15 Δεκεμβρίου 2016

Το Εγώ κι η Ύπαρξη






 Μια μέρα, άνοιξη ήταν, καθώς προχωρούσα σ’ έναν δρόμο, πάνω στην αφέλειά μου - γιατί μόνο πάνω στην αφέλεια και την αθωότητα μπορεί αυτό να σου τύχει - μού ξεκουκουλώθηκε η ύπαρξη. Ήταν σαν να έφυγε το καπέλο της και μια αίσθηση ελαφριά. Απόμεινα με μια αισθαντικότητα πολλή όμορφη, χαρούμενη κι ανάλαφρη· ο ήλιος έλαμπε υπέροχα και τα λιθάρια άστραφταν.  Παιδική και ξέγνοιαστη ατμόσφαιρα κι άκουγα τις σκέψεις πού μου έφερνε.

 Κατάλαβα τότε, πως ο πολιτισμός για την ύπαρξη είναι όλος ξένος, ξένο σώμα. Ξένο αίμα. Αναρωτήθηκα τί θέλει η ύπαρξή μου αν χαθώ εγώ.  Και κατάλαβα τότε πως η ύπαρξη δεν θέλει, παρά μόνο μερικά πράγματα χρειάζεται.
 Μού αντιγύρισε απάντηση στην ερώτηση πως χρειάζονταν ελάχιστα πράγματα. Ένα μήλο τη μέρα, ένα πορτοκάλι και να είναι ελεύθερη στους κάμπους να τριγυρίζει. Όμως απ’ την απέναντι πλευρά αυτής της σκέψης και της αίσθησης, ένα τεράστιο βάρος απαιτήσεων ούρλιαζε, κι ούρλιαζε ακριβώς να το δεχθώ ως αλήθεια και να το ασπαστώ. Ένα μεγάλο κύμα απαιτήσεων χτυπούσε με λόγχες βάρβαρες την καρδιά, ένα κύμα απαιτήσεων που με τύφλωνε. Δύο λογιών καμπάνες χτυπούσαν, μία του πολιτισμού μία της ύπαρξης. Τις άκουγα εξίσου καθαρά και τις δυό.

 Η ύπαρξη έλεγε απαρνήσου τα όλα αυτά που ξέρεις, δεν είναι δικά σου, κάντο γιατί θα με σκοτώσεις στο τέλος κάτω από το βάρος αυτών των παράλογων απαιτήσεων. Η άλλη μου φύση, η δεύτερη, του εγώ και του πολιτισμού, έλεγε: πρόσεχε την ύπαρξη και τα λόγια της, είναι γλυκιά, θα σε ξεγυμνώσει, δεν μπορείς να ζήσεις ως ύπαρξη στον κόσμο μας, δεν υπάρχει χώρος γι’ αυτό, δεν έχει υπάρξει μέριμνα για να ζήσει ο άνθρωπος ως φύση κι ύπαρξη στον πολιτισμό. Αν σε κερδίσει η ύπαρξη - με την καθολική ομορφιά της που έχει - τότε μία ζωή σου μένει, η ζωή του Χριστού.  Και στη ζωή του Χριστού όλοι οι κανόνες του Χριστού ταιριάζουν. Και ταιριάζουν άμεσα κι έμπρακτα κάθε μέρα και στην καθημερινότητά της,  όχι υπόγεια το Πάσχα μόνο και τα Χριστούγεννα σαν ύποπτοι κλέφτες συνειδήσεων, τύψεων κι ενοχών. Γιατί η ύπαρξη έχει ακριβώς ξεγυμνώσει απ’ τα σπλάχνα της Χριστό και τον έχει φέρει στην επιφάνεια, δεν τον κρύβει και δεν μαλώνει μαζί του. Η ύπαρξη έχει ξεγυμνώσει απ’ τα σπλάχνα της Παναγιά, δεν την κρύβει και δεν μαλώνει μαζί της. 
 Γιατί με ένα πράγμα μόνο μπορείς να μαλώνεις: με το κρυπτό σου. Με εκείνο που βλέπεις αποκλείεται. Όμως μαλώνεις με το κρυπτό σου επειδή αυτό απ’ την όρασή σου αποκλείεται.

 Η ύπαρξη, σκέφτηκα,  θα σου ζητά διαρκώς να απαλλαγείς και να απαλλαγείς, να ξεφορτώνεσαι, να πετάς τα βάρη στη θάλασσα. Η ύπαρξη είναι σειρήνα και παίζει διαρκώς απ’ το βάθος μια πανέμορφη μουσική, αν την ακολουθήσεις, στο τέλος, θα μείνεις ένα μικρό όμορφο ζωάκι, και που αυτό? Καταμεσής των θηρίων του πολιτισμού. Καταμεσής της ατόφιας βαρβαρότητας. Ποια η τύχη της ύπαρξης σ’ αυτή την κατάσταση? Η ύπαρξη δεν έχει ίχνος πονηριάς, δεν θέλει σχεδόν τίποτα γιατί τα έχει όλα. Και τα έχει όλα γιατί ζει στην πληρότητα. Στην πληρότητα ελάχιστα χωρούν και τα πράγματα ελάχιστη χαρά φέρνουν, η χαρά της ύπαρξης είναι δεδομένη για να περιμένει να χαρεί με το ένα ή το άλλο. Η ύπαρξη δεν χαίρεται, είναι χαρούμενη.

