30 Δεκεμβρίου 2016

Προσδοκία







Πρωτοχρονιά κι όλα τα παιδιά κάτι περιμένουν, ένα δώρο
έχω ράψει και εγώ για τον εαυτό μου μια κάλτσα
το δώρο θα τη βρει; δεν ξέρω.
Την κρέμασα στο τζάκι, στην καμινάδα
από κάπου πρέπει να κατεβαίνουν τα πράγματα,
από ένα μυαλό.

Θα μας σκεφτεί κανείς; ποιος ξέρει. Μας σκέφτεται ποτέ κανείς,
ζούμε σε κάποια μνήμη;
Σίγουρα θα ζούμε σε κάποια παρεξηγημένη μνήμη
θα μας τραβούν φωτογραφίες άνθρωποι μέσα απ’ το βλέμμα τους
και θα μας παίρνουν τις νύχτες μαζί τους στο κρεβάτι
θα παλεύουν μαζί μας ή θα μας αγκαλιάζουν·
αν έχουμε κάποια τρυφερότητα.

Θα ζουν μαζί μας με όσα για εμάς υποθέτουν
σίγουρα κάποιοι θα έχουν κρατήσει μια φωτογραφία μας
θα μας θυμούνται μ’ ένα αχ, μ’ ένα βαχ, μ’ ένα αλίμονο
ακόμα και με ελπίδα.
Μπορεί να κάνουν και μαζί μας έρωτα, ποιος ξέρει,
μπορεί τις νύχτες να μας γδύνουν.

Ίσως να μας πεθυμούν, να μας λαχταρούν, να μας ορέγονται
ή απλώς να μας βρίζουν. Μπορεί να τους ξεφύγαμε
μέσα απ’ τα χέρια τους, ή να έχουν κόψει απ’ τη φωτογραφία
το μισό που μας ανήκει και να το έριξαν στη φωτιά
μια νύχτα που παραζεστάθηκαν απ’ το θυμό τους
καίγοντας το δικαίωμα που είχαμε στη ζωή τους, στο σώμα τους,
την πρωτοβουλία τους, ή στην για εμάς άποψή τους.
Ποιος ξέρει αν στη ζωή μας για τους άλλους
δεν πήγαμε τόσο κρίμα.

Θέλω να πω: μας περιλαμβάνει κάποιος στο όνειρό του;
αν όχι τότε που ζούμε;
αν όχι σε κάποιον πόθο.

Θα μας σκεφτεί κανείς φέτος απρόσμενα
θα λάβουμε μια έκπληξη
θα μας περιμένει στη γωνιά μια χαρά
ένα τίναγμα αλόγου
ένα τσίμπημα 
ένα ξάφνιασμα, ένα ααα!
Ένα ωωω!
ένα δεν το περίμενα
ή έστω κάποιος υπολογισμός·

ή μόνο κρατούμε εκείνο το αδύνατο σημείο μας
να το πετύχει κάποιος;

Οι άνθρωποι περίεργα φέρονται
μπορούν να σού δώσουν χίλια πράγματα
μα σπάνια εκείνο που σου λείπει
συνήθως σου προσφέρουν εκείνο που τους λείπει·
γι’ αυτό δεν συμπληρώνονται
επειδή σε θεωρούν για τον εαυτό τους.

Θα μας πει φέτος κανείς, σου έχω ένα δώρο
τον εαυτό μου, άνοιξέ τον
κι αν μας το πει θα βρούμε μέσα στη νύχτα του το φερμουάρ
ή έστω το κουμπί του που ανοίγει
ή θα τον πετάξουμε κι αυτόν σε μια γωνιά
μαζί με το κουτί του
να τον δέρνει η παρεξήγηση.   

Κι αν μας έρθει τυλιγμένος με κορδέλες
θα μας βάλει σ’ εκείνη την κατάσταση να τον ξεδιαλέγουν
και να το ξετυλίγουμε
να δούμε τέλος πάντων αν έχει περιεχόμενο
ή αν εκείνο που χτυπούσε στο αυτί μας μες στο κουτί
ήταν αντί διαμάντι ένα ληγμένο κέρμα.

Τώρα που την κοιτώ, θαρρώ την έραψα μεγάλη την κάλτσα,
μα που να χωρέσει τόση προσδοκία;




Δημοσίευση σχολίου

Η Μοίρα των Ζωγράφων

Υπάρχει μια μοίρα όταν γράφεις να στρέφεσαι προς τα μέσα είναι η μοίρα της απομόνωσης αν αντιστέκεσαι σ’ αυτή...