22 Δεκεμβρίου 2016

Το Άνοιγμα μιας Τύχης







 Ο Τάσος σηκώθηκε το πρωί και κοίταξε έξω απ’ το παράθυρό του. Χιόνιζε. Έξω στο μπαλκόνι ο γάτος του έγλυφε τη γούνα του και τον περίμενε υπομονετικά. Είχε λίγη τροφή ακόμα γι' αυτόν. Είχε ξοδέψει το τελευταίο του πεντάευρο για να την αγοράσει.
 Έξυσε το κεφάλι του αμήχανος και προσπάθησε να θυμηθεί. Ήταν Χριστούγεννα, μα η ατμόσφαιρα της πόλης δεν το μαρτυρούσε έντονα. Ευτυχώς το χιόνι μαλάκωνε λιγάκι τη σκληρή εποχή.
 Είχε το προαίσθημα πως σήμερα θα του συνέβαινε κάτι καλό· καιρό περίμενε μια καλή είδηση. Σηκώθηκε κι άνοιξε τη μπαλκονόπορτα. Ο γάτος τον κοίταξε απορημένος και πέρασε στον σαλόνι του.
 Εδώ και καιρό κούτσαινε, είχε χτυπήσει το πόδι του σ' έναν γατοκαυγά, διεκδικώντας μια ερωμένη και τον είχε βρει στο δρόμο πληγωμένο να κλαίει. Την ερωμένη πρόλαβε και την άρπαξε άλλος, ένας γάτος πονηρός, επειδή αυτός τη διεκδίκησε με τα μπράτσα του κι εκείνος με το τάμα. Τον μάζεψε από συμπόνια σαν ομοϊδεάτη του και τον φρόντισε.
 Μοναχικός και ζεστός άνθρωπος στην ψυχρή πόλη κάτι του έλειπε πάντα ν’ αγαπά. Άνοιξε κουβέντα με το Βούδα, όπως τον έλεγε, κι άρχισε να τον συμβουλεύει για πολλή ώρα. Του μιλούσε για τους κινδύνους της ζωής και για τις πληρωμές της. Του έλεγε να μην πηγαίνει στους πολέμους χωρίς κράνος και ξίφος και πως τα θηλυκά είναι σκληρά πλάσματα και μαλακά τ' αγόρια. Δεν κατάφερνε να πείσει το γάτο του ούτε τον εαυτό του. Όμως τα έλεγε και στο γάτο του και στον εαυτό του.
  
  Όπως και να είχε σήμερα θα φορούσε τα καλά του ρούχα που τα βρήκε ξυλιασμένα μέσα σ' ένα δωμάτιο. Όμως καθώς τα φορούσε έπαιρναν το σχήμα του σώματός του σαν ζωντανά. Κοιτάχτηκε σ’ έναν καθρέφτη και του φάνηκε όμορφος. Χάρηκε λιγάκι με αυτή τη διαπίστωση και γέμισε αυτοπεποίθηση και κουράγιο. Δεν ήταν εύκολη η ζωή, όμως είχε εκπλήξεις, γιατί μέσα στην τσέπη του παλτού του βρήκε ένα ολόκληρο δεκάευρο. Τώρα του έλειπαν μόνο 9990 ευρώ για να συμπληρώσει το ποσόν που χρειάζονταν.

 Είχε όμως αυτοπεποίθηση, αν κι αυτή δεν τρώγονταν. Όμως ήταν κάτι και δεν το έβαζε κάτω - ίσως γιατί δεν υπήρχε άλλο κάτω. Χαμογέλασε στις σκέψεις του... γυάλισε τα παπούτσια του… και πήρε τους δρόμους.
 Το χιόνι ήταν το πρώτο χιόνι, της γάτας κατά τα λεγόμενα, ονομαζόμενο έτσι επειδή αρκούσε όσο ν’ αφήνει μια γάτα το χνάρι της πάνω του.
 Σήκωσε τους γιακάδες του παλτού του και τράβηξε για ένα καφέ. Στο δρόμο αγόρασε ένα πακέτο τσιγάρα. Αρνούμενος σθεναρά να χάσει την επιπολαιότητά του - ίσα που του έφταναν τα λεφτά για ένα ψωμί, όμως ένιωθε, πως το τελευταίο του όπλο ήταν η αφέλεια.
 Παριστάνοντας έτσι τον ξενυχιασμένο δράκο μπήκε στο καφέ. Μια χαρούμενη σερβιτόρα τον υποδέχτηκε και του ευχήθηκε χρόνια πολλά. Της χαμογέλασε πάντα άνετος δίνοντας την εντύπωση εκατομμυριούχου και παίρνοντας την πόζα ανθρώπου που έχει βαρεθεί τα λεφτά του κι αναζητά νέες συγκινήσεις· τράβηξε απ’ την τσέπη του παλτού ένα βιβλίο κι έκανε πως διαβάζει, προσθέτοντας στην πόζα κι εκείνη την εντύπωση του κουλτουριάρη και του καλλιεργημένου. Εντυπωσιασμένη η σερβιτόρα έφερε τον καφέ κι έστεκε από πάνω του περιμένοντας ένα γερό πουρμπουάρ.
   