 Τότε κάθισα σε μια πέτρα και ζύγισα τα πράγματα. Δύο ξεκάθαροι δρόμοι ανοίγονταν μπροστά μου. Ο ένας μία παλιά και ξεχασμένη φλέβα που ανακάλυπτα μέσα μου, της μοναχικότητας και του μοναχισμού. Πίστεψα πως όλοι έχουν μια τέτοια φλέβα σκεπασμένη, που μόνο σε ορισμένους φτάνει ν’ αποκαλυφθεί, αφού ενδώσουν σε έναν βαθμό στην απομόνωση και τη φτάσουν να την αγγίξουν και να την αναγνωρίσουν.  Η φλέβα του ν’ απαρνηθείς έναν κόσμο που γνώρισες ολότελα και να προσχωρήσεις σ’ έναν άλλον.
 Είναι το κάλεσμα αυτό γλυκό. Παίρνει όλη την αφοσίωση από έναν τόπο και την ρίχνει σ’ έναν άλλο. Κι είναι γλυκό το κάλεσμα γιατί αυτό που νιώθεις ν’ απαρνιέσαι δεν είναι τίποτα άλλο από μια στοίβα προβλήματα, άγχη, καταναγκασμούς, πόνους, αγωνίες, πρέπει, υποχρεώσεις και πράγματα που απεχθάνεται η φύση της ύπαρξης και το κελάηδημά της. Ένα δηλαδή ολόκληρο μαύρο καράβι καμουφλαρισμένης δυστυχίας που σέρνει κανείς μαζί του στη ζωή. Απ’ την άλλη σε αυτό που νιώθει κανείς ν' αφοσιώνεται είναι καθαρός χρυσός - εξού και το γλυκό κάλεσμα.

 Σ' αυτό το ζύγισμα πρόσεχα την πλάνη και τα κίνητρα που ωθούν σε μια απόφαση, γιατί δεν ήθελα να πάρω μια απόφαση, μόνο επειδή στην άλλη άκρη της ζυγαριάς έπεφτε περισσότερο βάρος. Μπορεί η ορθή απόφαση να ήταν προς τα κει που έπεφτε το βάρος.
 Τότε κατάλαβα μια μέση λύση. Τη λύση του Κοσμοκαλόγερου. Μα ούτε αυτή με ικανοποιούσε. Ήμουν πλασμένος για την κοινωνία και τον πολιτισμό, όταν κατάλαβα αυτό η ύπαρξη σκοτείνιασε και μου γύρισε πλάτη, όμως εγώ έβλεπα ακόμα. Γιατί ούτε η ύπαρξη ήμουν μα κάτι πιο πίσω απ’ αυτήν. Που μπορούσα να βλέπω ως τρίτος όσα παιγνίδια κι αν μου έπαιζε ο εαυτός μου, προσπαθώντας να με πείσει, πως ήμουν το ένα ή το άλλο του πλευρό. 
 Κοίτα, ήμουν πλασμένος μεν για την κοινωνία και τον πολιτισμό, μα δεν ήμουν πλασμένος να ζήσω σε μια κοινωνία κι έναν πολιτισμό που σου αφαιρούν τη ζωή. Τι να το κάνω το δώρων άδωρων; Γι' αυτό είπα: ή θα είναι η ζωή δώρο ή κατάρα. Την κατάρα την εντόπισα ακριβώς στη μέση αυτής της κατάστασης. Να ήταν δώρο δεν με πείραζε, να ήταν άδωρο ούτε, να ήταν δώρο άδωρο όμως ήταν σαν να ήμουν ερωτευμένος χωρίς έρωτα.

 Τότε κατάλαβα πως ήμουν σ’ ένα ξέφωτο αλχημείας και θα έπρεπε να συνταιριάξω πολλά στοιχεία μεταξύ τους σαν επιτήδειος χημικός, σαν αλχημιστής. Έτσι ώστε ούτε να σκουριάσω το χρυσό κι όσο μπορώ τη σκουριά να χρυσώσω. Δεν ήθελα ούτε την ύπαρξη ν’ αδικήσω ούτε τον πολιτισμό κι έπρεπε αυτά τα δύο στοιχεία να τα ζευγαρώσω - όσο το δυνατόν να τα φέρω κοντά να τα φιλιώσω. Γιατί και μέσα στο πολιτισμό έβλεπα όμορφα πράγματα, όμορφα να τα ζει κανείς και να τα χαίρεται. Κι η φύση, που την χαίρονταν η ύπαρξη καθαρά, δεν ήταν μακριά, ένα βήμα απόσταση απ’ τον πολιτισμό. Πάντα κάπου εκεί γύρω υπήρχε ένα δάσος κι ένα ποτάμι να επισκεφτώ, να την αφήσω ελεύθερη να χαρεί και να παίξει, ν’ ανασάνει ελεύθερα και βαθιά.

