23 Δεκεμβρίου 2016

Για την Ελευθερία







 Χωμένη στην αγκαλιά του τη ρωτούσε: τι θέλεις να σου δώσω; την ελευθερία μου, του απαντούσε. Της χαμογελούσε με νόημα, κανείς αγαπημένη δεν έχει σ’ αυτόν τον κόσμο την ελευθερία του, της έλεγε.

 Να κάνεις ό,τι θέλεις, έλεγε εκείνη ψιθυριστά δύο φορές. Μα μπορείς ήδη να κάνεις ό,τι θέλεις, της απαντούσε, ποιος σ' εμποδίζει; η ελευθερία μου, έλεγε εκείνη με παράπονο και προσπαθούσε να πάρει μια ανάσα βαθιά.
 Την ελευθερία που ζητάς δεν έχω να στη δώσω, έλεγε εκείνος. Πάρε όλα τα υπάρχοντά μας και φύγε μακριά μου αν αυτό επιθυμείς, μα την ελευθερία σου, στ’ ορκίζομαι, πάλι δεν θα την βρεις, γιατί δεν είναι εκεί που την ψάχνεις.

 Τι να σημαίνει άραγε; έλεγε εκείνη. Την ξέρεις, γι’ αυτό πονάς, της απαντούσε. Τόσα πράγματα, είμαι περιτριγυρισμένη από τόσα πράγματα και δεν μπορώ ν' ανασάνω, πάρτε μακριά μου όλα αυτά τα πράγματα γι’ αντάλλαγμα την ελευθερία! φώναζε. Και πάλι δεν θα την έχεις ακόμα κι αν το ύστατό σου στερηθείς, της απαντούσε. Ακόμα κι αν όλα τ’ απαρνηθείς και κλειστείς σε μοναστήρι.

 Η ψυχή μου δεν αντέχει, του έλεγε, σφίξε με στην αγκαλιά σου να χαθώ, να περάσω μέσα σου. Η φράση αυτή φανερώνει πως διψάς για ελευθερία, της απαντούσε. Είσαι σίγουρη πως θέλεις να περάσεις και να φτάσεις μέσα μου; μα τότε να το ξέρεις θα χαθείς, γιατί ελευθερία σημαίνει εσύ να χαθείς. Το αντέχεις; Μαζί με μένα θα χαθούν κι όσα είμαι, του έλεγε, αυτό δεν αντέχω: τα όσα είμαι.

 Ελευθερία, της έλεγε, είναι ο θάνατος αγάπη μου, όμως υπάρχει κι άλλη μια ελευθερία, σαν αίσθηση, ένας ελάχιστος δεσμός με τη γη και το σώμα, μια σχέση με τη ζωή από άρωμα. Όμως κι αυτόν τον ελάχιστο δεσμό, όσοι τον πλησίασαν, αβάσταχτος ήταν. Πάντα διψούσαν, τους κυρίευε μια δίψα για περισσότερη ελευθερία και τελικά έβρισκαν έναν τρόπο να πεθάνουν. Έχεις εκείνη την ψυχή που ποθεί και την πλαντάζει η ελευθερία; και τι είσαι ικανή να δώσεις γι’ αυτήν αντάλλαγμα; θα πρέπει να είσαι κάθε στιγμή έτοιμη να πεθάνεις - ή να αγαπήσεις στο έπακρο - το ίδιο είναι. Που θέλεις να φτάσεις; τι θέλεις τα μάτια σου να δουν; πόσα αντέχουν και ποια η σχέση σου με τη δύναμη; η γνώση σου για την ουσία.  Ξέρεις τι ζητάς; ξέρεις τι σημαίνει ελευθερία; ούτε να τη σκεφτείς δεν μπορείς ούτε να την ονειρευτείς.

 Θέλω να φτάσω ψηλά, έλεγε εκείνη, να τα δω όλα κι ό,τι υπάρχει πίσω απ’ το όλα. Θέλω να γκρεμίσω όλα τα σύνορα. Θέλω να περνώ απ’ το ένα σώμα μου στο άλλο με μια σκέψη. Θέλω τα πάντα και λιγάκι περισσότερα. Θέλω να ζήσω ψηλότερα απ’ τον εαυτό μου.  Θέλω το ατένισμα, το τέντωμα και τον έναστρο ουρανό δικά μου. Το πάθος, σε μένα, του έλεγε, είναι κυρίαρχο κι η ψύχη μου καίγεται απ’ τον πόθο της για ελευθερία.

 Εκείνος έλεγε: μα αυτά αγάπη μου, σίγουρα δεν αρκούν. Αυτά, για να συναντήσεις την ελευθερία θα τ’ αφήσεις πίσω σου, αυτά είναι μόνο οχήματα να την αγγίξεις, μαζί σου θα πάρεις μόνο έναν κρίνο. Μα θα πρέπει να ξεπερνάς ξανά και ξανά τον εαυτό σου, εκατοντάδες φορές μόνο για να πάρεις μια μυρουδιά της, γιατί την ελευθερία με την ανάσα σου την πιάνεις. Το μέγιστό σου βάθος. Την ελπίδα σου θα ξεχάσεις, το φόβο σου θ' απαρνηθείς, η απελπισία σου θα σ' εγκαταλείψει, ολοκληρωτικά θα παραδοθείς, τελειωτικά θα σωπάσεις κι η συνείδησή σου θα κυριαρχήσει στην ύπαρξή σου.

