20 Δεκεμβρίου 2016

Ύπαρξη

  

 Είναι η ζωή πράγματι όμορφη αν αφαιρέσεις όλον τον καλλωπισμό της; ή μήπως είναι μόνο σε στιγμές όμορφη; αν αφαιρέσεις όλη τη φασαρία της είναι όμορφο αυτό πού μένει; ακόμα αν αφαιρέσεις όλο τον εξωτερικό παράγοντα κι όσα φέρνει, ταξίδια, διασκεδάσεις, απολαύσεις, σοκολάτες, τσιγάρα και ποτά, κι αφαιρέσεις ακόμα και το χρόνο, η ύπαρξη ως ύπαρξη, μέσα στο δωμάτιο, τη μοναξιά και την ακίνητη στιγμή, είναι ευχάριστη; Το ζουμί της δηλαδή, η ταυτότητά της. Ως προς το τί είναι φτιαγμένη να είναι.

 Φυσικά ο άνθρωπος, δεν έχει άλλο τρόπο να ζει, παρά να σκέφτεται και να το υποστηρίζει, και να το διαφημίζει μάλιστα, πως η ζωή είναι όμορφη. Δεν έχει άλλο τρόπο να συνεχίσει να ζει έστω κι αν αυτό χρειάζεται προσπάθεια να το πιστέψει πρώτα ο ίδιος. Όμως όμορφη ζωή με άσχημη διάθεση δεν υπάρχει.
 Μα αν σκεφτεί πως η ζωή δεν είναι όμορφη, είναι απαίσια και τραγική, η άποψη της ζωής γι’ αυτόν αμέσως θα πάρει το μέρος του. Είτε σκεφτεί είναι όμορφη είτε άσχημη δίκιο θα έχει. Σκέφτεται λοιπόν είναι όμορφη ακόμα και μέσα στην άσχημη διάθεση, πολλές φορές από μια υποψία πως είναι όμορφη ή από ένα βάδισμα του προς το όμορφη πάει, προς το όμορφη κλίνει. Η ζωή τότε όμορφοφέρνει κι αντιθέτως άσχημοφέρνει κατά τη σκέψη.

 Όμως ας σκεφτούμε πως αυτή η πελαγοδρόμηση τελείωσε. Η προσπάθεια, ακόμα κι ο λόγος που την παρουσιάζει, να είναι όμορφη η ζωή οπωσδήποτε... εξαντλήθηκε. Τότε τι μένει; η αλήθεια.

 Ποια είναι η αλήθεια; υπάρχει κάτι ανάμεσα στο όμορφο και το άσχημο και ποια η ονομασία του; μας έχουν πει για παράδεισο και κόλαση, ακόμα κι οι ελαφρώς μυημένοι, τελικά μέσα τους τα εντοπίζουν και τα δύο αυτά στοιχεία. Θα πρέπει λοιπόν η ζωή, που ακολουθεί πιστά την ψυχή, να είναι κάτι ανάμεσα στην κόλαση και τον παράδεισο. Τον παράδεισο μπορούμε να του δώσουμε κι ένα άλλο όνομα, αυτό της επιθυμίας, και την επιθυμία μπορούμε να την πούμε κόλαση, γιατί γεννά τον πόνο, τον πόνο της επιθυμίας.

 Όμως χωρίς την επιθυμία θέλεις; κι αν δεν θέλεις τι μένει και τι έχεις; χωρίς την επιθυμία δεν θα πρέπει να χάνεται μαζί κι η προσπάθεια; δίχως την προσπάθεια δεν σημαίνει παραίτηση; παραίτηση δεν σημαίνει τέλος της ζωής; υπάρχει κάτι εκεί έξω που να στέκεται όρθιο και ψηλά μόνο του χωρίς τη δική μας προσπάθεια; μπορείς να προχωράς αν δεν βάζεις κάθε τόσο ένα δόλωμα στον ορίζοντα, που σε πιάνει σαν ψάρι και σε σέρνει έξω; και τελικά ο ψαράς που κρύβεται;

 Ακολουθώντας αυτό το συλλογισμό φτάνουμε στη ζωολογία. Εξετάζουμε τον άνθρωπο ως πρώτη ύλη, ως ζώο. Είναι ευτυχισμένα τα ζώα χωρίς τίποτα; είναι ευτυχισμένα τα πουλιά μόνο επειδή πετούν; έτσι φαίνεται. Καμιά φορά που βγάζει λιακάδα το βλέπουμε καθαρά πως είναι ευτυχισμένα και χαρούμενα κι οσονούπω παίζουν.

