04 Δεκεμβρίου 2016

Στου Κόσμου τα Μισά






- Σου ζητώ να φανταστείς τον εαυτό σου ανεβασμένο σ΄ένα καρυδότσουφλο
μέσα σ΄ένα πέλαγος.
- Δεν μου είναι δύσκολο, έτσι ακριβώς ζω τώρα.
- Όχι, δεν ζεις έτσι τώρα, τώρα είσαι ναυαγός ανεβασμένος σε μια σχεδία. Ζεις διαρκώς μέσα στους άγριους ανέμους και ψάχνεις να δεις το φάρο. Έχεις απομακρυνθεί από μια ακτή κι αναζητάς την άλλη ακτή, τώρα διασχίζεις τη γέφυρα. Ή έχεις απομακρυνθεί από ένα λιμάνι κι αναζητάς ένα άλλο λιμάνι, πράγμα που σημαίνει βρίσκεσαι στη θάλασσα και τη διασχίζεις. Μα αν σου έλεγα εγώ, πως όλα αυτά είναι μόνο παιγνίδια του μυαλού σου? Δεν θα πατήσεις ποτέ ξανά το πόδι σου σε ακτή, τώρα που άφησες τη μια, που δεν ήταν ούτε αυτή ακτή μα σαν ακτή την έκανε να μοιάζει η όποια σιγουριά σου. 
 Όμως η σιγουριά σου έγινε με τον καιρό εχθρός και σε μάγκωσε, σε γράπωσε, σε κράτησε γερά και της αντιστάθηκες. Γιατί η σιγουριά σ' έδεσε απ΄το πόδι με μια αλυσίδα και σου τσάκισε τα φτερά. Έτσι, χωρίς να το υποψιάζεσαι, άρχισες να υπονομεύεις την ίδια τη σιγουριά σου κι έστω λιγάκι στην αρχή θέλησες να ξανοιχθείς, διαφορετικά ούτε ζωή ούτε ελπίδα είχε.
Κι αφού έκανες κάποια βήματα – που θαρρείς μόνα τους έγιναν – έριξες μια το βλέμμα στην άγνωστη θάλασσα που ανοίγονταν μπροστά σου και μια στην γνωστή ακτή που εγκατέλειπες. Ένιωσες για τα πίσω νοσταλγία, για τα μπροστά κίνδυνο. Μα μετά από εκείνο το πρώτο βήμα - που άθελά σου μονάχα η ψυχή σου έριξε γιατί δεν βάσταζε άλλο - τώρα δεν μπορείς και κανείς δεν μπορεί να γυρίσει πια πίσω.

  Τώρα είσαι στου κόσμου τα μισά. Πίσω να γυρίσεις αποκλείεται και ξέχασέ το μια για πάντα. Μόνο μπροστά μπορείς να προχωρήσεις, να φτάσεις στην απέναντι όχθη, να πατήσεις σε μια δεύτερη σιγουριά που σαν χώμα μοιάζει. Εγκατέλειψες ένα ψέμα που σαν αλήθεια στέρεο έμοιαζε. Μα τώρα, μόνο η πραγματική αλήθεια μπορεί να σου φτιάξει κάτι τόσο στέρεο κάτω απ΄τα πόδια να πατήσεις ξανά σε μια βεβαιότητα. Ως τότε θα ταλαντεύεσαι και θα αιωρείσαι, ανάμεσα στο τί είναι και το τί δεν είναι. Και πάντα θα μοιάζει ως κάτι, που θα λύνεται και θα δένεται σ' ένα άλλο κάτι, εσύ θα το δένεις και μετά θα το λύνεις αν θέλεις να προχωράς.

 Στου κόσμου τα μισά θα βρίσκεις μεγάλη παρηγοριά. Υπάρχει το ίδιο μεγάλη επινόηση απ΄τον κόσμο και σένα τον ίδιο, για να περνά ο καιρός και να μην φτάσεις ποτέ στην απέναντι όχθη. Υπάρχουν ακόμα κι απολαύσεις, μετριότητες κι άλλα πράγματα γλυκά και ξινά που θα συναντήσεις και θα γευθείς, για λίγο ή περισσότερο θα θελήσουν να σε κρατήσουν. Μα όπως λέει ο ποιητής: εσύ στο νου σου νά 'χεις την Ιθάκη.

 Στου κόσμου τα μισά, δεν υπάρχει τίποτα ολόκληρο να ζήσεις να χαρείς χωρίς εσένα ολοκληρωμένο. Τ' αισθήματα είναι μισά κι έχουν πάντα δύο όψεις: τη θετική και την αρνητική. Θα ζεις τη μία θα φοβάσαι την άλλη. Θα ζεις αυτή που φοβάσαι θα περιμένεις εκείνη που ελπίζεις. Θα ζεις την ευτυχία θα την υπονομεύει ο φόβος. Θα ζεις το φόβο σου θα τον υπονομεύει η ευτυχία σου. Έτσι στου κόσμου τα μισά περνά ο καιρός και φεύγει, του μισού και πλέον κόσμου. Γιατί στου κόσμου τα μισά μισή ζωή υπάρχει.

 Στου κόσμου τα μισά, πάντα υπάρχει κάτι που ζεις και κάτι άλλο βαθύτερο που εξαιτίας αυτού θα ζήσεις. Στου κόσμου τα μισά, ζεις το επιδερμικό ως αφορμή, μόνο για να το ζήσεις, μόνο για να δεις τί κρύβεται κάτω απ΄αυτό, που φωνάζει, ωρύεται και πληγώνει να φτάσει στην επιφάνεια, να βγει έξω, να λυτρωθεί.

