01 Δεκεμβρίου 2016

Η Ιστορία του κυρίου Μ.






  Ο κύριος Μ. δεν είχε πιστέψει ποτέ στο Θεό· άλλωστε δεν είχε χρειαστεί κάτι τέτοιο. Δεν είχε ποτέ ιδιαίτερες πνευματικές ανησυχίες κι η ζωή του είχε στραφεί, μόνη της θα το έλεγες, προς τις ανέσεις και τις απολαύσεις. Γόνος κάποιας ξεφτισμένης αριστοκρατικής οικογένειας, δεν είχε χρειαστεί να σκληραγωγηθεί στη ζωή του. Τα είχε βρει, εν ολίγοις, όλα έτοιμα.
 Όμως τώρα τελευταία τα πράγματα είχαν αλλάξει, είχαν αντιστραφεί κι ο κύριος Μ. γνώριζε για πρώτη φορά στη ζωή του την απόγνωση και την απελπισία· ως τώρα μόνο κρυφές ματιές σε λογοτεχνικά κείμενα έριχνε σ’ αυτά τ’ αισθήματα, μα μέσα του δεν τα είχε βιώσει. Τώρα, στου κυρίου Μ. την ψυχή, μια μαύρη άβυσσος ανοίγονταν που γύρευε να τον καταπιεί, δεν του είχε απομείνει πια ούτε δεκάρα κι από φίλος ούτε μισός. 

 Μια μέρα, εκεί που περπατούσε με σκυμμένο το κεφάλι μέσα στον κόσμο, έπεσε πάνω σ' έναν παπά. Ο παπάς, θα έλεγες, πως οσμίστηκε την κατάστασή του κι η μυρουδιά της τον γέμισε σχετικές πληροφορίες. Ο κύριος Μ. δεν μπορούσε παρά να θέλει να σωθεί. Κι ο παπάς, ήταν εδώ, στον κόσμο ετούτο, γι’ αυτή ακριβώς τη δουλειά. Πλησίασε προσεχτικά, απαλά και μ’ ευλάβεια τον κύριο Μ. και του ζήτησε να του ανοίξει την καρδιά του. Ο κύριος Μ. με χαμένο βλέμμα, στην αρχή δεν τον κατάλαβε. Μετά όμως θυμήθηκε, κάτι για σωτηρία, κάτι για έλεος, κάτι για συμπόνια και γι’ ανθρωπιά. Μα ήταν μόνο κάτι, ένα αμυδρό σκίρτημα και τίποτα περισσότερο δεν ήταν.

  Ο παπάς, ο καλός παπάς, δεν τον είδε ως ένα υποψήφιο θύμα του, ή κάτι άλλο σαν απολωλός πρόβατο, ούτε σκέφτηκε τον προσηλυτισμό ούτε δεν τον σκέφτηκε κι ούτε τον άσκησε, ήταν ένας καλός παπάς που δεν γύρευε αυτόεπιβεβαίωση κι επιπλέον, άθελά του, δεν πατούσε σε αδυναμίες και μετρούσε το κήρυγμά του. Θέλησε μόνο να καταλάβει κι αν μπορούσε να βοηθήσει. Όμως η πρώτη ενστικτώδη κίνηση του κυρίου Μ. ήταν αποτρεπτική κι ήταν έντονη αντίδραση. Είδε τον παπά εχθρικά, σαν να γύρευε κάτι από εκείνον, σαν να γύρευε την ίδια την ψυχή του· του γύρισε την πλάτη και τράπηκε σε φυγή· έφτασε σπίτι του λαχανιασμένος.

  Στου κυρίου Μ. τα χείλη, τελευταία, έφτανε καμιά φορά η φράση Θεέ μου. Χωρίς να τη σκεφτεί ή να τής αποδώσει κάποιο νόημα. Κι όχι μόνο έφτανε στα χείλη του μα την εκστόμιζε κιόλας, πολλές φορές συνοδευόμενη μ’ έναν αναστεναγμό. Με δεν την άκουγε όσο κι αν ο ίδιος την πρόφερε κι επιπλέον, δεν σταματούσε η σκέψη του εκεί να εξηγήσει. Έλεγε Θεέ μου και το προσπερνούσε. 
 Όμως τώρα χρειάζονταν εβδομήντα ευρώ κι ένιωθε γι’ αυτό το ποσό το αίσθημα της ζωής ή του θανάτου. Έψαξε στο μυαλό του για πιθανή λύση στο πρόβλημά του και δεν βρήκε ούτε μία. Πήρε ξανά τους δρόμους κρατώντας πεισματικά ετούτη τη σκέψη στο μυαλό του, έπρεπε να γυρίσει πίσω στο σπίτι του με εβδομήντα ευρώ ειδάλλως δεν θα γύριζε, κι ήταν τόσο αποφασισμένος που σε όλη τη διαδρομή  έκλαιγε και χωρίς να το καταλαβαίνει, κρατούσε σφιχτά μέσα στο χέρι του μια μικρή πέτρα. 
 Δεν καταλάβαινε γιατί την κρατά σφιχτά, όμως ένιωθε την ανάγκη να κρατά αυτή τη μικρή πέτρα με όλη τη δύναμή του σφιχτά, κι ήταν το ίδιο σφιχτά και τα σαγόνια του. Στην ουσία, αυτό που έκανε, ήταν να κρατά σφιχτά αυτή τη μία του σκέψη. Πίσω απ’ αυτή τη σκέψη ήταν η προσωρινή του σωτηρία.  Στην ουσία, αυτό που έκανε, ήταν να έχει φτιάξει έναν φίλο και να δυναμώνει την πίστη του, κρατώντας σφιχτά μόνο μια μικρή πέτρα.

 Ο κύριος Μ. περιπλανιόταν στους δρόμους μέχρι που κάποια στιγμή ένιωσε πως ο χρόνος σταμάτησε. Μέσα στην άσφαλτο, μπροστά του, υπήρχε ένα μικρό πορτοφόλι και πιο πέρα, απομακρύνονταν δύο ποδηλάτες. Έσκυψε, πήρε το πορτοφόλι κάπως αδιάφορα κι απομακρύνθηκε με άνετο σταθερό βήμα. Παρακάτω το άνοιξε, είχε μέσα εβδομήντα ευρώ. Η λογική του γύρεψε εξήγηση και κάπου να το αποδώσει. Σίγουρα είχε πέσει από έναν εκ των δύο ανθρώπων που είχαν απομακρυνθεί με τα ποδήλατα. Να τρέξει να τους βρει θα ήταν μάταιο. Μέσα στο πορτοφόλι δεν υπήρχε κανένα στοιχείο. Μόνο εβδομήντα ευρώ. Τότε, είπε, είναι δώρο, ευχαρίστησε και το κράτησε.

 Ο κύριος Μ. υιοθέτησε αυτή τη στάση στη ζωή του. Σιγά σιγά δυνάμωσε την πίστη του, και παρόλο που δεν πλούτισε, διαπίστωνε πως είχε πάντα όσα κι ό,τι χρειάζονταν στη ζωή του.  Το μυαλό του ζητούσε πάντα εξηγήσεις για όσα παράξενα του συνέβαιναν κι είχε βρει έναν τρόπο να το ικανοποιεί και να εξηγεί τα διάφορα περιστατικά που του έφερναν τα απαραίτητα να ζει. Μα έφτασε μια στιγμή, που δεν γνώριζε πια αν κορόιδευε το μυαλό του ή αν κορόιδευε την πίστη του. Επειδή, το ένα μετά το άλλο, παράξενα κι απόκοσμα πάντα περιστατικά, κάλυπταν διαρκώς τις τρέχουσες ανάγκες του. Θα έλεγες πως γύρευαν να τον πείσουν για την πίστη του, θα έλεγες πως γύρευαν να τον πείσουν για την λογική του. Κάπου ανάμεσα στη λογική και την πίστη έζησε καιρό κι η καρδιά του στο μεταξύ δυνάμωσε. Η απόγνωσή του χαμήλωσε κι έσβησε, η απελπισία του τον ξέχασε.  

 Κάποια στιγμή κατάλαβε, πως αυτή η ιστορία, τον έφτιαξε έναν άλλο άνθρωπο. Κι ίσως είχε στόχο απ’ την αρχή εκείνον. Δεν πίστεψε ποτέ σ’ έναν θεό με την θρησκευτική σημασία. Όμως εκεί έξω, τις νύχτες τώρα πια, αφουγκράζονταν, κι ήταν βέβαιος, πως κάποιος και τον άκουγε και τον καταλάβαινε. Από τότε, ο κύριος Μ. δεν ένιωσε ποτέ ξανά μόνος. Κι ήταν παράξενο σαν μερικές νύχτες το συλλογίζονταν, να μην υπάρχει πράγματι θεός, αλλά αυτός να μην αισθάνεται ποτέ μόνος.



Δημοσίευση σχολίου

Ο Χώρος κι ο Χορός

Τελειώνουν τα ψέματα τώρα πρέπει να στρωθούμε στη δουλειά και να ζήσουμε για τον εαυτό μας αρκετά χάσαμε χρόνο ονει...