31 Δεκεμβρίου 2016

Ιστορίες Θαυμάτων






  
 Να αλλάξει ο χρόνος ή να σταματήσει ο χρόνος; ιδού η απορία.
Με την αλλαγή του χρόνου προσωπικά θα περιγράψω μερικά θαύματα. Τρία στον αριθμό.
 Μια φορά ήθελα κάτι πολύ. Και το ήθελα πολύ. Αυτό. Κι ήθελα μόνο αυτό και τίποτα άλλο δεν ήθελα. Το σκεφτόμουνα πολύ και σκεφτόμουνα μόνο αυτό. Όσο μπορούσα μόνο αυτό και τίποτα άλλο. Κι αυτό που σκεφτόμουνα τόσο πολύ με κέρδιζε ολόκληρο και δεν μου άφηνε περιθώριο να μην το θέλω. Και κει που το σκεφτόμουνα τόσο πολύ... μια μέρα ένιωσα σαν να το είχα, χωρίς να το έχω, μα καμιά διαφορά αισθαντική δεν είχε.
 Ησύχασα. Γαλήνεψα. Γιατί ως τότε ήμουν αναστατωμένος. Μα τότε ένιωσα ένα αίσθημα πως αυτό που ήθελα, με κάποιο τρόπο, "κλείδωσε" μέσα στο χρόνο. Το είχα χωρίς να το έχω μα ήμουν βέβαιος πως το είχα. Σε τέσσερις μέρες, κάτι συνέβη κι έφτασε στα χέρια μου. Μόνο πολύ αργότερα κατάλαβα και συνειδητοποίησα τον τρόπο που είχε συμβεί. Τότε διαπίστωσα πως είχα προχωρήσει μέσα στο χρόνο, κι είχα φτάσει σ’ ένα μετέπειτα σήμερα πριν τέσσερις μέρες.

 Το ίδιο μου συνέβη κι άλλη μια φορά μετά από μια έντονη και σκληρή μάχη με τις αντίθετες σκέψεις. Εγώ έλεγα και επέμενα πως αυτό που θέλω το έχω, οι σκέψεις έλεγαν τα δικά τους, εγώ συνέχιζα να το βλέπω, εκείνες έλεγαν τα δικά τους, άξαφνα ο κόσμος πάλι γαλήνεψε, το κατάλαβα πως είχα νικήσει τις ίδιες μου τις σκέψεις, το πράγμα πάλι "κλείδωσε".
 Η εσωτερική προσπάθεια επιχείρησε και κατάφερε ξανά μια υπέρβαση μέσα στο χρόνο, είχα ξανά στην κατοχή μου το συναίσθημα της απόκτησης. Μετά από μερικές μέρες βρέθηκα εκεί και με το φυσικό μου σώμα. Καμιά εντύπωση δεν μου έκανε. Καμιά αλλαγή δεν μου έφερε στη διάθεση. Το πράγμα όλο λειτουργούσε σε μια σφαίρα συναισθηματικού απόλυτου. Αν είχες στην κατοχή σου το συναίσθημα του πράγματος είχες το πράγμα, τόσο απλό ήταν. Αυτή τη φορά το συνειδητοποίησα νωρίτερα. Επειδή αυτά τα πράγματα, συνέβαιναν σε έναν χώρο κενό, σε κενό μη σκέψης, μη νου. Γι' αυτό περνούσαν απαρατήρητα απ’ την ίδια μου τη σκέψη, ήταν σαν να συνέβαιναν μόνα τους, η μνήμη δεν τα συγκρατούσε. Ήταν μια αίσθηση φευγαλέα. Μια αίσθηση πως ενώ εγώ υποκινούσα την όλη διαδικασία… θα έλεγες όμως πως δεν υπόκυνταν στον έλεγχό μου.

 Την τρίτη φορά, όταν συνέβη, η συνειδητοποίηση ήταν άμεση. Είχα βρεθεί δηλαδή σε ένα κενό μη χρόνου, σε ένα κενό άχρονου. Για λίγο. Κι ήταν αυτό όλο προσωπική δημιουργία. Την τρίτη φορά, αυτό που ήθελα εμφανίστηκε απ’ το τίποτα. Απλώς έσκυψα από κάτω και το πήρα.

