31 Δεκεμβρίου 2016

Ιστορίες Θαυμάτων






  
 Να αλλάξει ο χρόνος ή να σταματήσει ο χρόνος; ιδού η απορία.
Με την αλλαγή του χρόνου προσωπικά θα περιγράψω μερικά θαύματα. Τρία στον αριθμό.
 Μια φορά ήθελα κάτι πολύ. Και το ήθελα πολύ. Αυτό. Κι ήθελα μόνο αυτό και τίποτα άλλο δεν ήθελα. Το σκεφτόμουνα πολύ και σκεφτόμουνα μόνο αυτό. Όσο μπορούσα μόνο αυτό και τίποτα άλλο. Κι αυτό που σκεφτόμουνα τόσο πολύ με κέρδιζε ολόκληρο και δεν μου άφηνε περιθώριο να μην το θέλω. Και κει που το σκεφτόμουνα τόσο πολύ... μια μέρα ένιωσα σαν να το είχα, χωρίς να το έχω, μα καμιά διαφορά αισθαντική δεν είχε.
 Ησύχασα. Γαλήνεψα. Γιατί ως τότε ήμουν αναστατωμένος. Μα τότε ένιωσα ένα αίσθημα πως αυτό που ήθελα, με κάποιο τρόπο, "κλείδωσε" μέσα στο χρόνο. Το είχα χωρίς να το έχω μα ήμουν βέβαιος πως το είχα. Σε τέσσερις μέρες, κάτι συνέβη κι έφτασε στα χέρια μου. Μόνο πολύ αργότερα κατάλαβα και συνειδητοποίησα τον τρόπο που είχε συμβεί. Τότε διαπίστωσα πως είχα προχωρήσει μέσα στο χρόνο, κι είχα φτάσει σ’ ένα μετέπειτα σήμερα πριν τέσσερις μέρες.

 Το ίδιο μου συνέβη κι άλλη μια φορά μετά από μια έντονη και σκληρή μάχη με τις αντίθετες σκέψεις. Εγώ έλεγα και επέμενα πως αυτό που θέλω το έχω, οι σκέψεις έλεγαν τα δικά τους, εγώ συνέχιζα να το βλέπω, εκείνες έλεγαν τα δικά τους, άξαφνα ο κόσμος πάλι γαλήνεψε, το κατάλαβα πως είχα νικήσει τις ίδιες μου τις σκέψεις, το πράγμα πάλι "κλείδωσε".
 Η εσωτερική προσπάθεια επιχείρησε και κατάφερε ξανά μια υπέρβαση μέσα στο χρόνο, είχα ξανά στην κατοχή μου το συναίσθημα της απόκτησης. Μετά από μερικές μέρες βρέθηκα εκεί και με το φυσικό μου σώμα. Καμιά εντύπωση δεν μου έκανε. Καμιά αλλαγή δεν μου έφερε στη διάθεση. Το πράγμα όλο λειτουργούσε σε μια σφαίρα συναισθηματικού απόλυτου. Αν είχες στην κατοχή σου το συναίσθημα του πράγματος είχες το πράγμα, τόσο απλό ήταν. Αυτή τη φορά το συνειδητοποίησα νωρίτερα. Επειδή αυτά τα πράγματα, συνέβαιναν σε έναν χώρο κενό, σε κενό μη σκέψης, μη νου. Γι' αυτό περνούσαν απαρατήρητα απ’ την ίδια μου τη σκέψη, ήταν σαν να συνέβαιναν μόνα τους, η μνήμη δεν τα συγκρατούσε. Ήταν μια αίσθηση φευγαλέα. Μια αίσθηση πως ενώ εγώ υποκινούσα την όλη διαδικασία… θα έλεγες όμως πως δεν υπόκυνταν στον έλεγχό μου.

 Την τρίτη φορά, όταν συνέβη, η συνειδητοποίηση ήταν άμεση. Είχα βρεθεί δηλαδή σε ένα κενό μη χρόνου, σε ένα κενό άχρονου. Για λίγο. Κι ήταν αυτό όλο προσωπική δημιουργία. Την τρίτη φορά, αυτό που ήθελα εμφανίστηκε απ’ το τίποτα. Απλώς έσκυψα από κάτω και το πήρα.

 Όλη αυτή η κατάσταση με έκανε να σκεφτώ με τον εξής τρόπο: αυτό που ήθελα, που ευχόμουν και ποθούσα να αποχτήσω, από τη στιγμή που άρχιζα να το σκέφτομαι, κάπου στο μέλλον, στον ίδιο βαθμό άρχιζε να φτιάχνεται. Και θα έπρεπε εγώ να διασχίσω μια νοητή απόσταση ώστε να το πλησιάσω και να το φτάσω. Μια απόσταση όπου θα είχα καταβάλει όλες τις δυνάμεις μου και θα είχα έντονα πνευματικά ασκηθεί. Καθώς λοιπόν προχωρούσα προς εκείνο, εκείνο έρχονταν προς εμένα και κάπου συναντιόμασταν. Όλο αυτό ήταν μια διαδρομή μέσα στο χρόνο, και κει που συναντιόμασταν ο χρόνος σταματούσε. Τώρα, αν μπορούσε με κάποιο τρόπο να μην υπάρχει εξαρχής χρόνος, τότε αίτημα και παραλαβή θα ήταν άμεσα. Όμως εγώ τότε, δεν θα είχα καταβάλει την εσωτερική προσπάθεια και την πνευματική άσκηση, πράγματα που σίγουρα χρειαζόμουν.

 Όμως όλα αυτά, συνέβησαν και συμβαίνουν στο τώρα. Μόνο εγώ μπορώ να μετακινούμε στο χρόνο, επειδή μόνο σε εμένα μέσα υπάρχει χρόνος κι ουδόλως έξω από μένα. Έξω από μένα υπάρχει μόνο το άχρονο, το σταθερό άχρονο, δεν πάει βήμα μπροστά, δεν πάει βήμα πίσω. Αυτά μόνο μέσα στο κεφάλι μας συμβαίνουν. Έξω μας, παρελθόν και μέλλον είναι εντελώς ακίνητα. Σαν τα χωράφια μας, σαν τα σπίτια μας, τόσο ακίνητα.

