28 Δεκεμβρίου 2016

Το Πρώτο Δέος








 Εγώ την ιστορία και την περιπέτεια της ζωής μου τα ξέρω εδώ και καιρό. Είναι απλά. Η αρχή είναι και η συνέχεια και η κατάληξη. Είναι η ρίζα όλης της προσδοκώμενης εμπειρίας. Τίποτα περισσότερο τίποτα λιγότερο από μια πρώτη πυκνή εντύπωση για τη ζωή, που σε όλη τη ζωή σου ανοίγεις.

 Ήταν μια αυγουστιάτικη νύχτα με έναστρο μαγικό ουρανό, από κείνες που μόνο στην Ελλάδα τις βλέπεις κι από ένα χωριατόσπιτο τις ατενίζεις.
 Δεν θα είχε παρά μήνες που είχα πάψει να αρκουδίζω και περπατούσα στα πόδια τα δυό. Ήταν το πρώτο τόλμημά μου να βγω έξω. Απ’ τον γνωστό κόσμο έξω. Απ’ τον κόσμο δηλαδή μιάς κάμαρας, που κάμαρα η επερχόμενη συνείδηση την έφτιαχνε, γιατί πριν απ΄αυτό υπήρχε η ομίχλη του βρέφους, ο ασχημάτιστος κόσμος και μια ακαθόριστη μητέρα σκυμμένη από πάνω μου. Μια μητέρα χωρίς μορφή, ωστόσο μητέρα. 

 Με παρατολμία και αυθαιρεσία θα έλεγες, περπάτησα ως το μπαλκόνι έξω. Το έξω από την κάμαρα τότε κι ως το μπαλκόνι, ήταν αχανές, ήταν βήμα στο άγνωστο και το κενό. Γι’ αυτό λέω, παράτολμα θα είναι όλα τα παιδιά που αφήνουν το χέρι μιας μάνας και τα πουλιά που αφήνουν μια φωλιά. Κι αν όχι παράτολμα, ωστόσο κάποιο φόβο και κάποια σιγουριά, κάποια ασφάλεια νικούν, στο ένα βήμα απ΄το γνωστό έξω. 
  
 Ο πατέρας κάθονταν στο πλατύσκαλο, είχε ριγμένα τα δίχτυα του στο κάγκελο και τα μπάλωνε. Η μητέρα καθισμένη σε μια ψάθινη καρέκλα… κεντούσε στο χαμηλό φως της λάμπας το κέντημά της. Το κεντούσε μ' έναν τρόπο, που θα έλεγες πως παράλληλα τακτοποιεί μέσα της αισθήματα. Η γιαγιά, καθισμένη δίπλα σε μια άλλη καρέκλα, με δεμένα τα χέρια στην κοιλιά της, έπλεκε κυκλικά τους αντίχειρες μετρώντας το χρόνο που της απομένει.

 Βγήκα στο μπαλκόνι κι έριξα το βλέμμα στον έναστρο αυγουστιάτικο ουρανό. Ο νυχτερινός ουρανός ήταν σαν απλωμένο κέντημα. Τ' αστέρια σαν φωτεινές τρυπούλες στο μαύρο του. Με μάγεψε. Αρχικά ένιωσα έναν φόβο. Όμως στη στιγμή τον εγκατέλειψα και γύρισε σε σεβασμό ανάμικτο με δέος. Θα το έλεγες αυτό σαν πρωτόγνωρο τόπο νεογνού, που φτιάχνεται μετέπειτα μια γνωστή θρησκευτικότητα. Που έρχεται δηλαδή έτοιμη και πέφτει μέσα της. Μέσα απ’ τη φόρτιση αυτής της συναισθηματικά πρωτόγνωρης κατάστασης, πρόβαλε μια ερώτηση στα χείλη μου, η πρώτη της ζωής μου ερώτηση: «πατέρα, τι είναι θεός;»

 Ο πατέρας σάστισε. Δεν περίμενε την ερώτηση. Τον χτύπησε στο μέτωπο σαν σφυρί και του έσφιξε την καρδιά σαν τανάλια.  Στριφογύρισε αμήχανος στο πλατύσκαλο ψάχνοντας τρόπο να την αποφύγει. Δεν είχε την απάντηση. Και ποιος την έχει; Τα μάτια μου τον κοίταζαν γεμάτα περιέργεια. Αντέδρασε. «Μια σταλιά μπόμπιρας, ακόμα δεν βγήκε απ’ το αυγό του και ρωτάει να μάθει τι είναι θεός», είπε ελαφρά εκνευρισμένος. «Εσένα έμοιασε με τα θρησκευτικά σου γεγονότα!» γύρισε κι είπε στη μητέρα. «Πήρε τη φλέβα σου το παιδί και το μυστήριό σου το άμυαλο μέσα απ’ την κοιλιά σου ακόμα, γιατί θυμάμαι του μιλούσες από σπόρο ακόμα. Καρπός το δέντρο ακολουθεί!», είπε.
«Θεός είναι…» προσπάθησε να πει στη συνέχεια, «...τέλος πάντων μια δύναμη!» Εκστόμισε τελικά και γύρισε στα δίχτυα του.
Η απάντησή του δεν με ικανοποίησε, άλλωστε ποιον θα ικανοποιούσε? ...Και στράφηκα στη μητέρα. «Μητέρα τι είναι θεός;» επανέλαβα.

 Εκείνη με κοίταξε αθώα γεμάτη στοργή με τα μεγάλα της ιπτάμενα μάτια. «Ο θεός είναι μέσα σου, μια μέρα θα τον αναγνωρίσεις στο πρόσωπό σου», μου είπε.
Και πάλι τίποτα δεν κατάλαβα και στράφηκα στη γιαγιά. «Πες μου εσύ γιαγιά τι είναι θεός;». «Δεν ξέρω τώρα παιδάκι μου», είπε εκείνη, «… μα αν περιμένεις λίγο καιρό σίγουρα θα μάθω γιατί πηγαίνω κοντά του και θα έρθω μια νύχτα στον ύπνο σου και το όνειρό σου να σου πω».

 Η γιαγιά μια μέρα έφυγε. Την περίμενα σε όλη την εφηβεία, δεν φάνηκε σε κανέναν ύπνο μου να μου πει. Η ερώτηση πάντα με έκαιγε. Χωρίς απάντηση στοίχειωσε στα σωθικά μου. Μετά, θυμάμαι πως με πήρε ο κόσμος απ’ το χέρι κι άρχισε να με ξεναγεί στην σκληρότητά του. Ξέχασα την ερώτηση και κάπου την έθαψα μαζί με άλλα. Έτρεξα να προλάβω τη ζωή, μια ζωή που έτρεχε μπροστά μου.

 Και κει πάνω που είχα στρώσει μια ζωή κι έλεγα πως ησύχασα από ανάλογα ερωτηματικά... ήρθε η ερώτηση και με βρήκε ξανά, με τραβούσε απ΄το μανίκι να την προσέξω κι άρχισε να ζητά επίμονα απάντηση. Αντί ζωής αυτή τώρα με πήρε απ’ το χέρι κι άρχισε να με σεργιανά σε πρωτόγνωρα μέρη. 
  
 Πέρασε καιρός για να καταλάβω, πως το ζητούμενο δεν ήταν να απαντήσω στην ερώτηση, το ζητούμενο ήταν να φτάσω ξανά σε εκείνο το πρώτο δέος, εκείνο με στιγμάτισε, εκείνο δεν ξέχασα ποτέ. Εκείνο χάραξε τη μνήμη. Να φτάσω για να κρατήσω το δέος και να αφήσω την ερώτηση αναπάντητη, έτσι η ερώτηση απαντιόνταν. 
 Η αισθαντικότητα την υπερκάλυπτε. Αισθαντικότητα μού έλειπε σε όλο το ταξίδι μα εγώ ρωτούσα. Άλλωστε τη ζωή τη ζεις, δεν την απαντάς. Μάλλον καθώς τη ζεις την απαντάς. Η απάντηση στο τί είναι ζωή, είναι ζω. Η απάντηση στο τί είναι θάνατος, είναι πεθαίνω. Η απάντηση στο τί  είναι θεός είναι η ίδια η αισθαντικότητα. Η αισθαντικότητα δεν έχει απάντηση, μόνο ποιότητα. Η ποιότητα της αισθαντικότητας αναλογεί στην αντίληψη του θεού. Ο θεός είναι καλός, στοργικός, τρυφερός, ή σκληρός κι άδικος, μέσα απ’ την ανθρώπινη ψυχή.

 Αν ζεις το μυστήριο δεν σε απασχολεί να μάθεις τί είναι. Είναι αυτό που ζεις, περισσότερη απάντηση δεν έχει.  Νιώθεις το αεράκι στο πρόσωπό σου, τι να πεις για αυτό; τι να εξηγήσεις απ΄αυτό; αν μπεις ανάμεσα στο αεράκι και το πρόσωπό σου και ρωτήσεις τί είναι χάνεις την αίσθηση που σου προκαλεί. Παύεις να το δέχεσαι, είναι σαν να το αρνείσαι. Δεν το αισθάνεσαι, το εξετάζεις. Δεν το έχεις, θέλεις να το βρεις. Κι απομένεις ανικανοποίητος. Θέλεις να αισθάνεσαι μέσα απ΄όσα ξέρεις κι απαγορεύεις τον εαυτό σου να νιώσει ό,τι δεν ξέρεις. Θέλεις να μάθεις για να αισθανθείς. Αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από φόβος να αισθάνεσαι. Δεν είναι τίποτα άλλο απ΄το να κρατάς εσένα και το αίσθημά σου ομήρους, με σκοπό να μάθεις για να μπορέσεις να τα ελευθερώσεις. Δηλαδή να Σε ελευθερώσεις. Δηλαδή σκοπός της μάθησης είναι να νιώσεις, σκοπός της γνώσης είναι η αισθαντικότητα. Αν έχεις την αισθαντικότητα έχεις τη γνώση. Η γνώση σε απελευθερώνει για να μπορέσεις να αισθανθείς σαν πρώτα.

 Μέχρι έναν βαθμό ξέρεις, μα αισθάνεσαι πολλά περισσότερα απ΄όσα ξέρεις. Κι αυτό δεν είναι ικανότητα, είναι το επιτρέπεις. 
Αν το αφήσεις ελεύθερο είναι όλο, όσο ξέρεις και δεν ξέρεις το νιώθεις. Αν το περιορίσεις στο να νιώθεις όσο ξέρεις το στένεψες πολύ, το μάζεψες σε μια γωνιά, το σακάτεψες. 



Δημοσίευση σχολίου

Το Πλήθος των Μοναχικών

Υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίζονται μες στους ανθρώπους φέρνουν στα μάτια τους το φως προσπαθούν αλη...