Επιστροφή στη Ζωή







 Τον χειμώνα οι μέρες ήταν πιο γλυκές. Η Δάφνη είχε περάσει μια μεγάλη μπόρα - η καρδιά της την είχε περάσει - μα τώρα είχε υποχωρήσει και της είχε αφήσει μια πιο ήρεμη μοναξιά. Αρκετά κατασταλαγμένη κι ήσυχη πια όλα έμοιαζαν διαφορετικά. Με την καρδιά της και το μυαλό της ήσυχα ανακάλυπτε νέες ομορφιές στους ίδιους τόπους·  πράγματα που τα προσπερνούσε άλλοτε αγχωμένη και βιαστική. Μα τώρα πρόσεχε, πρόσεχε γύρω της σαν για πρώτη φορά στη ζωή της. Είχε ξυπνήσει μέσα της μια διάθεση εξερεύνησης του κοντινού και μακρινού της κόσμου. Απίστευτο, με αυτή συγχυσμένη πόσα πράγματα περνούσαν απαρατήρητα απ’ το βλέμμα της. Τώρα ανακάλυπτε κάποια σοκάκια της πόλης γεμάτα ομορφιά. Με κάτι πανέμορφα μικρομάγαζα που πουλούσαν όλων των ειδών τα μπαχαρικά, τις λεβάντες και τα φασκόμηλα. Και δίπλα πρόσεχε κάτι τεχνίτες, κάτι ξυλουργούς που έφτιαχναν ακόμα ξυλόγλυπτες καρέκλες και δούλευαν με μεράκι το ξύλο. Εξαίσιες μυρουδιές μιας πόλης που δεν τις μυρίζεις με μπουκωμένη μύτη. Ωραία γραφικά ταβερνάκια με μερικά ζευγαράκια που έμοιαζαν ερωτευμένα. Ήταν σαν κάποιος αόρατος και γκρινιάρης θεός να είχε τραβήξει απ’ τα μάτια της ένα πέπλο· η καρδιά της χαμογελούσε και τα μάτια της έλαμπαν. Όλη αυτή η ομορφιά της πόλης θαμμένη μέσα της ήταν τόσο καιρό. Πόσα πράγματα όμορφα περιμένουν να τα προσέξεις δεν λέγεται.
 Κι ήταν έτσι ήσυχη εκείνο το απόγευμα. Χωρίς να τη νοιάζει τί θ’ απογίνουν οι μετοχές της, τί θ’ απογίνει η δουλειά της, τί θ’ απογίνει ο κόσμος, τι θ’ απογίνει εκείνη. Ήταν ήσυχη, τόσο ήσυχη σχεδόν εκστασιασμένη.

 Πέρασε από ένα μικρό καφέ. Παράξενο, τόσο κοντά στη γειτονιά της μα πρώτη φορά το πρόσεχε. Τράβηξε την προσοχή της το γούστο του, είχε μια μίνι πολυτέλεια, ήταν σαν μπιστρό. Σίγουρα ο εμπνευστής του ήξερε τι έκανε, δεν έπαιζε με τους καφέδες και δεν πουλούσε φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Εκεί ήταν πέντε πελάτες όλοι κι όλοι... μα «σκότωναν» ο καθένας πέντε άτομα για έναν καλό καφέ, που δεν τον έβρισκαν στα πολυσύχναστα μαγαζιά.
 Η μυρουδιά του φρεσκοκομμένου καφέ ήταν διάχυτη· έπιασε ένα τραπεζάκι και παρήγγειλε τον αγαπημένο της. Της τον έφερε ο ιδιοκτήτης και την προσφώνησε με το μικρό της όνομα. "Γεια σου Δάφνη", της είπε, "να πω καλώς επέστρεψες;" Απόρησε με την ερώτηση. "Να πω πως έλειπα;" του ανταποκρίθηκε. Της χαμογέλασε. "Κάπου στο μυαλό σου τριγύριζες, περνούσε όμως από εδώ συχνά η σκιά σου, καμιά φορά μας χαιρετούσε κιόλας". "Περίεργο, δεν θυμάμαι", του απάντησε. "Καλό σημάδι", είπε αυτός· άφησε τον καφέ κι έφυγε.