 Άρα, αυτό που θέλουμε, επιθυμούμε και ποθούμε είναι ήδη εδώ. Όμως εμείς το θέλουμε, το επιθυμούμε και το ποθούμε για να το φτάσουμε. Επειδή λοιπόν θέλουμε εμείς να το φτάσουμε πάει κάπου και για κανέναν άλλο λόγο δεν πηγαίνει κάπου. Μόνο επειδή λόγο του εσωτερικού μας χρόνου το τοποθετούμε κάπου, σ' ένα σημείο. Το νοητό σημείο αυτό υπάρχει μόνο μέσα μας. Ενώ αυτό το κάπου πάλι εδώ και τώρα είναι. Μόνο εμείς διασχίζουμε έναν υποτιθέμενο χρόνο. Μόνο εμείς πάμε κάπου, το κάπου είναι πάντα εδώ και παρών.

 Όμως μόνο ένας Χριστός είναι πάντα παρών και μπορεί να έχει άμεση πρόσβαση στην δημιουργική αυτή διαδικασία του σύμπαντος που ισχύει για όλους μας. Εμείς οι άλλοι, συμμετέχουμε,  στους ίδιους ακριβώς δημιουργικούς νόμους του σύμπαντος, όμως μέσα από την δικιά μας ψυχολογία. Η διαδικασία είναι πάντα ίδια, ο βαθμός δύναμης διαφέρει, η έλλειψη πίστης μας κι άλλα μερικά. Δεν μπορούμε να περπατήσουμε στο νερό, όμως μπορούμε να καταλάβουμε το γιατί δεν μπορούμε. Γιατί δεν έχουμε την πίστη να το κάνουμε.

 Υπάρχει ένας υγιής κι αναμφισβήτητος τρόπος σκέψης, που τον εντοπίζουμε στην παιδική μας ηλικία. Τότε δηλαδή πριν αποκτήσουμε τρόπο σκέψης. Πράγμα που σημαίνει ήταν και παραμένει ο φυσικός μας. Κι αφορούσε ίσως ένα ποδήλατο ή μια κούκλα. Όμως απ’ τη στιγμή που επιθυμούσαμε ένα ποδήλατο ή μια κούκλα, μια ορισμένη ψυχολογία μάς εμφανίζονταν γύρω απ’ αυτό το θέμα. Ετούτη λοιπόν η καθαρή και μη αμαυρωμένη ψυχολογία, που είχαμε γύρω από την απόκτηση ενός ποδηλάτου ή μιας κούκλας,  με τον καιρό χάθηκε, και χάθηκε λόγο της σκέψης μας γύρω απ’ τα πράγματα. Γύρω δηλαδή απ’ τον τρόπο που αποκτά κανείς ένα ποδήλατο ή μια κούκλα.  
 Αποκτήσαμε με το πέρας του χρόνου δεύτερο τρόπο σκέψης. Όχι όμως τόσο πειστικό όπως ο φυσικός μας τρόπος σκέψης, επειδή ο πρώτος μας είναι ολοκληρωτικός και μας περιλαμβάνει ολόκληρους. Είναι δηλαδή ένας τρόπος σκέψης που δεν μερίζεται και δεν δίνει περισσότερο βάρος σε κανένα από τα φυσικά χαρακτηριστικά μας. Περιλαμβάνει τόσο τη λογική, όσο και τη διαίσθηση, τη φαντασία και το ένστικτο,  σε βαθμό αναλογίας εκάστου και σύμφωνα με την κατάσταση. Δηλαδή όλα τα "εργαλεία" μας στην δούλεψή μας, αφού όλα μέσα μας έχουν θέση έχουν και στη ζωή μας θέση.

 Κι αφού απ’ τη σκέψη μας χάθηκαν αυτά τα υγιή αισθήματα απ’ τη σκέψη μας επιστρέφουν. Κι ήταν υγιής εκείνος ο πρώτος τρόπος σκέψης μας επειδή δεν τον σκεφτόμασταν. Απλώς συνέβαινε. Έβγαινε έξω από εμάς κι έτρεχε σαν νερό, χωρίς να του βάζουμε εμπόδιο.  Κι αυτό είναι ό,τι πιο φυσικό, πιο κατάλληλο και πιο δικό μας. Γιατί ό,τι κι αν μάθαμε στην πορεία της ζωής μας… σαν το δικό μας δεν είναι. Ποτέ τόσο πηγαίο, ποτέ τόσο ισχυρό, ποτέ τόσο αναμφισβήτητο. Απλώς γιατί είναι δικό μας, και το δικό μας αμφιβολία δεν έχει. Επειδή δεν το σκεφτόμαστε, αλλά μας έρχεται να το σκεφτούμε. Γι' αυτό είναι πιο κοντά στην ψυχή μας. Κι οι δημιουργικές δυνάμεις είναι της ψυχής μας. Δυνάμεις παραγκωνισμένες και συνήθως αποκλεισμένες απ’ την ίδια μας τη σκέψη.  Δυνάμεις μας σε αχρηστία λόγο της μη χρήσης τους. Από έλλειψη πίστης κι εμπιστοσύνης σ' εμάς.  Επειδή μας θεωρούμε κάτι μικρό και λίγο σε σχέση με το σύμπαν κι όχι το ίδιο το σύμπαν. Έτσι δηλώνουμε το σύμπαν είναι ευφυές αλλά εμείς βλάκες. Και το σύμπαν λέει στις δηλώσεις μας πάντα ναι - κι όταν λέμε όχι συμφωνεί.

 Άσχετα λοιπόν με το μακελειό που επικρατεί συνήθως στο κεφάλι μας περί σωστού και λάθους και τις αντικρουόμενες σκέψεις… η σκέψη μας, η φαντασία μας, είναι οργανωμένα να λειτουργούν μ' έναν τρόπο, που υπερβαίνει τη θέλησή μας. Όμως εμείς υποθέτουμε πως γνωρίζουμε το καλύτερο για εμάς, ενώ εμείς είμαστε το καλύτερο για εμάς. Κι αυτό είναι υπόθεση ακουστική, αποδοχής και παραδοχής, πως Εκείνο ξέρει κι εμείς μόνο μαθαίνουμε. 