 Όλη αυτή η κατάσταση με έκανε να σκεφτώ με τον εξής τρόπο: αυτό που ήθελα, που ευχόμουν και ποθούσα να αποχτήσω, από τη στιγμή που άρχιζα να το σκέφτομαι, κάπου στο μέλλον, στον ίδιο βαθμό άρχιζε να φτιάχνεται. Και θα έπρεπε εγώ να διασχίσω μια νοητή απόσταση ώστε να το πλησιάσω και να το φτάσω. Μια απόσταση όπου θα είχα καταβάλει όλες τις δυνάμεις μου και θα είχα έντονα πνευματικά ασκηθεί. Καθώς λοιπόν προχωρούσα προς εκείνο, εκείνο έρχονταν προς εμένα και κάπου συναντιόμασταν. Όλο αυτό ήταν μια διαδρομή μέσα στο χρόνο, και κει που συναντιόμασταν ο χρόνος σταματούσε. Τώρα, αν μπορούσε με κάποιο τρόπο να μην υπάρχει εξαρχής χρόνος, τότε αίτημα και παραλαβή θα ήταν άμεσα. Όμως εγώ τότε, δεν θα είχα καταβάλει την εσωτερική προσπάθεια και την πνευματική άσκηση, πράγματα που σίγουρα χρειαζόμουν.

 Όμως όλα αυτά, συνέβησαν και συμβαίνουν στο τώρα. Μόνο εγώ μπορώ να μετακινούμε στο χρόνο, επειδή μόνο σε εμένα μέσα υπάρχει χρόνος κι ουδόλως έξω από μένα. Έξω από μένα υπάρχει μόνο το άχρονο, το σταθερό άχρονο, δεν πάει βήμα μπροστά, δεν πάει βήμα πίσω. Αυτά μόνο μέσα στο κεφάλι μας συμβαίνουν. Έξω μας, παρελθόν και μέλλον είναι εντελώς ακίνητα. Σαν τα χωράφια μας, σαν τα σπίτια μας, τόσο ακίνητα.

 Άρα, αυτό που θέλουμε, επιθυμούμε και ποθούμε είναι ήδη εδώ. Όμως εμείς το θέλουμε, το επιθυμούμε και το ποθούμε για να το φτάσουμε. Επειδή λοιπόν θέλουμε εμείς να το φτάσουμε πάει κάπου και για κανέναν άλλο λόγο δεν πηγαίνει κάπου. Μόνο επειδή λόγο του εσωτερικού μας χρόνου το τοποθετούμε κάπου, σ' ένα σημείο. Το νοητό σημείο αυτό υπάρχει μόνο μέσα μας. Ενώ αυτό το κάπου πάλι εδώ και τώρα είναι. Μόνο εμείς διασχίζουμε έναν υποτιθέμενο χρόνο. Μόνο εμείς πάμε κάπου, το κάπου είναι πάντα εδώ και παρών.

 Όμως μόνο ένας Χριστός είναι πάντα παρών και μπορεί να έχει άμεση πρόσβαση στην δημιουργική αυτή διαδικασία του σύμπαντος που ισχύει για όλους μας. Εμείς οι άλλοι, συμμετέχουμε,  στους ίδιους ακριβώς δημιουργικούς νόμους του σύμπαντος, όμως μέσα από την δικιά μας ψυχολογία. Η διαδικασία είναι πάντα ίδια, ο βαθμός δύναμης διαφέρει, η έλλειψη πίστης μας κι άλλα μερικά. Δεν μπορούμε να περπατήσουμε στο νερό, όμως μπορούμε να καταλάβουμε το γιατί δεν μπορούμε. Γιατί δεν έχουμε την πίστη να το κάνουμε.

 Υπάρχει ένας υγιής κι αναμφισβήτητος τρόπος σκέψης, που τον εντοπίζουμε στην παιδική μας ηλικία. Τότε δηλαδή πριν αποκτήσουμε τρόπο σκέψης. Πράγμα που σημαίνει ήταν και παραμένει ο φυσικός μας. Κι αφορούσε ίσως ένα ποδήλατο ή μια κούκλα. Όμως απ’ τη στιγμή που επιθυμούσαμε ένα ποδήλατο ή μια κούκλα, μια ορισμένη ψυχολογία μάς εμφανίζονταν γύρω απ’ αυτό το θέμα. Ετούτη λοιπόν η καθαρή και μη αμαυρωμένη ψυχολογία, που είχαμε γύρω από την απόκτηση ενός ποδηλάτου ή μιας κούκλας,  με τον καιρό χάθηκε, και χάθηκε λόγο της σκέψης μας γύρω απ’ τα πράγματα. Γύρω δηλαδή απ’ τον τρόπο που αποκτά κανείς ένα ποδήλατο ή μια κούκλα.  
 Αποκτήσαμε με το πέρας του χρόνου δεύτερο τρόπο σκέψης. Όχι όμως τόσο πειστικό όπως ο φυσικός μας τρόπος σκέψης, επειδή ο πρώτος μας είναι ολοκληρωτικός και μας περιλαμβάνει ολόκληρους. Είναι δηλαδή ένας τρόπος σκέψης που δεν μερίζεται και δεν δίνει περισσότερο βάρος σε κανένα από τα φυσικά χαρακτηριστικά μας. Περιλαμβάνει τόσο τη λογική, όσο και τη διαίσθηση, τη φαντασία και το ένστικτο,  σε βαθμό αναλογίας εκάστου και σύμφωνα με την κατάσταση. Δηλαδή όλα τα "εργαλεία" μας στην δούλεψή μας, αφού όλα μέσα μας έχουν θέση έχουν και στη ζωή μας θέση.