 Εκείνη έλεγε: μου κόβεται η ανάσα απ’ τον ίλιγγο της περιγραφής σου. Δεν γεννήθηκα γι’ αυτή τη ζωή, ποτέ δεν την επέλεξα, δεν είμαι πλασμένη γι’ αυτή τη ζωή!
Θέλω μ’ ένα σάλτο να τιναχτώ ως τ' αστέρια κι εκεί να μείνω. Μα άφησέ με τώρα να κρατηθώ λιγάκι απ’ τα μάτια σου γιατί στα άδυτα γλιστρώ. 

Εκείνος έλεγε: η ελευθερία αγάπη μου κοστίζει ακριβά και δεν μπορείς να την αγοράσεις. Δεν μπορείς ούτε να τη χάσεις ούτε να σκλαβωθείς, γιατί η ψυχή σου είναι ελεύθερη κι εσύ πρέπει να περάσεις και σ΄αυτήν να φτάσεις.
Θέλω την ελευθερία μου, έλεγε εκείνη και χτυπούσε με τις γροθιές της το μαξιλάρι, εσύ το ξέρεις, του έλεγε, πως υπομένω.

Αγάπη μου, της έλεγε καθησυχαστικά, υπάρχουν τ’ ανθρώπινα, τα πανανθρώπινα, τα άλματα κι ο αιώνιος των ανθρώπων θρήνος. Εσύ που βρίσκεσαι; Θα πρέπει ν’ ασκήσεις ως και την τελευταία σου ρανίδα το κουράγιο σου, να κρατηθείς και να κρατιέσαι στη ζωή μόνο από μια αίσθηση αγωνίας και να κόβεις δεσμούς με τη θάλασσα. Ζητάς το ανεπανάληπτο, την αθανασία και την αιωνιότητα, κι ενώ είσαι άνθρακας θέλεις να καείς, γιατί στην ελευθερία σου μένει από σένα ο καπνός σου μονάχα κι οι άνθρωποι είναι αρκετοί, γι’ αυτό δεν την επιδιώκουν. Όμως εσύ; ποια σκλαβωμένη μάνα εσένα σε γέννησε κι έτσι μιλάς;

 Εκείνη έλεγε: θέλω να δοκιμάσω, θέλω να ατενίσω, θέλω να εκτιναχτώ και την ψυχή μου να δω στα μάτια όλων των ανθρώπων.

 Εκείνος της έλεγε: αγάπη μου μη φρονιμεύεις και μη διστάζεις, όλα αυτά που λες υπάρχουν και στο εκατονταπλάσιο, μα την ελευθερία σου στ’ ομολογώ, πως δεν μπορείς να τη σκεφτείς. Μόνο η ψυχή σου μπορεί εκεί να φτάσει. Κι αν η ψυχή σου φλέγεται γι’ αυτήν καθόλου μην ανησυχείς, μέσα απ’ όλα τα εμπόδια θα περάσει και θα την αγγίξει. Γιατί θα πρέπει να ξέρουμε για τί πράγμα μιλούμε, και σου ορκίζομαι πως τώρα δεν ξέρουμε. Γιατί στο δρόμο για την ελευθερία πάντα έχει άλλο τόσο. Πιάσε φιλίες με το θάνατο κι είσαι στο δρόμο το σωστό.

 Εκείνη έλεγε: θέλω να βάλω με τον εαυτό μου στοίχημα πόση μοναξιά αντέχω.
Εκείνος έλεγε: αν την αντέξεις όλη θα διαπιστώσεις πως δεν υπάρχει μοναξιά.
Κι όμως, έλεγε εκείνη, η ψυχή μου κάποιες νύχτες μου δίνει κάποιες δόσεις τόσο ισχυρές από χρώμα, ικανές να συνεχίζω.

 Είσαι πλασμένη να φτάσεις εκεί που πηγαίνεις αγάπη μου, της έλεγε εκείνος και θα φτάσεις. Για την ψυχή σου ο κύβος ερρίφθη, εσύ δεν ξέρω πόσο απέχεις ακόμα από σένα και μαζί σου να ζεις.

Εκείνη έλεγε, τι είναι αυτό; Το σώμα μου και το ‘πιανε σαν ξένο.
Κι εκείνος της έλεγε: είναι το πιο δικό σου.

Εγώ; τι είμαι εγώ; έλεγε εκείνη.
Θα μάθεις, της έλεγε.
Θα μάθω τί?
Πως κι αυτό, και το άλλο, θα περάσουν.



Δημοσίευση σχολίου

Οι Θέσεις της Καρδιάς

Καμιά φορά τους πιέζουμε όλους προς τα έξω ανοίγοντας το χώρο μας και το αισθανόμαστε Όμως το χρειαζόμαστε το ...