 Όμως ο άνθρωπος θέλει να Του βάλει μυαλό. Αντί να ακούει μιλάει. Αντί να γίνεται όλος αυτιά γίνεται όλος στόμα. Αντί να μαθαίνει ξέρει. Κι από αιώνιος μαθητής γίνεται ενός λεπτού δάσκαλος. Κι ενώ κάτι δεν τελειώνει στη στιγμή το τελειώνει. Απλώς δεν σέβεται κι έτσι δεν χαίρει σεβασμού. Και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να σέβεσαι το σύμπαν απ΄τον να σέβεσαι τον εαυτό σου. 



30 Δεκεμβρίου 2016

Προσδοκία







Πρωτοχρονιά κι όλα τα παιδιά κάτι περιμένουν, ένα δώρο
έχω ράψει και εγώ για τον εαυτό μου μια κάλτσα
το δώρο θα τη βρει; δεν ξέρω.
Την κρέμασα στο τζάκι, στην καμινάδα
από κάπου πρέπει να κατεβαίνουν τα πράγματα,
από ένα μυαλό.

Θα μας σκεφτεί κανείς; ποιος ξέρει. Μας σκέφτεται ποτέ κανείς,
ζούμε σε κάποια μνήμη;
Σίγουρα θα ζούμε σε κάποια παρεξηγημένη μνήμη
θα μας τραβούν φωτογραφίες άνθρωποι μέσα απ’ το βλέμμα τους
και θα μας παίρνουν τις νύχτες μαζί τους στο κρεβάτι
θα παλεύουν μαζί μας ή θα μας αγκαλιάζουν·
αν έχουμε κάποια τρυφερότητα.

Θα ζουν μαζί μας με όσα για εμάς υποθέτουν
σίγουρα κάποιοι θα έχουν κρατήσει μια φωτογραφία μας
θα μας θυμούνται μ’ ένα αχ, μ’ ένα βαχ, μ’ ένα αλίμονο
ακόμα και με ελπίδα.
Μπορεί να κάνουν και μαζί μας έρωτα, ποιος ξέρει,
μπορεί τις νύχτες να μας γδύνουν.

Ίσως να μας πεθυμούν, να μας λαχταρούν, να μας ορέγονται
ή απλώς να μας βρίζουν. Μπορεί να τους ξεφύγαμε
μέσα απ’ τα χέρια τους, ή να έχουν κόψει απ’ τη φωτογραφία
το μισό που μας ανήκει και να το έριξαν στη φωτιά
μια νύχτα που παραζεστάθηκαν απ’ το θυμό τους
καίγοντας το δικαίωμα που είχαμε στη ζωή τους, στο σώμα τους,
την πρωτοβουλία τους, ή στην για εμάς άποψή τους.
Ποιος ξέρει αν στη ζωή μας για τους άλλους
δεν πήγαμε τόσο κρίμα.

Θέλω να πω: μας περιλαμβάνει κάποιος στο όνειρό του;
αν όχι τότε που ζούμε;
αν όχι σε κάποιον πόθο.

Θα μας σκεφτεί κανείς φέτος απρόσμενα
θα λάβουμε μια έκπληξη
θα μας περιμένει στη γωνιά μια χαρά
ένα τίναγμα αλόγου
ένα τσίμπημα 
ένα ξάφνιασμα, ένα ααα!
Ένα ωωω!
ένα δεν το περίμενα
ή έστω κάποιος υπολογισμός·

ή μόνο κρατούμε εκείνο το αδύνατο σημείο μας
να το πετύχει κάποιος;

Οι άνθρωποι περίεργα φέρονται
μπορούν να σού δώσουν χίλια πράγματα
μα σπάνια εκείνο που σου λείπει
συνήθως σου προσφέρουν εκείνο που τους λείπει·
γι’ αυτό δεν συμπληρώνονται
επειδή σε θεωρούν για τον εαυτό τους.

Θα μας πει φέτος κανείς, σου έχω ένα δώρο
τον εαυτό μου, άνοιξέ τον
κι αν μας το πει θα βρούμε μέσα στη νύχτα του το φερμουάρ
ή έστω το κουμπί του που ανοίγει
ή θα τον πετάξουμε κι αυτόν σε μια γωνιά
μαζί με το κουτί του
να τον δέρνει η παρεξήγηση.   

Κι αν μας έρθει τυλιγμένος με κορδέλες
θα μας βάλει σ’ εκείνη την κατάσταση να τον ξεδιαλέγουν
και να το ξετυλίγουμε
να δούμε τέλος πάντων αν έχει περιεχόμενο
ή αν εκείνο που χτυπούσε στο αυτί μας μες στο κουτί
ήταν αντί διαμάντι ένα ληγμένο κέρμα.

Τώρα που την κοιτώ, θαρρώ την έραψα μεγάλη την κάλτσα,
μα που να χωρέσει τόση προσδοκία;