 "Γυρίσατε δεσποινίς;", Της είπε άξαφνα ένας πιτσιρίκος που πουλούσε λουλούδια μ' ένα πανέρι. "Από που τάχα να γύρισα μικρέ μου; για πες μου εσύ". "Μα από το ταξίδι σας", είπε εκείνος με βεβαιότητα, ίσως πήγατε ένα ταξιδάκι ως την κόλαση, δεν μπορώ να ξέρω" "Ώστε έλειπα ταξίδι", αναρωτήθηκε εκείνη. "Α, ναι, είπε ο μικρός με περίσσια μαγκιά, όμως εμείς συνεχίζαμε να σχετιζόμαστε με την απουσία σας".
"Με την απουσία μου ε, και πως σας φάνηκε;", "Ίδια εσείς", είπε ο μικρός κι άφησε ένα λουλούδι χωρίς να γυρέψει χρήματα.
 Η Δάφνη πήρε μια βαθιά ανάσα κι άναψε ένα τσιγάρο. Μέσα από κάτι πέπλα και κάτι φτέρες νέος κόσμος και ζωή διαφαίνονταν. Απόλαυσε τον καφέ της, απόλαυσε και το τσιγάρο της κι ο ιδιοκτήτης της έγνεψε απ’ το βάθος κερασμένος ο καφές και καλή συνέχεια στη βόλτα της.
 Κατέβηκε στην παραλία, με ήσυχη καρδιά κι ήσυχο νου οι βάρκες γυάλιζαν μεσοπέλαγα. Κι όλο είχε "τυχαίες συναντήσεις", με ανθρώπους που σαν να γύρευαν καιρό κάτι να της πουν, και το κρατούσαν για την ώρα που θα ήταν έτοιμη να το ακούσει. Και μετά, έβλεπε διαρκώς στις πινακίδες των αυτοκινήτων επαναλαμβανόμενους αριθμούς, έναν τρόπο μυστικό που της μιλούσε το σύμπαν.
 Πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε τη θάλασσα. Μετά από καιρό μια κοιμισμένη χαρά μέσα της ξυπνούσε κι αναγκάστηκε να παραδεχθεί πως τη ζωή την αγαπούσε. Αγκάλιασε τον εαυτό της με το σάλι της, έπεφτε τ’ απόβραδο κι έκανε λιγάκι ψύχρα, ίσως πάλι να έμπαινε κρύο από κάτι χαραγματιές που είχε αφήσει ανοιχτές στην καρδιά της επίτηδες, μα δεν θα τις έκλεινε ποτέ πια. Άλλωστε η ομορφιά του ηλιοβασιλέματος που έπεφτε την διαπερνούσε ως το κόκαλο. "Αξίζει να ζεις", είπε και χαμογέλασε στη ζωή. "Αξίζει κυρία", της είπε ένας νεαρός ποδηλάτης. Μα, παράξενο που το άκουσε, δεν το είχε πει, το είχε μόνο σκεφτεί.

"Να μην ξεχάσω να πάρω τροφή για τη γάτα, λίγα λεμόνια και… α, ναι, να ερωτευτώ ξανά!" Σκέφτηκε.
"Όλα από έναν έρωτα ξεκινούν, σ' έναν άλλο έρωτα καταλήγουν. Από έρωτα σ' έρωτα η ζωή κι ανάμεσα λίγη άβυσσος να τη γνωρίσεις. Μα τι πειράζει;" Είπε και προχώρησε λικνίζοντας τους γοφούς της ξανά, προχωρώντας ίσια πάνω στη διψασμένη φωτιά. 







Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία