17 Ιανουαρίου 2017

Η Πτώση της Ανατάσεως κι Αντίστροφα










 Έξω έχει συννεφιά, μέσα έχει ήλιο. Πάντα αυτές οι δύο καταστάσεις, η συχνά αντικρουόμενες, οι δύο παράγοντες: ο μέσα και ο έξω. Το εσωτερικό περιβάλλον το εξωτερικό περιβάλλον κι ο αγωγός, που μας μετακινεί έξω, που μας φέρνει μέσα.

 Θυμάμαι παιδί, πόση επίδραση είχε σε μένα ο καιρός. Όμως ο καιρός, ως παιδιά, ασκεί σε εμάς μια εντελώς διαφορετική επίδραση απ’ ότι ως ενήλικες. Ως παιδιά, ακουμπάμε πάνω στον καιρό, πάνω στην εποχή, καμία μάχη, καμία πάλη δεν υπάρχει τότε. Επιτρέπαμε, αφήναμε τον καιρό να περάσει μέσα μας, να μπει στο αίμα μας, ήταν στο αίμα μας, ήμασταν ανοιχτοί χωρίς καμία αντίσταση. Ο καιρός ήταν εμείς ήμασταν. Ο καιρός άλλαζε εμείς προσαρμοζόμασταν. Αθέατα, μυστικά, ήταν όλο αυτό μια άψογη εφαρμογή. Ο καιρός ήταν σαν ένα πουκάμισο. Ο ήλιος το άνοιγε η συννεφιά το έκλεινε.

 Όμως μετά, καθώς μεγαλώναμε, άλλαξε ο καιρός. Ο καιρός πήρε υποθέσεις, τις υποθέσεις μας κι άλλαξε τοποθεσία. Η χαρά μας, η πρώτη αγνή πηγαία χαρά μας, πήγε και κόλλησε πάνω στα πράγματα. Η επαφή με την ατμόσφαιρα βέβαια δεν χάθηκε. Όμως η ατμόσφαιρα πια, έγινε ατμόσφαιρα ενός γραφείου, έγινε κοινωνική ατμόσφαιρα, έγινε οικονομική ατμόσφαιρα, έγινε κάθε είδους ατμόσφαιρα εκτός από ατμόσφαιρα.

 Μετά, το να χαίρεσαι ή να λυπάσαι, το να ζεσταίνεσαι ή να κρυώνεις, έφυγε απ’ την καρδιά και πήγε στη σκέψη, έγινε συναίσθημα κατόπιν τούτου. Έγινε συναίσθημα του Σαββατοκύριακου, της πρώτης του μηνός, της αδείας και των διακοπών. Όλο το άλλο έγινε αγγαρεία, όλο το άλλο έγινε μαρασμός, κι κει που πεταγόσουν απ’ το κρεβάτι γεμάτος ενθουσιασμό και χαρά να ζήσεις τη νέα μέρα... μια δουλειά, ένα πρέπει, μια υποχρέωση πια σε τραβούσε απ’ τα μαλλιά, και κει που πετούσες άρχισες να σέρνεσαι. Και κει που η ζωή κυλούσε έγινε ζόρι. Κι εσύ από πεταλούδα έγινες κάμπια.

 Τί συννεφιά τί ήλιος πια. Το εσωτερικό ρολόι απορυθμίστηκε και ως εκ θαύματος γεννήθηκε το χάος. Μετά, πληρωνόσουν ζούσες, σου είπαν καλή κουβέντα χάρηκες, σε σεβάστηκαν πήρες τα πάνω σου, σου έδωσαν αξία την είχες, σου πήραν την αξία την έχασες. Σε αποδέχτηκαν σε αποδέχτηκες, δεν σε αποδέχτηκαν έμεινες μετέωρος, σε κλώτσησαν κλώτσησες τον εαυτό σου, σε παραγκώνισαν παραγκωνίσθηκες. Σε ερωτεύτηκαν, σε αγάπησαν, θύμωσες. Σε χάιδεψαν επαναστάτησες. Όμορφα σου μίλησαν μα εσύ υποψιάστηκες. Η αθωότητα χάθηκε μετά την εισβολή του πρώτου πόνου.