29 Δεκεμβρίου 2016

Ο Στόχος










 Μελετώντας αρκετές ιστορίες ανθρώπων βρίσκω κάποια κοινά, πολλά κοινά. Στην πορεία της ζωής τους όχι τόσα, όσα στην κορύφωσή τους, στην κορύφωση της αγωνίας τους, της υπαρξιακής τους αγωνίας.
 Τα κοινά τα βρίσκω στην εσωτερική τους διαδρομή, εξωτερικά μπορεί να είναι τελείως διαφορετική η διαδρομή τους. Όμως μέσα τους, από τις εσωτερικές περιγραφές τους, όσοι απ’ αυτούς τις έγραψαν ή τις είπαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, με γραφή ή τέχνη, με την όποια εκδήλωση κι έκφραση, έχει κανείς την εντύπωση, αν σκύψει πάνω απ’ αυτά τα ζητήματα, πως πρόκειται ουσιαστικά για έναν μόνο άνθρωπο.
 Δηλαδή η προσπάθεια, η ελπίδα, ο αγώνας, η απογοήτευση, ο πόνος, οι υπερβάσεις, οι μάχες, οι νίκες και οι ήττες, ολάκερο το εσωτερικό βάδισμα, ακόμα κι αν τους ανθρώπους τους διέπει μοναδική ψυχολογία και γέννηση, δεν μπορείς παρά να παραδεχθείς την κοινή πορεία. Εξου κι αναγνωριζόμαστε ο ένας απ’ τον άλλον μέσα απ’ τα γραπτά μας. Κι όχι μόνο αναγνωριζόμαστε στην εσωτερική διαδρομή μας, αλλά με μια πιο ενδελεχείς ματιά, γνωρίζουμε και σε πιο σημείο είμαστε. Γιατί στο σημείο που βρισκόμαστε - σε σχέση πάντα με κάτι - έναν εσωτερικό ή εξωτερικό στόχο - μας χαρακτηρίζει πάντα μια συγκεκριμένη έκφραση, ένας συγκεκριμένος τρόπος δηλαδή με ανάλογο περιεχόμενο εσωτερικό, που φτάνει ως το στόμα. Σε κάθε περίοδο λοιπόν την εξέλιξής μας μάς απασχολεί κάτι. Ο μυημένος το βλέπει και ξέρει σε πιο σημείο της ιστορίας του βρίσκεται ο άλλος. Το βλέπει και το αναγνωρίζει απ’ τον εαυτό του. Ξέρει που είναι ο άλλος, στην εσωτερική του διαδρομή, άσχετα με την εξωτερική δραστηριότητα. Όλα αυτά βέβαια για να γίνουν αντιληπτά, χρειάζεται να ακούει κάποιος σε ένα βαθμό κάθε φορά την καρδιά του και να είναι σε επαφή με τον εαυτό του. Τότε ακούει τον παλμό του κόσμου και των ανθρώπων χωριστά.
 Κι ενώ όλοι οι άνθρωποι προσπαθούν τη ζωή τους έξω, η προσπάθεια εσωτερική είναι, έξω απλώς τη μεταφέρουν. Προσπαθούν τη ζωή τους έξω για να τη φέρουν μέσα, την προσπαθούν έξω για να βελτιώσουν το μέσα, το αισθάνομαι. Άλλοι το κάνουν αντίστροφα, την προσπαθούν μέσα για να τη βγάλουν έξω. Την προσπαθούν απ’ την αιτία για να φέρουν το αποτέλεσμα. Άλλοι την προσπαθούν από το αποτέλεσμα για να φέρουν μέσα τους την αιτία.
 Κατά τη γνώμη μου απ’ την αιτία φτιάχνεται το αποτέλεσμα. Σ’ αυτή τη γνώμη είμαι μειοψηφία. Είμαι μειοψηφία δηλαδή σε ό,τι πιο λογικό υπάρχει στον κόσμο, μα διόλου δεν με πειράζει να έχω μόνος δίκιο. Το να πιστεύω δηλαδή πως η αιτία φέρνει το αποτέλεσμα, έναντι ενός εκατομμυρίου ανθρώπων που πιστεύουν, πράττουν και δρουν, πάνω στο αντίθετο... με κάνει απλώς να δείχνω κατανόηση.

 Η εσωτερική διαδρομή λοιπόν - άσχετα με τον εξωτερικό παράγοντα και το πόσο κανείς είναι ικανός να τα συνδυάσει – κατευθύνεται πάντα προς ένα σημείο. Σε άλλους είναι οφθαλμοφανές αυτό σε άλλους όχι. Ολόκληρη όμως η εσωτερική διαδρομή, μαζεύει τον άνθρωπο απ’ την περιφέρειά του, την διασκορπισμένη του δηλαδή συνείδηση και ενέργεια, που είναι αναποτελεσματική μέσα από μια συνθήκη μη ευκρινούς στόχευσης, ή απλώς έλλειψη συγκέντρωσης, ή ακόμα ένα ξέρω δεν ξέρω τι θέλω και παίζω την τυφλόμυγα και το εδώ παπάς εκεί παπάς… και την συγκεντρώνει σε μια δέσμη φωτός, σε μια συγκεκριμένη στοχεύση, σε μια συγκεκριμένη δράση, που σαφώς φέρνει το επιθυμητό αποτέλεσμα. 

 Η εσωτερική λοιπόν προσπάθεια - που συνήθως δεν τη βλέπεις, μα αυτό δεν σημαίνει και πως δεν την αναγνωρίζεις, επειδή αισθαντικά πάντα την αναγνωρίζεις και υπάρχει αναμφισβήτητα εσωτερική όραση, κι αν μπορούσε κανείς να τη δει με τα εξωτερικά του μάτια σίγουρα ο κόσμος μας θα έπαιρνε στη στιγμή το βλέμμα του και τη σημασία του απ’ τον εξωτερικό στόχο και θα τον έριχνε στον εσωτερικό, και θα έβρισκε εκεί όλη τη σημασία της ζωής του αντί μιας φτωχής καριέρας που την επαινούν όμως οι άλλοι…  κι έτσι οι άλλοι γίνονται υπεύθυνοι για εμάς κι εμείς έρμαιά τους… - η εσωτερική λοιπόν προσπάθεια έχει έναν σκοπό. 
 Έναν κατά πολλούς κρυφό σκοπό, κατά άλλους τον φανερότερο. Συνήθως τον λένε σκοπό της ζωής - άλλοι αυτής της ζωής. Άλλοι σκοπό ακόμα και του θανάτου. Σκοπό της ύπαρξης. Αυτός ο δεύτερος σκοπός λοιπόν, που πρώτος είναι, τον εντοπίζουν άμεσα στην ψυχή. Είναι να φτάσει κανείς στο φως και να ενωθεί μαζί του. 
 Πνευματικοί άνθρωποι λένε πως μόνο έτσι τελειώνει ο κύκλος των μετενσαρκώσεων, κι όσοι δεν πιάσουν σε ετούτη τη ζωή αυτόν τον εσωτερικό στόχο, θα επιστρέψουν με μια άλλη ζωή να τον πιάσουν.
  