 Όμως ο άνθρωπος ξέφυγε απ’ το ζώο, πήρε σκέψη - άλλο αν την πήρε στις πλάτες του και στους ώμους του και μοιάζει πολλές φορές να τη φορτώθηκε, σαν βάρος κι όχι σαν χάρισμα και προνόμιο. Η σκέψη - αν το εξετάσεις σύμφωνα με την πρότερη κατάσταση του ανθρώπου, δηλαδή του ζώου - περισσότερο τον επιφόρτισε με δυστυχία παρά με ευτυχία. Την ευτυχία την είχε και την έχασε. Τώρα, αν δεν ικανοποιηθεί η σκέψη του μένει ανικανοποίητος. Τώρα, για να γελάσει θέλει χιούμορ.

 Τα δίχως σκέψη πλάσματα γύρω του, τα δίχως επίγνωση, συνεχίζουν το τραγούδι τους. Ο ίδιος μουγκρίζει και σπάνια βλέπεις έναν άνθρωπο να τραγουδά. Είναι λοιπόν, σαν μαζί με τη σκέψη και την επίγνωσή του, να φορτώθηκε στους ώμους του και σταυρό. Μοιάζει, η κατάσταση της συνείδησης κι επίγνωσης, ετούτη η πνευματική ανύψωση, ξεκάθαρα για πτώση. Επειδή, αν η σκέψη, τον πήρε από μια κατάσταση ευτυχίας και τον έριξε στη δυστυχία, ως ουσία, ως αποτέλεσμα κι αισθαντικότητα, είναι πτώση.

 Τα ζώα κοιμούνται. Δεν έχουν επίγνωση της ύπαρξής τους. Δεν ξέρουν πως ζουν. Η ζωή τους είναι αμιγώς ασυνείδητη. Όμως καθώς ξύπνησε ο άνθρωπος, σταδιακά, μέσα στο ζωικό βασίλειο, τι πρωτοείδε; πως θα ήταν αν μια γάτα αποκτούσε συνείδηση κι επίγνωση του εαυτού της; αν καταλάβαινε πως υπάρχει; 

 Θα κοίταζε γύρω της αρχικά με τρόμο και θα συνειδητοποιούσε το ελάχιστο της ύπαρξής της και της δύναμής της στο απέραντο άγνωστο, και θα μάζευε στην ύπαρξή της σαν σφουγγάρι, θα έκλεινε. Θα της έπαιρνε αιώνες να ξεκαθαρίσει το τοπίο και θα γέμιζε ερωτηματικά. Θα άνοιγε ξανά απαντώντας στα ερωτηματικά. Το να υπάρχεις και να το ξέρεις δεν είναι απλή υπόθεση, χρειάζεται τακτοποίηση. Ναι, υπάρχεις αλλά τι είναι αυτό που υπάρχει; Χρειάζεται απάντηση, χρειάζεται το τί του, το πώς του και το γιατί του.

 Καταλήγουμε λοιπόν, πως η ζωή απ’ τη φύση της, την ουσία της, είναι όμορφη. Πράγμα που το αποδεικνύει, το πως ο άνθρωπος, όσο άσχημη και να καταφέρει ο ίδιος να τη φτιάξει, του είναι τρομερά δύσκολο να τη στερηθεί, να πεθάνει ή απλώς να παραδεχθεί τη δυστυχία του.  Θα έδινε όλα τα υπάρχοντά του, για μερικές ακόμα στιγμές, έστω και δυστυχισμένης ζωής. Γιατί; μα δεν έχει κάτι άλλο. Η απάντηση είναι, καλό ή κακό,  είναι κάτι. Χωρίς αυτό δεν είναι τίποτα, είναι ανυπαρξία. Πώς να γίνει κατανοητή η ανυπαρξία απ’ την ύπαρξη; Πως να της επιτρέψεις να περάσει απ΄την κατάσταση της ύπαρξης στην κατάσταση της ανυπαρξίας; Για να γίνει χρειάζεται να γίνει ως κάτι. Μα η ανυπαρξία δεν είναι ούτε κάτι.

 Μετά, ο άνθρωπος, φαίνεται, πως έχει ένα πλεονέκτημα σε σχέση με τα ζώα, αν το ανακαλύψει. Η ζωή, από τη φύση της, για τα ζώα, σίγουρα κρύβει κινδύνους, παγωνιές, χειμώνες, κρύα και σκληρές συνθήκες. Ο άνθρωπος, λόγο της νόησής του, αυτά μπορεί να τα ελαχιστοποιήσει, έχει το πλεονέκτημα να το κάνει. Όμως η κατάσταση γυρίζει αντίθετα και το πλεονέκτημά του γίνεται μειονέκτημα λόγο κακής χρήσης της σκέψης του - πολλές φορές λόγο μη χρήσης. Έτσι ο άνθρωπος, το χαρισματικό ζώο, φτάνει να πάρει στο σπίτι του μια γάτα για ψυχολογική στήριξη κι αντλεί χαρά απ’ τα  κατοικίδια που την έχουν και ποτέ δεν την έχασαν.

 Που οφείλεται το πρόβλημα; από τη στιγμή που του ανθρώπου του δόθηκε σκέψη, συνείδηση κι επίγνωση, δεν έχει άλλο τρόπο κι άλλο δρόμο, παρά να ζήσει ζωή με καθαρή επίγνωση της ζωής, πράγμα που σημαίνει πρέπει να τη γνωρίσει, που με τη σειρά του σημαίνει πρέπει να μάθει τον εαυτό του, και δεν έχει άλλο τρόπο παρά να ρίξει το βλέμμα μέσα του· όλο αυτό σημαίνει αλήθεια.

 Ο άνθρωπος, παίρνει μια γερή γεύση της ασυνείδητης ζωής του ζώου, στην παιδική του ηλικία, τότε που ελεύθερες οι αισθήσεις επικρατούν κι είναι ζυγισμένος ως προς τα αισθήματα και τον νου. Είναι ανοιχτός, το έξω έρχεται μέσα του το μέσα του φτάνει έξω. Μετά όμως, με την έλευση της επίγνωσης, συμβαίνει εκείνο που θα συνέβαινε σ’ ένα ζώο αν αποχτούσε επίγνωση της ύπαρξής του. Πρέπει δηλαδή, ο κόσμος να του γίνει γνωστός, μέσα από τη γνώση του τί, του πώς και του γιατί.

 Εκεί η κατάσταση μπερδεύεται. Το τί το πώς και το γιατί, μέσα από το θέλω, μπορεί να γίνει όπως θέλω, όπως θέλω να είναι. Όμως δεν είναι όπως θέλει να είναι, είναι όπως είναι πραγματικά.  Έτσι, η μόνη επιλογή που έχει ο άνθρωπος, καθώς μεγαλώνει και περνά απ’ την ασυνείδητη στη συνειδητή ζωή, είναι να κρυφτεί μέσα του, με σκοπό να ανακαλύψει τον κόσμο και να βγει σ' έναν κόσμο γνωστό του. Ένα εσωτερικό ταξίδι δηλαδή γνώσης. Επειδή μη γνωρίζοντας το τί υπάρχει στην ουσία δεν υπάρχει. Μη γνωρίζοντας το γιατί δεν ξέρει το λόγο που ζει. Μην γνωρίζοντας το πώς δεν ξέρει από τί αποτελείται. Το τί το πώς και το γιατί, μπορούν στην πορεία της ζωής να επιφορτιστούν διάφορους λόγους για να συνεχίσει η ζωή. Μια συνηθισμένη απάντηση που παίρνει το γιατί υπάρχει κανείς, είναι για να τρώει και να κάνει σεξ.  Ο άνθρωπος στη ζωή χρειάζεται λόγο ύπαρξης. Ο κυριότερος λόγος ύπαρξης στη ζωή δεν είναι ο εαυτός μα το παιδί.

 Η ασυνείδητη ζωή λοιπόν παίρνει φως και φωτίζεται μέσα από τη συνείδηση και την επίγνωση, μέσα απ’ τη γνώση του τί, του πως και του γιατί. Πράγμα που σημαίνει ένα εσωτερικό παιγνίδι ερώτησης - απάντησης. Το ασυνείδητο γίνεται συνειδητό, η συνείδηση τείνει να κυριαρχεί στο ασυνείδητο, ό,τι κάνεις γνωστό το κατέχεις και το κυβερνάς, του αφαιρείς το τιμόνι και το παίρνεις στα χέρια σου. Ό,τι παραμένει άγνωστο σε κατέχει και σε κυβερνά απ’ το βάθος. Ό,τι φωτίζεις το φέρνεις στο φως και το ελευθερώνεις. Στο βαθμό της γνώσης μας για το υποσυνείδητο υπάρχει ο γνωστός κόσμος.

 Που είναι η παγίδα σε όλο αυτό; Το παιγνίδι ερώτησης - απάντησης δεν έχει τέλος, γίνεται εθιστικό. Εθιστικό το κάνει το φως. Κάθε φορά που μια ερώτηση προβάλει κάτι έχει κρυφτεί, και καθώς έχει κρυφτεί, έχεις κρυφτεί πίσω του. Κάθε φορά που απαντάς μια ερώτηση μέσα σου ένα πουλί ελευθερώνεις, ένα γλυκό αίσθημα νιώθεις, μια νέα συγκίνηση. Κι ένα άλλο πουλί ταυτόχρονα τρέχει πίσω από ένα εμπόδιο να κρυφτεί. Κάθε φορά που απαντάς σε μια ερώτηση βαθαίνεις. Αν την αποφύγεις μένεις κρυμμένος. 

 Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αποφεύγει κανείς την απάντηση στην ερώτηση, ενώ ούτε ένας να μην τεθεί η ερώτηση. Όμως η ίδια η μέριμνα της ζωής κι η ενασχόληση με τα πράγματα... η ίδια η φροντίδα δηλαδή ώστε να ζήσεις... σκεπάζει και χαρίζει την αποφυγή στην ερώτηση γιατί το κάνεις. Έτσι λοιπόν γίνεται υποχρεωτικά κι έχει γεννηθεί ο καταναγκασμός.

 Τώρα, κάθε φορά που λύνεις ένα πρόβλημα μια μικρή ανακούφιση και λύτρωση γεννιέται. Λόγο αυτής της κατάστασης τρέχεις να βάλεις ένα νέο πρόβλημα επειδή διαφορετικά λύτρωση κι ανακούφιση δεν νιώθεις· η μνήμη το κάνει. Προκειμένου να έχεις το ένα ταΐζεις το άλλο, προκειμένου να χαρείς βάζεις λίγο μπελά στον εαυτό σου. Όλο αυτό το παιγνίδι της γλύκας και του καημού σημαίνει ανακάλυψη, αποκάλυψη, του τί είσαι του τί είναι.

 Όμως ξεκίνησα αυτό το κείμενο για ν' απαντήσω στην ερώτηση, αν η ζωή είναι πράγματι όμορφη ή αν όμορφη είναι μόνο η ζωή που δεν ζεις. 
Η ζωή λοιπόν, απ’ την πηγή της, την ουσία της, είναι όμορφη· ο εξωτερικός παράγοντας ασκεί την επιρροή που του δίνεις. Όμως η ζωή φτιάχτηκε έτσι ώστε να συνεχιστεί,

 και τίποτα δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί χωρίς να προσφέρει.

Ας ξανασκεφτεί λοιπόν ο καθένας τί σημαίνει προσφορά. Γιατί χωρίς την προσφορά, η ζωή αποκλείεται να είναι δώρο.




Δημοσίευση σχολίου

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία

 Το βλοκγάκι μάλλον θα κλείσει, όμως μια τελευταία ιστορία προλαβαίνω να τη γράψω, για μια γυναίκα διαφορετική, διαφορετική ω...