 Καταναγκασμένος απ’ τις πόζες του αναγκάστηκε να της δώσει τα λεφτά για το ψωμί, δαγκώνοντας ελαφριά τη γλώσσα σου. Να τον σκεφτεί όμως για κακομοίρη ισοδυναμούσε με θάνατο, γι’ αυτό κι εκείνος προτιμούσε να πεθάνει από πείνα παρά από ανείπωτη κατηγόρια και τον χαμό της αξιοπρέπειας. Τράβηξε κάτι γυαλιά απ’ την τσέπη του, που είχε βρει στο δρόμο κι έκανε πως διαβάζει. Τα γυαλιά θόλωναν τις σελίδες και του έφερναν ζάλη. Όταν άρχισαν όλα γύρω του να γυρίζουν τα έβγαλε χαμογελώντας αθώα. 

 Είδε από μια γωνιά τη σερβιτόρα που πάντα τον πρόσεχε. Εκείνος πρόσεξε το σώμα της, είχε καιρό να βρεθεί με θηλυκό. Μετά θυμήθηκε τον πληγωμένο του γάτο κι ανασκεύασε την ιστορία του. Όμως διψούσε για συντροφιά κι αυτό το αίσθημα τον νίκησε. Αποφάσισε να χρησιμοποιήσει μαζί της το παλιό κόλπο: το που σε ξέρω? Την ερώτηση.

 Ελάχιστο κόσμο είχε το καφέ. Όταν εκείνη πέρασε δίπλα του τον κοίταξε, τότε βρήκε την ευκαιρία και είπε: είσαι η Κατερίνα? είχε διαβάσει τ' όνομά της σ' ένα καρτελάκι που είχε καρφιτσωμένο στο ρούχο της. Εκείνη έδειξε έκπληξη κι όταν τελείωσε το σερβίρισμα του καφέ ήρθε και στάθηκε από πάνω του. "Με ξέρεις από κάπου;" τον ρώτησε. "Από τον Κωνσταντίνο", της απάντησε. Ήταν συνηθισμένο όνομα, σίγουρα θα γνώριζε έναν Κωνσταντίνο.

  Εκείνη προσπάθησε να θυμηθεί και τον κοίταξε τελικά σαν να τον γνώριζε. "Ο Κωνσταντίνος", του είπε τελικά, "είναι παλιά ιστορία". Είχε πέσει διάνα, όλες είχαν έναν Κωνσταντίνο εραστή κάποτε, ήταν ένα ζήτημα πιθανοτήτων κι έμοιαζε ο δικός της Κωνσταντίνος να έχει σημαδέψει τη ζωή της, επειδή του είπε: "σε λιγάκι σχολάω, θέλεις να το συζητήσουμε περισσότερο;" το κόλπο είχε πιάσει. Η σερβιτόρα ήταν σέξι, θερμή κι είχε το στήθος που λάτρευε. Ίσα δηλαδή που ξεχείλιζε το ένα τρίτο του αν το έβαζε σ’ ένα ποτήρι σαμπάνιας. Μα που να βρεθεί σαμπάνια; πόσο μάλλον το ποτήρι της στην καταραμένη του φτώχεια, που του προμήνυε κακά μαντάτα για τη συνέχεια.