 Κι ως εκ δευτέρου θαύματος βρέθηκες να είσαι πονηρός, να αγωνίζεσαι, να παλεύεις και με κάτι στο στήθος να σε τρώει. Τι συνέβη; Πως άλλαξε έτσι ο καιρός; Χωρίς να το καταλάβεις πιάστηκε η πεταλούδα σου στον ιστό μιας αράχνης, κι ενώ θα ορκιζόσουν, πως διαφορετικά είναι, βρέθηκες πεσμένος σε μια παγίδα. Πως το ξέρεις; Μα θα έπαιρνες όρκο πως από κάπου προσπαθείς διαρκώς να βγεις. Έχω λάθος κυρία και κύριε?

 Αν δεν είναι αυτή η βιβλική πτώση τότε τι είναι; Αν δεν σημαίνει αυτό, πως είσαι  έκπτωτος άγγελος… τότε δεν ξέρω τι άλλο σημαίνει. Αν δεν υπάρχει τούτο το ζήτημα της πτώσης απ’ τον καιρό του Μωυσή… σίγουρα υπάρχει και πριν απ’ αυτόν. Κι αν η επιστροφή στον παράδεισο δεν είναι μια μέσα μας επιστροφή, δεν μπορώ να φανταστώ άλλη. Κι αν μέσα μας δεν υπάρχει ο θησαυρός μας και το βασίλειο των ουρανών… τότε ούτε θησαυρός ούτε ουρανός υπάρχει. Αν δεν υπάρχουν αυτά, τότε μπορείς να μου πεις τί αναζητούμε; Κι είμαι γι’ αυτά σίγουρος. Ρώτα την καρδιά σου, έχω λάθος?

  Όμως αυτό ήταν: ο κόσμος μας σε σκέπασε, κι ως εκ τρίτου θαύματος εγένετο φόβος, αγωνία, απόγνωση κι απελπισία. Μα την απελπισία, ως μικρός, δεν την γνώρισες, κι ο φόβος, δεν ήταν τότε φόβος ενός επερχόμενου κινδύνου, μα κάτι εντελώς διαφορετικό που έμοιαζε περισσότερο με ακαριαίο σκίρτημα κι εγρήγορση, ήταν ένα σκίρτημα μιας αφύπνισης ο φόβος και περνούσε στο λεπτό. Δεν κρατούσες το φόβο, ηταν απλά μια σύντομη μέριμνα και δραστηριότητα, μια επιφύλαξη δευτερολέπτων κι όχι μια μιας ζωής.  Μια δράση ενός λεπτού κι όχι μια παντοτινή αδράνεια και καθήλωση. Κι όταν λέμε αποκαθήλωση δεν ξέρω άλλη εκτός της αποκαθήλωσης απ΄τον φόβο μας, δεν ξέρω κάτι άλλο που να καθηλώνει σε μια παντοτινή θέση και να μην το κουνάς ρούπι απ΄αυτήν. Ούτε άλλη σταύρωση εκτός αυτής ξέρω. Ρωτήστε παρακαλώ τον εαυτό σας: έχω λάθος κυρία; έχω λάθος κύριε;
  
 Δεν ήταν παλιά ένας φόβος με μονιμότητα κι έδρα στην ψυχή μας, ένας φόβος επιτακτικός και κυρίαρχος που συνέβαλε σε αποφάσεις. Ετούτο το δεύτερο φόβο, η γνώση του κόσμου τον έφερε, καθώς έσκυψες μια μέρα και διαπίστωσες, πως στον κόσμο μας οι πόρτες έχουν κλειδαριά κι οι αυλόπορτες λουκέτα. Έτρεξες τότε κι αγόρασες το πρώτο σου λουκέτο, και μάντεψε τότε τι κλείδωσες. Μα φυσικά τον θησαυρό σου! Μήπως έχω άδικο;

 Κι άρχισαν οι άνθρωποι να περνά ο ένας μετά τον άλλον πάνω απ’ την ψυχή σου, μα το άγγιγμα τους δεν σε άγγιζε πια και δεν έφτανε βαθιά, έτσι έγινε ένα άγγιγμα που δεν του έδινες πια τη μέγιστή σου σημασία. Έγινε ένα άγγιγμα σαν παιγνίδι, σαν συνήθεια και χάθηκε μαζί κι η μνήμη του αγγίγματος κι όσα το άγγιγμα ξυπνούσε. Τώρα το άγγιγμα φώναζε κίνδυνος! Γιατί το άγγιγμα ζητούσε πάντα να το ακολουθήσεις. Άρχισες να μην υπακούς στο άγγιγμα και μόνο έτσι κατάφερες να χαθείς. Ακολουθώντας κάτι άλλες σειρήνες του κόσμου μας. Για τακτοποίηση, για ασφάλεια, για μια θέση και τελικά για παρηγοριά.