 Στου κόσμου τα μισά, όλα τα πράγματα σου φανερώνονται είτε με τη μία είτε με την άλλη υπερβολή τους. Είτε με τον ενθουσιασμό τους είτε με την απογοήτευσή τους.
Είτε πάνω απ΄το μέτρο τους είτε κάτω απ΄το μέτρο τους. Είτε πανάσχημα είτε πανέμορφα. Είτε απελπιστικά είτε ελπιδοφόρα, είτε τραγικά είτε κωμικά. Είτε τα γελάς είτε τα κλαις.

 Όμως τώρα έφυγες απ΄την παλιά ακτή, κι εγώ σου λέω πίσω ποτέ δεν θα γυρίσεις.
Και μπροστά, είναι το πέλαγος άγνωστο, γεμάτο κινδύνους και θεριά ανήμερα. Κι έχεις τώρα μια ευκαιρία, μια πρόκληση: να νικήσεις το φόβο σου, να ρίξεις τον εαυτό του μέσα σε όλη αυτή την περιπέτεια που σου ανοίγεται, να τον δοκιμάσεις και να τον γνωρίσεις, να φτάσεις στην απέναντι όχθη, με μια ελιά κι ένα κοφτερό μαχαίρι στο βλέμμα σου, νικητής.  

  Και σ' έχει προικίσει η φύση με όλα όσα χρειάζεσαι, πλην ενός: της απόφασής σου. Γιατί αυτή δικιά σου είναι, κι όλη η δύναμή σου περιμένει να την ανακαλύψεις. Γιατί τώρα, ποτέ ξανά δεν θα μπορέσεις να πεις: για μένα άλλος ευθύνεται. Κι είναι αυτή μια καταδίκη μα κι η ελευθερία σου.

 Όμως στου κόσμου τα μισά να μείνεις τι να κάνεις? Το ίδιο έργο παίζει πάντα και σε τσακίζει η επανάληψη. Τα κορμιά αργά ζαρώνουν, οι ψυχές το ίδιο και σβήνουν.  Το καντηλάκι τους ούτε που τρεμοσβήνει πια κι αυτά σε νεαρές ηλικίες. Γιατί στου κόσμου τα μισά, μήτε αρχή υπάρχει μήτε τέλος, παρά μόνο η αβάσταχτη κούραση της ζωής κι η μετάθεση. Τα ίδια αισθήματα μεταβιβάζονται από τη μια στην άλλη κατάσταση και μόνο πρόσωπα αλλάζουν.

 Όμως απ΄την παλιά ακτή απομακρύνθηκες και τώρα, το πράγμα όλο έχει γίνει μια πρόκληση. Θα τη δεχθείς? Και σου λέει κάποιος πως πράγματι, αν όλο το πέλαγος το κολυμπήσεις - που δεν είναι τίποτα άλλο παρά το ίδιο σου το συναίσθημα που κολυμπάς - υπάρχει κάτι στην απέναντι ακτή των πόθων σου - όπως κι αν το ντύνεις - που γι' αυτό πράγματι αξίζει κανείς όλα να τα δώσει και τον εαυτό του πολλές φορές να υπερβεί και να κατανικήσει. Κι υπάρχει κάτι ακόμα μακρύτερα, στου ελαχίστου τα μέρη, που άλλοι το είπαν παράδεισο και το φτάνεις διασχίζοντας μια κόλαση. Μα όλα αυτά μέσα μας είναι. Και την κόλαση, είτε το παίρνεις νωρίς μυρουδιά πως είναι κάτι που το διασχίζεις… είτε κάθεσαι μέσα της και σαν ζωή ανυποψίαστος τη ζεις.

Μέσα στο πέλαγος η ζωή έχει μεγάλη αγωνία. 
Πως ξέρεις πως είσαι στου κόσμου τα μισά? Δεν το ξέρεις κι ίσως ποτέ να μην το μάθεις. Όμως αν προχωράς πίσω σου συχνά θα κοιτάζεις και θα ξέρεις από κει που είσαι τώρα, που ήσουν πριν. Μα να προχωράς, με τα γόνατα, με τα νύχια, χορεύοντας και τραγουδώντας, η κλαίγοντας και γλιστρώντας πάνω στα δάκρυά σου. Γιατί σημασία έχει να προχωράς, αργά αλλά να το κάνεις και πρώτος να το ξέρεις. Γιατί ο καθένας από εμάς, έχει πολλά ν' αφήσει πίσω του, που σαν δικά  του τα ένιωσε και δέθηκε μαζί τους.  Και πρέπει να αρχίσεις από τώρα να πετάς τ' άχρηστα αντικείμενα στη θάλασσα και ν' αλαφρώνεις, γιατί στην απέναντι όχθη κανείς ποτέ δεν έφτασε φορτωμένος με δύο τόνους παράσιτα κι εαυτό. Γιατί, το φόρτωμα αυτό τον τράβηξε κάτω στους βυθούς και τα μαύρα τα νερά. Έχασε τη ζωή του γιατί δεν μπόρεσε ν' απαρνηθεί ένα σαπιοκάραβο. Γιατί, αν κάτι φτάνει ποτέ από εμάς στην απέναντι όχθη, είναι ένα κελάηδισμα φωνής κι ένα πούπουλο διαθέσεως. Τίποτα άλλο.  Γιατί εμείς που κάποτε ξεκινήσαμε για την απέναντι όχθη... ποτέ δεν φτάνουμε εμείς, μόνο η παρουσία μας τα καταφέρνει.


Δημοσίευση σχολίου

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία

 Το βλοκγάκι μάλλον θα κλείσει, όμως μια τελευταία ιστορία προλαβαίνω να τη γράψω, για μια γυναίκα διαφορετική, διαφορετική ω...