 Προσωπικά δεν ξέρω απ’ αυτά, ούτε τα επικροτώ ούτε τα απορρίπτω. Άλλωστε για μένα ο κόσμος αποτελείται από αθάνατους. Εφόσον αρνούμενος να σκεφτεί το θάνατο κι αποφεύγοντας τη σκέψη του, ή αποστρεφόμενος τη σκέψη του, θάνατος δεν υπάρχει. Επειδή αν κάτι δεν το σκέφτεσαι δεν υπάρχει. Ετούτος λοιπόν ο παράγοντας συντελεί στη μικρή ζωή. Μόνο με σταθερή επίγνωση του θανάτου ζεις και χαίρεσαι τη ζωή σου. Σε διαφορετική περίπτωση ο θάνατος είναι απλώς ένα ενδεχόμενο. Γιατί να ζήσεις και να χαρείς τη ζωή σου αφού, ίσως πεθάνεις; Έχεις πάντα καιρό.
 Κάθε μέρα λοιπόν συναντώ τη μικρή συμπεριφορά αθανάτων ακόμα και ογδόντα ετών, ακόμα και με το ένα πόδι στον τάφο. Όμως ακόμα κι αυτοί που δεν σκέφτηκαν ποτέ το θάνατο κατά λάθος πεθαίνουν.

 Καταλήγοντας και μαζεύοντας το νόημα του κειμένου:  μελετώντας λοιπόν ανθρώπους και πιστεύοντάς τους... ναι, πιστεύοντάς τους,  σοφούς ανθρώπους που δεν τους φέρνω στα μέτρα μου για να τους καταλάβω όπως συνήθως συμβαίνει και δεν τους απορρίπτω επειδή για κάτι δύσκολο μιλούν… τους βλέπω να μιλούν για μια τιτάνια εσωτερική μάχη. Δεν την παίζει ούτε η τηλεόραση ούτε το ραδιόφωνο. Όμως αυτοί λένε, πως εγώ, εσύ, εμείς, πρέπει να χαθούμε. Και δεν το λένε μεταφορικά μα στην κυριολεξία. Μιλούν για ένα είδος θανάτου που συμβαίνει εν ζωή και λαμβάνει χώρα σε μια στιγμή. Εγώ, εσύ, εμείς, κυριολεκτικά πεθαίνουμε, ό,τι μείνει από εμάς που υπήρξαμε καταλήγει στη μνήμη. Που ακόμα κι αν στη δική μας μνήμη καταλήγει… γίνεται σχεδόν ή απόλυτα, η ζωή που ζήσαμε το παρελθόν ενός άλλου.

 Μιλούν για μια κορυφαία στιγμή της εσωτερικής μας διαδρομής που κάτι μέσα μας σπάζει. Εκρήγνυται, διαλύεται, χάνεται σαν καπνός κι ο κόσμος ανοίγει διάπλατα σαν βεντάλια. Η όραση γίνεται περιφερειακή, η αίσθηση ολική. Ο διαχωρισμός με τους άλλους κι όλα τα πράγματα χάνεται ολοσχερώς. Ο άνθρωπος γίνεται καθαρή συνείδηση και διακρίνει πως όλα τα πράγματα είναι φτιαγμένα απ’ αυτή τη μία καθαρή συνείδηση. Ο κόσμος, από υλικός που ήταν ως τότε, γίνεται ένας κόσμος από συνείδηση.

Αυτό εγώ αποκαλώ στόχο.

Και θα μου επιτρέψετε να πω, άσχετα που τον βλέπουμε, αυτόν η ψυχή μας αποκαλεί στόχο και το ξέρει. Κι όλοι στο βάθος της ψυχής τους το ξέρουν γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Πως αλλιώς; Αφού ο στόχος μας παραμένει η προέλευσή μας και δεν γίνεται διαφορετικά, όμως γίνεται να θέλουμε διαφορετικά. Να θέλουμε δηλαδή διαφορετικά απ΄την ψυχή μας.

Αυτό εγώ αποκαλώ Παραλογισμό.






28 Δεκεμβρίου 2016

Το Πρώτο Δέος








 Εγώ την ιστορία και την περιπέτεια της ζωής μου τα ξέρω εδώ και καιρό. Είναι απλά. Η αρχή είναι και η συνέχεια και η κατάληξη. Είναι η ρίζα όλης της προσδοκώμενης εμπειρίας. Τίποτα περισσότερο τίποτα λιγότερο από μια πρώτη πυκνή εντύπωση για τη ζωή, που σε όλη τη ζωή σου ανοίγεις.

 Ήταν μια αυγουστιάτικη νύχτα με έναστρο μαγικό ουρανό, από κείνες που μόνο στην Ελλάδα τις βλέπεις κι από ένα χωριατόσπιτο τις ατενίζεις.
 Δεν θα είχε παρά μήνες που είχα πάψει να αρκουδίζω και περπατούσα στα πόδια τα δυό. Ήταν το πρώτο τόλμημά μου να βγω έξω. Απ’ τον γνωστό κόσμο έξω. Απ’ τον κόσμο δηλαδή μιάς κάμαρας, που κάμαρα η επερχόμενη συνείδηση την έφτιαχνε, γιατί πριν απ΄αυτό υπήρχε η ομίχλη του βρέφους, ο ασχημάτιστος κόσμος και μια ακαθόριστη μητέρα σκυμμένη από πάνω μου. Μια μητέρα χωρίς μορφή, ωστόσο μητέρα. 

 Με παρατολμία και αυθαιρεσία θα έλεγες, περπάτησα ως το μπαλκόνι έξω. Το έξω από την κάμαρα τότε κι ως το μπαλκόνι, ήταν αχανές, ήταν βήμα στο άγνωστο και το κενό. Γι’ αυτό λέω, παράτολμα θα είναι όλα τα παιδιά που αφήνουν το χέρι μιας μάνας και τα πουλιά που αφήνουν μια φωλιά. Κι αν όχι παράτολμα, ωστόσο κάποιο φόβο και κάποια σιγουριά, κάποια ασφάλεια νικούν, στο ένα βήμα απ΄το γνωστό έξω. 
  
 Ο πατέρας κάθονταν στο πλατύσκαλο, είχε ριγμένα τα δίχτυα του στο κάγκελο και τα μπάλωνε. Η μητέρα καθισμένη σε μια ψάθινη καρέκλα… κεντούσε στο χαμηλό φως της λάμπας το κέντημά της. Το κεντούσε μ' έναν τρόπο, που θα έλεγες πως παράλληλα τακτοποιεί μέσα της αισθήματα. Η γιαγιά, καθισμένη δίπλα σε μια άλλη καρέκλα, με δεμένα τα χέρια στην κοιλιά της, έπλεκε κυκλικά τους αντίχειρες μετρώντας το χρόνο που της απομένει.

 Βγήκα στο μπαλκόνι κι έριξα το βλέμμα στον έναστρο αυγουστιάτικο ουρανό. Ο νυχτερινός ουρανός ήταν σαν απλωμένο κέντημα. Τ' αστέρια σαν φωτεινές τρυπούλες στο μαύρο του. Με μάγεψε. Αρχικά ένιωσα έναν φόβο. Όμως στη στιγμή τον εγκατέλειψα και γύρισε σε σεβασμό ανάμικτο με δέος. Θα το έλεγες αυτό σαν πρωτόγνωρο τόπο νεογνού, που φτιάχνεται μετέπειτα μια γνωστή θρησκευτικότητα. Που έρχεται δηλαδή έτοιμη και πέφτει μέσα της. Μέσα απ’ τη φόρτιση αυτής της συναισθηματικά πρωτόγνωρης κατάστασης, πρόβαλε μια ερώτηση στα χείλη μου, η πρώτη της ζωής μου ερώτηση: «πατέρα, τι είναι θεός;»

 Ο πατέρας σάστισε. Δεν περίμενε την ερώτηση. Τον χτύπησε στο μέτωπο σαν σφυρί και του έσφιξε την καρδιά σαν τανάλια.  Στριφογύρισε αμήχανος στο πλατύσκαλο ψάχνοντας τρόπο να την αποφύγει. Δεν είχε την απάντηση. Και ποιος την έχει; Τα μάτια μου τον κοίταζαν γεμάτα περιέργεια. Αντέδρασε. «Μια σταλιά μπόμπιρας, ακόμα δεν βγήκε απ’ το αυγό του και ρωτάει να μάθει τι είναι θεός», είπε ελαφρά εκνευρισμένος. «Εσένα έμοιασε με τα θρησκευτικά σου γεγονότα!» γύρισε κι είπε στη μητέρα. «Πήρε τη φλέβα σου το παιδί και το μυστήριό σου το άμυαλο μέσα απ’ την κοιλιά σου ακόμα, γιατί θυμάμαι του μιλούσες από σπόρο ακόμα. Καρπός το δέντρο ακολουθεί!», είπε.
«Θεός είναι…» προσπάθησε να πει στη συνέχεια, «...τέλος πάντων μια δύναμη!» Εκστόμισε τελικά και γύρισε στα δίχτυα του.
Η απάντησή του δεν με ικανοποίησε, άλλωστε ποιον θα ικανοποιούσε? ...Και στράφηκα στη μητέρα. «Μητέρα τι είναι θεός;» επανέλαβα.

 Εκείνη με κοίταξε αθώα γεμάτη στοργή με τα μεγάλα της ιπτάμενα μάτια. «Ο θεός είναι μέσα σου, μια μέρα θα τον αναγνωρίσεις στο πρόσωπό σου», μου είπε.
Και πάλι τίποτα δεν κατάλαβα και στράφηκα στη γιαγιά. «Πες μου εσύ γιαγιά τι είναι θεός;». «Δεν ξέρω τώρα παιδάκι μου», είπε εκείνη, «… μα αν περιμένεις λίγο καιρό σίγουρα θα μάθω γιατί πηγαίνω κοντά του και θα έρθω μια νύχτα στον ύπνο σου και το όνειρό σου να σου πω».

 Η γιαγιά μια μέρα έφυγε. Την περίμενα σε όλη την εφηβεία, δεν φάνηκε σε κανέναν ύπνο μου να μου πει. Η ερώτηση πάντα με έκαιγε. Χωρίς απάντηση στοίχειωσε στα σωθικά μου. Μετά, θυμάμαι πως με πήρε ο κόσμος απ’ το χέρι κι άρχισε να με ξεναγεί στην σκληρότητά του. Ξέχασα την ερώτηση και κάπου την έθαψα μαζί με άλλα. Έτρεξα να προλάβω τη ζωή, μια ζωή που έτρεχε μπροστά μου.

 Και κει πάνω που είχα στρώσει μια ζωή κι έλεγα πως ησύχασα από ανάλογα ερωτηματικά... ήρθε η ερώτηση και με βρήκε ξανά, με τραβούσε απ΄το μανίκι να την προσέξω κι άρχισε να ζητά επίμονα απάντηση. Αντί ζωής αυτή τώρα με πήρε απ’ το χέρι κι άρχισε να με σεργιανά σε πρωτόγνωρα μέρη. 
  
 Πέρασε καιρός για να καταλάβω, πως το ζητούμενο δεν ήταν να απαντήσω στην ερώτηση, το ζητούμενο ήταν να φτάσω ξανά σε εκείνο το πρώτο δέος, εκείνο με στιγμάτισε, εκείνο δεν ξέχασα ποτέ. Εκείνο χάραξε τη μνήμη. Να φτάσω για να κρατήσω το δέος και να αφήσω την ερώτηση αναπάντητη, έτσι η ερώτηση απαντιόνταν. 
 Η αισθαντικότητα την υπερκάλυπτε. Αισθαντικότητα μού έλειπε σε όλο το ταξίδι μα εγώ ρωτούσα. Άλλωστε τη ζωή τη ζεις, δεν την απαντάς. Μάλλον καθώς τη ζεις την απαντάς. Η απάντηση στο τί είναι ζωή, είναι ζω. Η απάντηση στο τί είναι θάνατος, είναι πεθαίνω. Η απάντηση στο τί  είναι θεός είναι η ίδια η αισθαντικότητα. Η αισθαντικότητα δεν έχει απάντηση, μόνο ποιότητα. Η ποιότητα της αισθαντικότητας αναλογεί στην αντίληψη του θεού. Ο θεός είναι καλός, στοργικός, τρυφερός, ή σκληρός κι άδικος, μέσα απ’ την ανθρώπινη ψυχή.

 Αν ζεις το μυστήριο δεν σε απασχολεί να μάθεις τί είναι. Είναι αυτό που ζεις, περισσότερη απάντηση δεν έχει.  Νιώθεις το αεράκι στο πρόσωπό σου, τι να πεις για αυτό; τι να εξηγήσεις απ΄αυτό; αν μπεις ανάμεσα στο αεράκι και το πρόσωπό σου και ρωτήσεις τί είναι χάνεις την αίσθηση που σου προκαλεί. Παύεις να το δέχεσαι, είναι σαν να το αρνείσαι. Δεν το αισθάνεσαι, το εξετάζεις. Δεν το έχεις, θέλεις να το βρεις. Κι απομένεις ανικανοποίητος. Θέλεις να αισθάνεσαι μέσα απ΄όσα ξέρεις κι απαγορεύεις τον εαυτό σου να νιώσει ό,τι δεν ξέρεις. Θέλεις να μάθεις για να αισθανθείς. Αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από φόβος να αισθάνεσαι. Δεν είναι τίποτα άλλο απ΄το να κρατάς εσένα και το αίσθημά σου ομήρους, με σκοπό να μάθεις για να μπορέσεις να τα ελευθερώσεις. Δηλαδή να Σε ελευθερώσεις. Δηλαδή σκοπός της μάθησης είναι να νιώσεις, σκοπός της γνώσης είναι η αισθαντικότητα. Αν έχεις την αισθαντικότητα έχεις τη γνώση. Η γνώση σε απελευθερώνει για να μπορέσεις να αισθανθείς σαν πρώτα.

 Μέχρι έναν βαθμό ξέρεις, μα αισθάνεσαι πολλά περισσότερα απ΄όσα ξέρεις. Κι αυτό δεν είναι ικανότητα, είναι το επιτρέπεις. 
Αν το αφήσεις ελεύθερο είναι όλο, όσο ξέρεις και δεν ξέρεις το νιώθεις. Αν το περιορίσεις στο να νιώθεις όσο ξέρεις το στένεψες πολύ, το μάζεψες σε μια γωνιά, το σακάτεψες. 



27 Δεκεμβρίου 2016

Το Κερασάκι της Ύπαρξης






Προσπάθεια και μετά παύση, σιωπή
τα μάτια ανιχνεύουν στο σκοτάδι, αναζητούν καρπό
κρατιούνται από έναν ελάχιστο ενθουσιασμό
μην τα γυρίσει πίσω η απογοήτευση.
Ένας ήχος καμπάνας αμυδρός ακούγεται μακριά
δεν σε φτάνει. Η ύπαρξη πίσω σου γελά.
Δεν τη φτάνεις. Τα χέρια αφήνουν αργά το κάγκελο
του εξώστη. Το παράθυρο μισοκλείνει, η κουρτίνα τραβιέται,
η θέα βυθίζεται μέσα σου.
Ο κόσμος σκοτεινιάζει μέρα μεσημέρι - η ύπαρξη σε καλεί
υπακούς κι ολισθαίνεις. Γυρίζεις πίσω.
Δεν ήσουν έτοιμος. Δεν είχες τη δύναμη να κρατηθείς ψηλά.
Όσο ουρανό κέρδισες τον κατεβάζεις μαζί σου

Την ύπαρξη την κρατά ένας βρόχος.
Τώρα βάζεις δόλωμα κι άλλο ουρανό να πιάσεις. 
Ψηλαφίζεις στα τυφλά να λύσεις το γρίφο.
Τώρα είσαι κάτω. Το αγκάθι σφηνώθηκε
ανάμεσα στα πνευμόνια. Με χειρουργική ακρίβεια
αφαιρείς χρόνο. Η ύπαρξη είναι λεπτή.
Τη διαχωρίζεις απ’ το εγώ. Εγώ εγώ, λες,
αυτή αυτή. Μείνει εκεί όσο χρειαστεί,
η γη έξω συνεχίζει χωρίς εσένα να γυρίζει
εσύ έχεις βυθιστεί στον κύκλο σου
καθώς ανεβαίνεις θα συντονιστείς, θα συγχρονιστείς
με τον παλμό του κόσμου που θα βρεις να σε περιμένει
όσο τον αναγνωρίσεις θα συνταιριάσεις
το εσωτερικό με το εξωτερικό πάντα σε σημεία

Μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει
άλλος χρόνος ο δικός σου
επισκέφτηκες το παρελθόν
τώρα σε τινάζει στο μέλλον·
πίσω υπέρβαση, υπέρβαση μπροστά
συγχρονισμός αλάθητος
όσο υπερέβαλες σε πτώση
θα τη γευθείς σε ανάταση
όσο κατέβηκες σε βάθος
θα το πάρεις σε ύψος·
δεν χάνει στιγμή της καρδιάς το ρολόι

Ο κόσμος σου αθέατος, σιωπηλός
γυρίζει κάτω από σένα
και σε παίρνει μαζί του
σε μια μικρή έκσταση.
Το πράσινο πιο πράσινο έγινε
το γαλάζιο πιο γαλάζιο
ο ήχος πιο καθάριος 
ο λαβύρινθος πιο αποσαφηνισμένος
ο ορισμός σου πιο οριστικός

Υπέπεσες σε μια ακόμα δοκιμασία
την πέρασες κι αυτή
ξεπουπούλιασες ελάχιστα το κτήνος
πάλεψες με τη σκιά 
το φως σου δυναμώνει 
γιατί σημασία έχει ένα μόνο: Άντεξες!
Το αρχαίο δόντι του στο σπλάχνο σου
την καρφίτσα που πληγώνει τη νύχτα σου
αναζήτησες τα μέτρα, τις διαστάσεις σου,
αύξησες χώρο. Πήγες κοντά σ' ένα δέντρο
πλησίασες το νερό που πίνεις
τη γάτα που χαϊδεύεις, το ψωμί που τρως·
πλησίασες το χέρι σου, τη σάρκα σου,
τώρα είσαι κοντύτερα στην ακινησία
πιο σταθερός στη σταθερότητα
ο σκοπός σου παραμένει ένας: να είσαι παρών!
Μα η ζωή ακόμα απομακρύνεται
πηγαίνει και σε περιμένει παρακάτω