 Κι όμως είναι δυνατόν. Έτσι χάθηκε η φυσική λειτουργία κι όλα διαστρεβλώθηκαν. Η φύση -  σαν πάντα να εκδικείται – άρχισε να πονά, ψυχολογικά να πονά, με ένα σκοπό: να σου θυμίσει. Η παραγκωνισμένη φύση που έγινε πια πολυτέλεια μέσα στον ορυμαγδό της επιβίωσης και τότε το βαθύ ζώο κραύγασε κι άρχισε να δαγκώνει.
  
 Τότε έκανες μια διαπίστωση: μα εδώ, είπες, πρόκειται για μια κοινωνία, για έναν πολιτισμό από κουστουμαρισμένα ζώα, κι όλα τα εσωτερικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου και τα ένστικτα, έχουν πάρει από μια φιγούρα, από μια δαντέλα, μα πίσω απ’ τις λέξεις και τις εκφράσεις, κάτι ακόμα μουγκρίζει, κάτι άλλο ουρλιάζει. Και πολλά απ’ αυτά τα ζώα, κατά κάποιο λάθος, περπατούν στα δύο τους πόδια, αφού στη μυρουδιά τους υπακούν και στα κελεύσματα της εξουσίας.

 Θα πρέπει να το παραδεχθείς. Πέρασες αργά και ύπουλα από ένα αξιοθαύμαστο παιδικό όνειρο σε έναν εφιάλτη, κι ήταν τόσο σκληρός να τον αντέξεις και τόσο αφύσικος, που δεν είχες άλλο τρόπο παρά να κοιμηθείς ξανά και με δεύτερο ύπνο ασυνείδητο. Ένας υπνωτισμένος πήρε πια τα ηνία της ζωής σου κι άρχισε να σε οδηγεί, καθώς έχανες τη θεϊκή συμπαντική σου καθοδήγηση, που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ο χαμός της επαφής με την καρδιά σου και τη σιγανή φωνούλα της στο στήθος σου. Καθώς είχε υπερισχύσει μέσα σου η κραυγή του κόσμου. Έτσι, σκεπασμένος και κοιμούμενος, άρχισες να θεωρείς πως το πρωί ξυπνάς και πηγαίνεις στη δουλειά σου. Άρχισες να νομίζεις πως ζεις, άρχισες να σκέφτεσαι με ίσως, θα δούμε και πρέπει.

 Ο απέραντος κι ορθάνοιχτος κόσμος σου έγινε πια μικρόκοσμος, μια μικρογραφία του κόσμου μας. Ο κόσμος σου πήρε σύνορο κι έξω βασίλεψε ο τρόμος. Το καθεαυτού γνωστό σου έγινε άγνωστο και το άγνωστό σου γνωστό. Μετανάστευσες απ΄τον οικείο και προσφιλή τόπο του μυστηρίου που γεννήθηκες... σε έναν άγνωστο κοσμικό τόπο και τοπίο, και μόνο έτσι επιβουλεύτηκε το μυστήριο και το θάνατο η εκκλησία και τα έκανε μονοπώλιο. 
 Έμαθες και ξέχασες όσα γεννήθηκες να ξέρεις. Ξέχασες όλη τη γνώση που με αυτή ήρθες στον κόσμο λόγο της πληροφορίας του. Κι από ιερός ο άνθρωπος έγινε απλώς κατεργάρης. Μήπως έχει και περισσότερη πτώση; Λέω, μήπως...
Τώρα τον ύπνο του αδικημένου κοιμάται στο βασίλειο της αδικίας. Και εγένετο η ελπίδα του.

 Έξω κάνει συννεφιά, κάθε λογής, μέσα βγάζει ήλιο. Κάνε θεέ μου τον μέσα ήλιο στους ανθρώπους ισχυρό, να ανατείλει όπως ξέρει αργά να ανατέλλει χωρίς θυμό, κι έξω να φωτίσει την οικουμένη όλη.



Δημοσίευση σχολίου

Ο Ταξιδιώτης

...Και μετά, αν ξεκαθαρίσει αρκετά το τοπίο, βλέπεις τη ζωή εντελώς διαφορετικά, τη βλέπεις σαν ένα συνειδητό ταξίδι,...