 Σίγουρα θα έπρεπε να φύγει μαζί της, όμως για να πάει που ένας αδέκαρος εκατομμυριούχος; και πως να της φερθεί ευγενικά κι αρχοντικά με τρύπιες τσέπες; που η καρδιά του σφάδαζε να την πάει βόλτα μ’ ένα ελικόπτερο που υπήρχε μόνο μέσα στο κεφάλι του, και να τη ρίξει αργά τη νύχτα σ’ ένα κρεβάτι με πουπουλένιο στρώμα. Όμως στο δικό του κρεβάτι είχαν μείνει μόνο οι σούστες. 
 Και πως ο δόλιος ν’ αγοράσει το κρασί που θα τη ζέσταινε και θα την έβγαζε απ’ τα ρούχα της; με τί καρδιά να την χορέψει, που ήδη έπαιρνε σήματα πείνας απ’ το άδειο στομάχι του; Και πως να την πάει σπίτι του που μόνο ο Βούδας το καταδέχονταν;

  Με αυτά τα ερωτηματικά κόντεψε να γίνει ράκος και πάνω που έχανε την αυτοπεποίθησή του μπήκε στο καφέ ο Λ. ένας παλιός του γνωστός που είχε να του μιλήσει μήνες. Όμως απελπισμένος αρπάχτηκε από πάνω του σαν να ήταν θεός που ζητούσε να τον ελεήσει και του ζήτησε ένα εικοσάρικο. Εκείνος τον κοίταξε παράξενα καταλαβαίνοντας πως ήταν στα πρόθυρα κάποιου εσωτερικού θανάτου και τού το έδωσε. Ο Τάσος αναπτερώθηκε, είχε κερδίσει τουλάχιστον χρόνο, κάτι θα σκέφτονταν για τη συνέχεια.

 Η σερβιτόρα άλλαξε τα ρούχα της κι ήρθε κάθισε στο τραπεζάκι του. Εκείνος προσπάθησε να βρει την αυτοκυριαρχία του κι έπιασαν κουβέντα για το φάντασμα του Κωνσταντίνου, που τελικά κατάφερε να τους γνωρίσει. Σε λίγο έφυγαν μαζί απ’ το καφέ σαν κάτι περισσότερο από γνωστοί και φίλοι.
 Η σερβιτόρα τον συμπάθησε. Στο δρόμο, επινοώντας λιγάκι περισσότερο κρύο, ζήτησε να κρατηθεί απ’ το μπράτσο του κι εκείνος το πρόσφερε. Ήταν μια άνετη κοπέλα που ενέδιδε σε ό,τι της άρεσε χωρίς καθυστέρηση κι είχε μαντέψει σ’ αυτόν τον τύπο κάποια καλή καρδιά.
 Άλλωστε δεν είχε πιστέψει ούτε λέξη απ’ όσα της είχε πει και ποτέ δεν είχε εραστή Κωνσταντίνο. Έπαιξε το παιγνίδι του επειδή της άρεσε και τον άφησε να πιστεύει τα δικά του. Ο Τ. μαθητής των θηλυκών ακόμα, έμοιαζε περισσότερο αθώος απ’ τον γάτο του και λιγότερο τραυματισμένος. 

 Είχαν διασχίσει τριακόσια μέτρα όταν ένιωσε αυτή τη ζεστή κι όμορφη γυναίκα… άθελά του να την αγαπά. Τότε τον πλημμύρισαν οι ενοχές κι οι τύψεις, μαζί μ’ ένα αίσθημα να βάλει τα κλάματα και να της αποκαλυφθεί.
 Εκείνη τον ένιωσε και τον κατάλαβε δίπλα της να δυσανασχετεί. "Θέλεις κάτι να μου πεις;" τον ρώτησε. Ο Τ. απάντησε μονολεκτικά: είμαι μπατίρης. Εκείνη τον κοίταξε με συμπάθια. "Τα Χριστούγεννα είναι μια πλούσια γιορτή", του είπε. "Πλούσια για τους πλούσιους φαντάζομαι", είπε εκείνος, "αλλιώς λείπει η αρμονία".
"Σήμερα πληρώθηκα", είπε εκείνη κι έβγαλε απ’ την τσέπη της ένα μασούρι με λεφτά. Ο Τάσος ένιωσε άσχημα, δεν θα καταδέχονταν να ξοδέψει απ’ τα λεφτά της φράγκο. Ήταν άντρας, αρσενικό και μάλιστα κάπως παλαιάς κοπής. Ήθελε τη γυναίκα πριγκίπισσα και τον εαυτό του εργάτη για να νιώθει βασιλιάς. Μα μ’ εκείνη πριγκίπισσα κι αυτόν άφραγκο ένιωθε σκέτος εργάτης χωρίς ίχνος βασιλιά στο αίμα του. Βλαστήμησε μέσα του την κακιά του μοίρα κι ήλπισε πως κάτι θα συνέβαινε και θα γλίτωνε απ’ τις κακότροπες σκέψεις του.