Και τώρα, καθώς ανεβαίνεις, παράξενα που είναι έξω
ήσυχα, γαληνεμένα, στωικά τα έφτιαξε η υπομονή σου,
με μια υποψία μόνο που θέλεις να την αγνοείς
πως ο κύκλος δεν έκλεισε
το παράθυρο δεν άνοιξε εντελώς
την κουρτίνα ο άνεμος την τρεμοπαίζει
η θέα χάνεται εμφανίζεται
σύννεφα στον ουρανό εδώ εκεί
η θάλασσα λάδι μα η ύπαρξη
ακόμα μιλά και φέρνει κυματισμούς.
Εσύ ακόμα ακούς - η ζωή συνεχίζεται
ο χρόνος σου ακόμα σε κρατά
η παράδοση είναι ακόμα αδύνατη
τοποθετείς τη μία κάτω απ’ την άλλη τις υποθέσεις σου
κατακόρυφα στο στήθος με σειρά προτεραιότητας

Όμως η ύπαρξη ξανά θα σε καλέσει
ως να μείνει ο λογαριασμός μαζί της
διαπαντός ανοιχτός

Η ύπαρξη είναι κοντά, κρυώνει
φοράει μια σειρά από πουκάμισα
έξω θα γιορτάσουν, θα γιορτάσεις το νέο έτος
μέσα προσπαθείς να γιορτάσεις το νέο έτος σου·
τούρτες πηγαινοέρχονται
πέφτουν όλοι με τα μούτρα να φάνε 
μα ο νους σου εσένα δεν θα πάψει να είναι στραμμένος
στο κερασάκι της ύπαρξης.  






25 Δεκεμβρίου 2016

Άγγελοι












 Μετά φάνηκε ένας άγγελος, κι άλλος ένας, ένα κοπάδι αγγέλων
προχώρα εσύ, του είπαν κι εμείς θα σε προστατεύουμε
κι έφτασε να είναι προστατευμένος από αγγέλους.
Όλο το αόρατο γέμισε απ' αυτούς
κάτι πλάσματα ευαίσθητα και κρυσταλλικά
που τα πίστευες κι εμφανίζονταν.
Η ψυχή μου έχει αγγέλους, σκέφτηκε εκείνος
μόνο εγώ δεν τους πίστευα
μα τώρα που ανακαλύπτω την ψυχή μου
βλέπω πως έχει αγγέλους κι από μένα
περιμένουν μόνο να τους δεχθώ
γι' αυτό στέκουν σε κάποια απόσταση
δεν προχωρούν προς εμένα αν εγώ
δεν προχωρώ προς αυτούς.

Θα ήταν κρίμα να πω δεν τους δέχομαι
θα καταργούσα την ψυχή μου
όσο κι αν μου φανερώνεται μια έντονη αντίδραση
μα και αντίσταση σ’ αυτό
η λογική μου είναι μικρή για να την υπακούσω
κι ο σεβασμός μου γυρίζει στη φαντασία·
ίσως αυτή είναι πιο πραγματική
αφού, και τα πράγματα που δεν υπάρχουν
στα χέρια μου τα πιάνω.

Είναι η μαγεία όλη να επιτρέπεις να τη δεις, σκέφτηκε
να μην φοβάσαι, να ξέρεις πως όλα είσαι εσύ
τότε κι οι άγγελοι δικοί σου είναι
απ’ την ψυχή σου μέσα βγαλμένοι·
κάποιος τους τοποθέτησε εκεί – σκοπό επιτελούν
άφησέ τους μαζί σου να πορεύονται
ετούτο το κύμα της προστασίας που φέρνουν
είναι ανεπανάληπτο·
όπου βρεθείς, όπου σταθείς, άγγελοι σε περιτριγυρίζουν
μια σου σκέψη μόνο μακριά σου τους διώχνει·
μα αυτή τη μια σκέψη, είπε, ας την αποφύγω καλύτερα
γιατί ομορφότερη παρέα δεν θα βρω·
ετούτα τα πλάσματα είναι μοναδικά
αερικά μέσα στο σκοτάδι
και φέγγουν σαν σημαδούρες·
ένας αρχάγγελος τραβά μπροστά στη διοίκησή τους
κι εγώ πόσο ελάχιστα γνωρίζω την ψυχή μου
για να πω αυτά δεν υπάρχουν
αφού και τ’ αληθινά και τα ψεύτικα όμοια
τα φτιάχνει η πίστη μου.
Ας μη φτιάχνω λοιπόν και τόσο τον σπουδαίο
και κάθομαι τώρα δα ν’ απορρίπτω αγγέλους
από έπαρση κι υστεροβουλία - από ρηχή γνώση,
ψεύτικη ελευθερία,
μα κι από φτήνια γιατί είναι απαιτητικοί
ως προς τη συμπεριφορά μου
γιατί πιο ελεύθερος είναι εκείνος
που με τους αγγέλους συνάπτει σχέσεις
και δεν τους καταργεί.

Άλλωστε δεν ζητούν τίποτα από μένα – ούτε να φάνε ούτε να πιουν
να με συνοδεύουν θέλουν μονάχα στο ταξίδι μου
ας τους αφήσω να υπάρχουν στην προσευχή μου
κι ας παραδεχθώ ότι λίγα ξέρω·
αυτό είναι προτιμότερο απ’ την όποια μου απόρριψη.
Άλλωστε, ας βαδίσουμε κατά τη γλύκα μας
κατά τη γλύκα της ψυχή μας
γιατί είναι πικρό ν’ απορρίπτεις αγγέλους
και να τους βάζεις να κλαίνε 
με μια σκέψη και ν’ αποκόπτεσαι
από μια τέτοια ιερή συμμαχία.
Κι ενώ φαίνεται να σου ανοίγει το δρόμο στη ζωή
και την εξυπνάδα, ποιος ξέρει πού σε βγάζει
να είσαι τόσο ισχυρογνώμων
και να πιστεύεις μόνο σε ό,τι πιάνεις
ενώ τ’ άπιαστα κυνηγάς.

Έχει η ψυχή μας αγγέλους, είπε
φαίνεται κάποτε τους σκεπάσαμε κι αυτούς
μαζί μ' εμάς. 

Δεν υπάρχει καμιά εξυπνάδα και καμιά λογική
στο ν' απορρίπτεις αγγέλους
αν το σκεφτείς.
Να θέλουν άγγελοι να είναι μαζί σου, 
με το μέρος σου στο ταξίδι σου,
κι εσύ να μην τους δέχεσαι.

Που είναι το λογικό της υπόθεσης?







Εσωτερικός Δάσκαλος

     Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορε...