10 Ιανουαρίου 2017

Έρωτας στα Χιόνια








  Η Μαργαρίτα κρύωνε εκείνη τη μέρα. Ο Γιάννης, πιο ανθεκτικός, μα δεν μπορούσε να την αφήσει να κρυώνει μόνη και κρύωνε μαζί της. Είχε επωμιστεί σιωπηλά το ρόλο του προστάτη της απ’ την αρχή, γι' αυτό την τράβηξε μέσα απ’ τη λίμνη του κόσμου στην πρωτεύουσα και την είχε φέρει σε ετούτη τη γωνιά της γης να ζήσουν.
 Την είχε βρει στα τριάντα της χρόνια να αργοσβήνει. Δεν ήταν μαθημένη στη ζούγκλα της πόλης, ντελικάτη και περήφανη, γόνος κάποιας ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας, κορίτσι με πιάνο και γαλλικά, τα κατάφερνε στη ζωή μα δεν τα κατάφερνε στην επιβίωση.
 Εκείνος ήταν σκληροτράχηλος, σε κάθε περίσταση τα κατάφερνε, αν χρειάζονταν έδερνε κιόλας. Θα έλεγες πως ζευγάρωσε η ευαισθησία με τη σκληρότητα σ' ένα μείγμα, και το αποτέλεσμα ήταν εκείνος να πάρει αρκετό άρωμα κι εκείνη στο βλέμμα λίγο ατσάλι.

 Την έφερε να ζήσουν στο πατρικό του, ένα μικρό χαμόσπιτο, απ’ τα τελευταία σπίτια στην έξοδο ενός ορεινού χωριού και την είχε στα πούπουλα.
 Η Μαργαρίτα αγαπούσε τη φύση κι εκείνος είχε ασχοληθεί με τα λιγοστά χωράφια του. Εκείνη είχε ανανεωθεί απ’ τις μυρουδιές των βοτάνων κι απ’ τον έρωτά του, όμως αυτόν τον χειμώνα ο Γιάννης δεν τον υπολόγισε σωστά και τους τελείωσαν τα ξύλα.   

  Στο τζάκι έκαιγε ήδη ένα παλιό κομοδίνο και με τη σειρά που είχε στο μυαλό του, κοίταζε μία το πιάνο της και μία τα βιβλία της. Μια μεγάλη σειρά από χοντρά βιβλία της παγκόσμιας κλασικής λογοτεχνίας και προσπαθούσε να μαντέψει τί θα την πονούσε λιγότερο, γιατί ήξερε τις αγάπες της κι απ’ τον εαυτό του ήξερε, πως αν σφάζεις κάτι αγαπημένο σαν να μαχαιρώνεσαι πονάς. Και πως αν κάψεις το βιβλίο που αγαπάς κάτι απ’ την καρδιά σου καις.

 Το τσεκούρι ήταν δίπλα. Το άρπαξε και ξεχύθηκε στο βουνό. Σαν άνοιξε την χαμηλή πόρτα ένα κύμα παγωμένου αέρα ξεχύθηκε μέσα στο σπιτάκι και κόντεψε να την γκρεμίσει απ’ την καρέκλα. Η Μαργαρίτα δεν θα άντεχε για πολύ ακόμα σ’ αυτές τις συνθήκες και σε λίγο νύχτωνε, φιλάσθενη και λεπτεπίλεπτη είχε ήδη αρρωστήσει.
  
 Εκείνος ήταν σαν αρκούδα.Τον έκαιγε το πάθος του.Τη σκέπασε με το πανωφόρι του και πήρε το μονοπάτι για το βουνό ντυμένος μόνο με το πουκάμισο.

 Όμως λιγάκι παρακάτω, το δρόμο του τον έκοψε ένας λύκος. Τα δύο ζώα κοιτάχτηκαν στα μάτια κι αναμετρήθηκαν. Το πιο πεινασμένο θα νικούσε. Ο λύκος πεινούσε για τροφή, ο Γιάννης για στοργή, η στοργή νίκησε, ο λύκος το έβαλε στα πόδια.
  
 Αργότερα βρήκε ένα δέντρο κι άρχισε να το χτυπάει με μανία και μίσος. Όμως κάτω απ’ αυτά τα αισθήματα φώλιαζε η αγάπη του για εκείνη. Χτυπούσε το δέντρο επί μισή ώρα μέχρι που ίδρωσε, μα εκείνο ακόμα άντεχε. Απελπίστηκε κι έβαλε τα κλάματα. Μια σκέψη του ήρθε πως η Μαργαρίτα είχε πεθάνει κι έμεινε μετέωρος, ήθελε να τρέξει πίσω να τη βρει. Μα ήταν μόνο μια σκέψη, ίσως έκανε λάθος, δεν θα γύριζε σπίτι με άδεια χέρια. Κοίταξε το δέντρο και το κατακεραύνωσε με τη ματιά του.

  Προσευχήθηκε στο θεό να του δώσει δύναμη κι άρπαξε πάλι το τσεκούρι κι άρχισε να το χτυπά. Το δέντρο παραδόθηκε, δεν είχαν ίχνος οίκτου τα χτυπήματά του. Το ξάπλωσε σαν θύμα του στο χιόνι, έκοψε ένα μεγάλο κλωνάρι του, το ζώστηκε και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Μα όταν έφτανε κοντά στο σπίτι... είδε από μακριά την πόρτα του ανοιχτή και πάγωσε. Όταν είχε φύγει είχε ξεχάσει να την μανταλώσει απ’ έξω. Παράτησε το κλωνάρι κι άρχισε να τρέχει. Βρήκε τη Μαργαρίτα μισολιπόθυμη απ’ το κρύο. Μέσα στο τζάκι υπήρχε μόνο μια χαμηλή θράκα, άρπαξε μερικά βιβλία και τα έριξε στη φωτιά.

 Τα βιβλία άρπαξαν αμέσως φλόγες. Τράβηξε την πολυθρόνα, μαζί με την Μαργαρίτα κοντά στη φωτιά κι άρχισε να της τρίβει τους καρπούς. Κείνη συνήλθε, άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε. "Άφησέ με να πεθάνω", του είπε. Ένα κύμα στην καρδιά του πρόβαλε και τον σκέπασε. Άρπαξε κι άλλα απ’ τα βιβλία της και τα έριξε στη φωτιά. Εκείνη του ζήτησε να τη φιλήσει. Τη φίλησε.  Η Μαργαρίτα, τον κοίταξε στα μάτια, μετά κοίταξε τα βιβλία που καίγονταν στο τζάκι και πέθανε.

 Ο Γιάννης βρήκε ένα σημείωμα στα χέρια της που το είχε γράψει όσο είχε μείνει μόνη. "Μη ρίξεις ευθύνη στον εαυτό σου", έγραφε, "μην αναζητήσεις να βρεις αν φταίει το ένα ή το άλλο, μείνε στην διαπίστωση για μένα, πως είναι καλύτερα έτσι και πως τώρα είμαι καλά, ελεύθερη κι ευτυχισμένη".  






Δημοσίευση σχολίου

Ο Χώρος κι ο Χορός

Τελειώνουν τα ψέματα τώρα πρέπει να στρωθούμε στη δουλειά και να ζήσουμε για τον εαυτό μας αρκετά χάσαμε χρόνο ονει...