 Μια ιδέα του ήρθε τότε. Ένας άλλος γνωστός του είχε ταβερνάκι, εκεί θα την πήγαινε, είχε μια ελπίδα για βερεσέ. Προκειμένου να χάσει στα μάτια της την υπόληψή του ας την έχανε στα μάτια του γνωστού του. Άλλωστε τη νύχτα σκόπευε να την περάσει μαζί της κι όχι μαζί του.
 Την πήγε στο ταβερνάκι και την ευχαρίστησε στο έπακρο. Ο Τάσος καμάρωνε που είχε δίπλα του μια γυναίκα ευχαριστημένη απ’ τον ίδιο. Η καρδιά του φτερούγιζε. Η πριγκίπισσά του έλαμπε ενθουσιασμένη κι εκείνος ονειρεύονταν την ώρα που θα φιλούσε τα ζεστά χείλη της και θα έπεφτε με τα μούτρα στο ερωτικό κορμί της, να το εξερευνήσει και να το χαρεί πόντο πόντο.

 Η ώρα η καλή έφτασε. Σηκώθηκαν από το τραπέζι και βγήκαν στο δρόμο. Εκείνη κουλουριάσθηκε πάνω του σαν χέλι, και παρόλο που το σώμα της ήταν σφιχτό απ’ το κρύο, την ένιωσε ν' απλώνεται στο δικό του σαν λιωμένο βούτυρο.
 Σε λίγο ήταν στο σπίτι του και τουρτούριζαν, γιατί θέρμανση δεν είχε και τώρα είχε ένα μεγάλο πρόβλημα: το πως να τη γδύσει σ’ ένα κρύο σπίτι.

 Ο Βούδας τους κοίταζε από μια μεριά γεμάτος κατανόηση κι έγλυφε το πληγωμένο του πόδι. Μην καθόλου ζηλεύοντας χωμένος κάτω απ’ την παντοτινή γούνα του, που τη μισούσε λιγάκι μόνο τα καλοκαίρια. Όμως ο Τάσος είχε λύση για όλα κι αν δεν είχε του τη χάριζε ο θεός. Είχε ακόμα εκείνο το εικοσάρικο και πετάχτηκε ως τη γωνιά κι αγόρασε πετρέλαιο. Άναψε τη θερμάστρα κι η ατμόσφαιρα γλυκάθηκε. Σε λίγο συνειδητοποίησε πως πάνω στο κρεβάτι του υπήρχε μια ερωτική γυναίκα και μάλιστα ερεθισμένη ως το κόκαλο. Η σκέψη τον πλημμύρισε σαν καταρράχτης. Ξέχασε όλα του τα προβλήματα και της δόθηκε απεριόριστα.

 Μετά τον έρωτά τους ήταν ευτυχισμένος. "Καλά Χριστούγεννα", της ευχήθηκε. Εκείνη ζάρωσε δίπλα του χαϊδεύοντας τη γούνα του Βούδα. Σκεπτόμενη πως ετούτος ο τύπος, ήταν από καλή πάστα και καλή γενιά, άλλωστε φιλούσε υπέροχα για να τον απορρίψει για μερικές πενταροδεκάρες.
 Κι αποφάσισε, αφού η τύχη του δεν άνοιγε, να του την ανοίξει εκείνη.


Δημοσίευση σχολίου

Σχέση με το Δάσκαλο

     Με ταχτοποιείς μέσα μου, και ξέρω πως το κάνεις, είναι που ζύγισες πρωτύτερα της ψυχής τα ζητούμενα. Είσαι ο πρωτοπόρος ...