 Κι αφού απ’ τη σκέψη μας χάθηκαν αυτά τα υγιή αισθήματα απ’ τη σκέψη μας επιστρέφουν. Κι ήταν υγιής εκείνος ο πρώτος τρόπος σκέψης μας επειδή δεν τον σκεφτόμασταν. Απλώς συνέβαινε. Έβγαινε έξω από εμάς κι έτρεχε σαν νερό, χωρίς να του βάζουμε εμπόδιο.  Κι αυτό είναι ό,τι πιο φυσικό, πιο κατάλληλο και πιο δικό μας. Γιατί ό,τι κι αν μάθαμε στην πορεία της ζωής μας… σαν το δικό μας δεν είναι. Ποτέ τόσο πηγαίο, ποτέ τόσο ισχυρό, ποτέ τόσο αναμφισβήτητο. Απλώς γιατί είναι δικό μας, και το δικό μας αμφιβολία δεν έχει. Επειδή δεν το σκεφτόμαστε, αλλά μας έρχεται να το σκεφτούμε. Γι' αυτό είναι πιο κοντά στην ψυχή μας. Κι οι δημιουργικές δυνάμεις είναι της ψυχής μας. Δυνάμεις παραγκωνισμένες και συνήθως αποκλεισμένες απ’ την ίδια μας τη σκέψη.  Δυνάμεις μας σε αχρηστία λόγο της μη χρήσης τους. Από έλλειψη πίστης κι εμπιστοσύνης σ' εμάς.  Επειδή μας θεωρούμε κάτι μικρό και λίγο σε σχέση με το σύμπαν κι όχι το ίδιο το σύμπαν. Έτσι δηλώνουμε το σύμπαν είναι ευφυές αλλά εμείς βλάκες. Και το σύμπαν λέει στις δηλώσεις μας πάντα ναι - κι όταν λέμε όχι συμφωνεί.

 Άσχετα λοιπόν με το μακελειό που επικρατεί συνήθως στο κεφάλι μας περί σωστού και λάθους και τις αντικρουόμενες σκέψεις… η σκέψη μας, η φαντασία μας, είναι οργανωμένα να λειτουργούν μ' έναν τρόπο, που υπερβαίνει τη θέλησή μας. Όμως εμείς υποθέτουμε πως γνωρίζουμε το καλύτερο για εμάς, ενώ εμείς είμαστε το καλύτερο για εμάς. Κι αυτό είναι υπόθεση ακουστική, αποδοχής και παραδοχής, πως Εκείνο ξέρει κι εμείς μόνο μαθαίνουμε. 

 Όμως ο άνθρωπος θέλει να Του βάλει μυαλό. Αντί να ακούει μιλάει. Αντί να γίνεται όλος αυτιά γίνεται όλος στόμα. Αντί να μαθαίνει ξέρει. Κι από αιώνιος μαθητής γίνεται ενός λεπτού δάσκαλος. Κι ενώ κάτι δεν τελειώνει στη στιγμή το τελειώνει. Απλώς δεν σέβεται κι έτσι δεν χαίρει σεβασμού. Και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να σέβεσαι το σύμπαν απ΄τον να σέβεσαι τον εαυτό σου. 



Δημοσίευση σχολίου

Ο Ταξιδιώτης

...Και μετά, αν ξεκαθαρίσει αρκετά το τοπίο, βλέπεις τη ζωή εντελώς διαφορετικά, τη βλέπεις σαν ένα συνειδητό ταξίδι,...