 Μετά, χωρίς τους άλλους - όσα προβλήματα και να μας έφερναν - δεν έβλεπα να υπάρχει κανενός είδους ζωή. Κι είπα τότε η λύση στο πρόβλημα είναι το δυνατόν ένας τέλειος συνδυασμός. Το αληθινό πρόβλημα στην όλη κατάσταση δεν ήταν ο πολιτισμός, μα ήταν όσος πολιτισμός είχε περάσει μέσα μου κρυφά απ’ την συνείδησή μου.  Ετούτος μόνο πλήγωνε και γεννούσε αντίδραση, ετούτος μόνο ήταν ξένος. Ετούτο τον πολιτισμό δεν τον είχα ποτέ δεχθεί, ήταν άγριος πολιτισμός.
 Κι είπα θα φέρω στην ύπαρξή μου, απ’ την αρχή, όσο πολιτισμό δέχεται κι είναι ικανή ν’ αφομοιώσει. Μπορεί λοιπόν η ύπαρξη ν’ ανοίξει να δεχθεί ένα αυτοκίνητο, μπορεί να πάει κοντά σ’ ένα αυτοκίνητο, ένα σακάκι κι ένα κουστούμι; Η θα είναι πάντα σαν ξένο σώμα στους ώμους της; Η βαθύτερη απάντηση είναι πως η ύπαρξη ποτέ δεν δέχεται ένα κουστούμι ούτε ένα αυτοκίνητο. Δεν τα χρειάζεται, της είναι άγνωστα.  Δεν φωλιάζουν αρμονικά στις πλάτες της. Θέλει να πετάξει από πάνω της ακόμα και το ίχνος της ενδυμασίας.  Η ύπαρξη είναι πρωτόγονη, είναι ακόμα σε εκείνη την κατάσταση της λατρείας, η ύπαρξη ζητά να λατρέψει. Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι ακόμα σε εκείνη την κατάσταση πριν την εικόνα. Και πριν την εικόνα για τον εαυτό της. Η εικόνα για τον εαυτό της είναι εγώ.

 Τότε κατάλαβα κάτι ακόμα, πως το πραγματικό παζάρι, η βαθύτερη αλχημεία κι η μεγαλύτερη τέχνη στη ζωή, είναι να ντύσεις την ύπαρξη μ' ένα όσο το δυνατόν ελαφρύτερο πέπλο, με την πιο ελαφριά κι ανώδυνη σκιά, αυτή είναι πράγματι μια τέχνη όχι για βουτυρόπαιδα. 
 Το βαρύ εγώ, το δυσοίωνο, θα το καταξεσκίσει η ύπαρξη με τα νύχια της για να κοιτάξει από μέσα του. Το εγώ για την ύπαρξη είναι ανυπόφορο. Το ίδιο ανυπόφορη είναι η ύπαρξη για το εγώ. Αυτά τα δύο στοιχεία είναι άγνωστα μεταξύ τους κι είναι μέσα στον ίδιο άνθρωπο. Είναι δύο διαφορετικοί τρόποι αντίληψης και ζωής. 
 Ωστόσο ένα ελαφρύ εγώ, ένα ανάλαφρο, είναι ό,τι χρειάζεται ένας χορευτής. Ένα ανάλαφρο εγώ σημαίνει ένα εγώ με όσο το δυνατόν ελάχιστη σημασία σου. Όταν ξεκολλήσει απ΄το εγώ η σημασία σου την παίρνει η ζωή. Φεύγει από σένα το νόημα και πηγαίνει στη ζωή, η ζωή αποχτά νόημα. Όταν αποσπαστεί από σένα η προσοχή σου την παίρνουν οι άλλοι. 
 Ο άνθρωπος του εγώ, απευθύνεται πάντα στους άλλους, με την προσοχή στραμμένη στον εαυτό του.

 Κανείς ποτέ σε κανέναν δεν μιλά με την προσοχή στραμμένη στον εαυτό μας. 
Δημοσίευση σχολίου

Ο Ταξιδιώτης

...Και μετά, αν ξεκαθαρίσει αρκετά το τοπίο, βλέπεις τη ζωή εντελώς διαφορετικά, τη βλέπεις σαν ένα συνειδητό ταξίδι,...