πια καμπή του, σε ποιον παράδρομο, πιο πλαϊνό σοκάκι. Πού χάθηκαν. Ένα μαρτύριο είναι να βρεις εσύ το δρόμο κι ένα άλλο να κρυφοκοιτάζεις το δάσος που αφήνεις πίσω σου, ένα γνωστό δάσος. Κι είναι τόσα πολλά και κοινά τα σημάδια των ανθρώπων που διαρκώς τους μαρτυρούν. Κι είναι ανώφελο να μιλάς όταν κάποιος δεν είναι έτοιμος· δεν ξέρεις ούτε το καλό του ούτε το κακό του ποιο είναι. Ξέρεις μόνο πως είναι εκεί που ήσουν πριν χρόνια και σου είναι τόσο φανερή η σκέψη του κι οι διαθέσεις του που σου είναι διάφανος. Μα θα στέρξει ο καιρός του, θα του μιλήσουν οι θεοί, θα τον ευνοήσουν οι μοίρες, θα βρει την άκρη του κουβαριού, θα πιαστεί απ’ τα σχοινιά σωτηρίας που του ρίχνουν ή θα πιαστεί απ’ τ' αγκίστρια; είναι δόλωμα; είναι ψαράς; είναι δόλωμα που θα γίνει αυριανός ψαράς; δεν το ξέρεις, καλό είναι να σιωπάς.
  
 Το βλέπεις το πάθος του, σείεται. Τη βλέπεις τη φωτιά του, τον καίει. Τον βλέπεις που λοξοδρομεί στους έρωτες να δροσιστεί. Τον βλέπεις, είναι μια πρώην εικόνα του εαυτού σου που τώρα την αισθάνεσαι σαν μικρογραφία σου γιατί έφυγες μπροστά κι άφησες πίσω σου έναν ολόκληρο σωστό λάθος κόσμο. Που είναι για την ώρα του σωστός και για τους σωστούς λάθος. Μα δεν μπορείς ν' αρχίσεις να τιμωρείς μάτια επειδή βλέπουν διαφορετικά. Σαν σκεφτείς πως κι εσύ, πιασμένος στην αδυσώπητη ομίχλη, προσπάθησες να τιναχτείς μπροστά, να σπάσεις την αλυσίδα κι υπήρξε τόσος ο καημός σου για ελευθερία που πάντα δεν πρόσεξες κι ισοπέδωσες καλά και κακά, σωστά και λάθη, γιατί η καρδιά σου έκαιγε κάθε που την άγγιζες και δημιουργούσε τη γνώμη σου ένας κρατήρας ηφαιστείου. Και πως αλλιώς να βγεις από έναν λαβύρινθο αν δεν γίνεις εφ όρου ζωής η προτεραιότητά σου κι αν δεν τους βγάλεις όλους μαζί σου;

Και πως αλλιώς να τους αγαπήσεις αν δεν αγαπηθείς;

 Τους αναγνωρίζεις λοιπόν εύκολα απ’ τον εαυτό σου, πια πίκρα τους καίει, ποιος καημός τους πονεί, σε πιο στάδιο της εξέλιξής τους βρίσκονται κι αν το περάσουν τί τους περιμένει. Τους αναγνωρίζεις μα δεν μιλάς και καλό είναι να μη μιλάς. Μα κι αν μιλούσες δεν θα σε καταλάβαιναν. Γιατί ίσως ο δικός τους δρόμος να περνάει μέσα από άλλους ελαιώνες κι ο Γολγοθάς τους να είναι μι' άγνωστή σου υπόθεση. Ίσως ο σταυρός τους να είναι από φιλεζόλ κι ο κρεμαστός τους κήπος να μην τους περιμένει ούτε παρακάτω ούτε στο πουθενά. Ίσως αυτή τη ζωή την περάσουν στις διακλαδώσεις, εξασκώντας παρηγοριά στον κύκλο και να μην ανοίξουν τις άλλες, κρυφές και μυστικές πτέρυγες του ναού τους. Ίσως το πουλί που κρύβουν στα στήθια τους βαλσαμωμένο ικανοποιείται με την παρηγοριά. Ίσως το φως να είναι άθλος κι η ζωή του ονείρου να είναι πιο γλυκιά· η αλήθεια μόνο μια μάστιγα κι όσα ταιριάζουν στην καρδιά σου να είναι μόνο για τα δρακόντιά σου μέτρα, κι αυτό που εσύ ονομάζεις ατμό για άλλους να είναι υπόσταση. Ίσως να είναι πλασμένοι για κάτι άλλο κι αυτό που εσύ ονομάζεις αληθινό να είναι το ψέμα τους, και το δικό σου ψέμα να είναι η αλήθεια τους. Και ποιος ξέρει; ίσως εσύ να κοίταξες μικρός πολύ τ' άστρα και να μαγεύτηκες, μα και ποιος ξέρει αν η μαγεία δεν είναι τελικά η μάστιγά σου; ποιος τα ξέρει αυτά τα πράγματα; Επιπλέον ποιος μπορεί να σου πει πως εσύ γλίτωσες και πως το ξέρεις; Μήπως ρίχνοντας κάποιες ματιές πίσω και βλέποντας πως ξεθωριάζει η οδύνη σου; μα κι εσύ μαζί της δεν ξεθωριάζεις τάχα; τόσα που έχασες, τόσα που κέρδισες, ποιος κρατά, ποιος βγάζει τον λογαριασμό; κι είναι η μνήμη σου άραγε φιλική;

 Λες, νά, έγινε η ζωή ξανά παιγνίδι, τι άλλο να θέλει κανείς; η ζωή έγινε ξανά παιγνίδι, ναι, όμως σου πήρε μακριά σου τις κοτσίδες σου και σ’ άφησε κάτι ρυτίδες σαν αυλάκια ο χρόνος. Και τώρα, τόσο σοφός που έγινες, δεν έχεις άλλη λύση κι άλλο τρόπο, παρά ν’ αρχίσεις να χαίρεσαι και να γελάς με τις ίδιες σου τις ρυτίδες. Να τις γελάς κατάμουτρα, να γελάς στον καθρέφτη σου γιατί είναι ο μόνος τρόπος να τις πάρει ελάχιστα πίσω ο χρόνος.

 Και τους βλέπεις, τους αναγνωρίζεις, πως κάπου σκάλωσαν, κάπου σκάλωσε το μανίκι τους, τους έχει πιάσει το γρανάζι του μύλου  και καμιά φορά τους ζητά να κόψουν το χέρι τους για να μπορέσουν να προχωρήσουν παρακάτω -έστω και μ' ένα σάπιο χέρι λιγότερο. Και τους βλέπεις πως κάπου το παράκαναν - σε μία απ’ τις ηλικίες τους και της αφιέρωσαν περισσότερο χρόνο. Είναι περίπου δέκα χρόνια τώρα σαραντάρηδες, ή εικοσάρηδες, ή είναι επί τριάντα χρόνια δεκατριών ετών και θέλεις να τους φωνάξεις: τι περιμένετε; ήδη η ζωή έχει απομακρυνθεί είκοσι χρόνια μακριά απ’ τη ζωή σας κι αύριο την άλλη θα την κυνηγάτε να την πιάσετε μα θα είναι αργά. Θα ζείτε την κάθε μέρα σας σαν μια και πλέον βδομάδα για να την προλάβετε, επειδή δεν το ξέρετε πως έτσι με τη ζωή συμβαίνει γιατί είναι η πρώτη σας αυτή.

  Μα νά, η ζωή σας είναι ήδη στο λόφο σας που πηγαίνετε κι εσείς ακόμα στους πρόποδές του. Όλη αυτή η πλαγιά - που ως ανηφοριά την αισθάνεστε - είναι μόνο γιατί η ζωή προηγήθηκε της ζωής σας. Μάλλον δεν προηγήθηκε αυτή εσείς καθυστερήσατε, για εκείνη κάθε μέρα της είναι μια φρέσκια καινούργια μέρα, μα η δικιά σας μέρα πάλιωσε και τώρα δεν μπορείτε παρά να λέτε παλιοζωή. Όμως αυτή είναι αθώα, εσείς την προδώσατε, εσείς χάσατε την αθωότητά σας. Κι είναι όλα αυτά γιατί εσείς αφήσατε το χέρι της ζωής κι η ζωή σας απ’ τη ζωή απομακρύνθηκε και χαθήκατε. Γιατί γίνατε ανόμοιοι του πελάγους της κι η ζωή πια δεν σας αναγνωρίζει. Μα μόνο εσείς είστε που χαθήκατε, γιατί η ζωή παραμένει πάντα σταθερά όμορφη. Εσείς παλινδρομείτε μέσα της - ούτε μέσα της μα μέσα σας. Γιατί, χωρίς να το ξέρετε προσπαθήσατε ν' αλλάξετε την ουσία σας.

 Μετά η ζωή γίνεται βαριά, δυσοίωνη, τη σέρνει κανείς, δεν την ευχαριστιέται, είναι ξένο σώμα, τον πολεμά. Η γλυκιά ζωή μένει στο βάθος σαν κατάρα· στην επιφάνεια φτάνει η προσπάθειά της. Κι αυτή η κατάσταση είναι η επίγεια κόλαση - η μόνη κόλαση που υπάρχει. Κι αυτό που εσείς λέτε θεϊκή τιμωρία είναι μόνο η προσπάθεια να προχωρήσετε τη ζωή σας με τη ζωή αντίθετα. Η σύγκρουση κι η μη αποδοχή φυσικά κι είναι κόλαση. Κόλαση είναι η σταγόνα που δεν συνάντησε ακόμα το πέλαγος. Κόλαση είναι η άρνηση. Κόλαση δημιουργείς καθώς δεν αφήνεσαι. Κόλαση είναι η αντίστασή σου. Την κόλασή σου τη βρίσκεις έτοιμη, ετοιμοπαράδοτη - τον παράδεισό σου τον φτιάχνεις μόνος σου.

 Τους βλέπεις, είναι εκεί που ήσουν, από κει που πέρασες, απ’ το ίδιο δόκανο πιασμένοι, την ίδια παγίδα, την ίδια ξέφρενη γλυκύτητα κι ηδονή. Ένα είναι το σκοτάδι που όλοι το περνούν, μέσα σε όλα τα μυαλά ο ίδιος ακριβώς λαβύρινθος - μια δεύτερη πραγματικότητα. Άλλοι τώρα ξεκινούν τον πόνο τους άλλοι τώρα τον αφήνουν πίσω. Άλλοι τώρα ξεκινούν τη λήθη τους άλλοι ξέχασαν. Μα μερικοί - οι περισσότεροι - θα θεωρήσουν για ζωή ετούτη την περιπλάνηση μέσα στο μυαλό τους και τις σκέψεις τους και δεν θα περάσουν ποτέ την έρημο, δεν θα περάσουν την ερημιά και δεν θα φτάσουν στη γυμνή μοναξιά που στην άλλη όχθη τους περιμένει. Κι η ψυχή τους θα ξεχάσει το γέλιο της και τη βαθιά χαρά της, ξανά σαν παιδιά δεν θα παίξουν, λυγισμένοι κάτω απ’ τον κίνδυνο και περιχαρακωμένοι στην ασφάλεια των οικείων δυναστών τους. Πιασμένοι πολλοί απ’ το χέρι θα μείνουν κοντά κοντά να σιγοτραγουδούν χαμένες πατρίδες, φοβούμενοι πως ο παράδεισος τους γέλασε.

Είναι τόσο μοναχικό το ταξίδι που μόνο τη στερνή στιγμή του θανάτου σου αντιλαμβάνεσαι το σχέδιο της ζωής.

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία