09 Ιανουαρίου 2017

Η Αναζήτηση του Διαμαντιού







 Βαρέθηκα, είπε, εσένα, τους στοχασμούς σου, τη φιλοσοφία σου, την ποίησή σου. Πάμε να πιούμε, πρότεινε, να χαρούμε, να γελάσουμε, μην τα σκαλίζεις, κατέληξε, όλα τα θλιβερά πράγματα.
 Πόσο θλιμμένος ήταν. Πήγα, μη του χαλάσω το χατίρι. Ήπιε μισό μπουκάλι ουίσκι, στούμπωσε τις στεναχώριες του, προσπάθησε να γελάσει μα δεν είχε γέλιο, προσπάθησε να χαρεί μα δεν είχε χαρά. Προσπάθησε να ασχοληθεί με τα εξωτερικά ζητήματα, μα δεν είχε σθένος, μούγκριζε σαν μια μηχανή στον ανήφορο. Στο τέλος έσπασε, τον κυρίεψε μια ακατάσχετη λύπη κι άρχισε να κλαίει. Ξεκίνησε να χτυπάει τα τραπέζια, ένα πανέμορφο γεγονός διαδραματίζονταν μπροστά του στη σκηνή μα δεν το έβλεπε, δεν είχε καρδιά να το δει, με τί να το δει αφού και τα μάτια συνέχεια της καρδιάς είναι.

 Με βλέπεις μέσα απ΄τη σπηλιά σου; Του είπα. Υποθέτω σαν μια σκιά, απάντησε. Πριν τριάντα περίπου χρόνια άρχισα να σκαλίζω τις υποθέσεις μου. Τότε, αφελής ακόμα, πίστεψα πως σε έξη περίπου μήνες θα είχα ξεμπερδέψει με αυτές. Έτσι το μυαλό τις παρουσίασε: πως ήταν έξη μηνών υπόθεση, όσο κρατά η γέννηση ενός πρόωρου τοκετού. Αν μου έλεγε κάποιος τότε, πως και μετά τριάντα χρόνια, το παιδί θα ήταν ακόμα στις φασκιές του… μάλλον θα σκέπαζα κι όσα ανακάλυψα και θα πήγαινα σε ένα μπαράκι να γίνω στουπί στο μεθύσι. Όμως δεν μου το είπε κανένας, έτσι η συνέχεια μου μού έμεινε όλη μυστική, για να την ανακαλύπτω, ετούτη υπήρξε μια απόλαυση.

 Αφού πέρασαν οι πρώτοι έξη μήνες, τώρα μόνο ξέρω, πως μόλις είχα αρχίσει να ξετυλίγω το νήμα του κουβαριού. Το υπόλοιπο κουβάρι ήταν μέσα στο πανέρι, δεν το έβλεπα. Όμως τα πράγματα ξετυλίχτηκαν. Ξεκίνησα να λύνω το γρίφο – όπως κάθε άνθρωπος πιστεύω αυτή την εξέλιξη ακολουθά – με την κλασσική φροϋδική ψυχολογία. Να μάθω δηλαδή το συναίσθημα κι όσα το μπλοκάρισαν και το ταλαιπωρούν απ’ την παιδική ακόμα ηλικία. Να μάθω να το χειρίζομαι και να το διαχειρίζομαι. Όλα όμως όσα αφορούν το συναίσθημα, δεν είναι παρά μόνο μια εισαγωγή σε όσα είσαι. Πίστεψέ με, του είπα, δεν τελειώνεις ποτέ μαζί σου. Γιατί δεν έχεις αρχή και τέλος.

 Οι άνθρωποι τρέχουν στους ψυχολόγους να λύσουν μια προφανή υπόθεσή τους. Αυτή είναι η προφανή εκείνη τη στιγμή κι αυτό πρέπει να κάνουν. Αυτή είναι ο βράχος εμπόδιο στη ζωή τους. Βέβαια θεωρούν – κι έτσι πρέπει να θεωρούν – πως αν περάσουν αυτό το βράχο μετά ο δρόμος ανοίγει. Γιατί αν δεν το θεωρούν έτσι κι έτσι δεν το παρουσιάσει το μυαλό τους... αν πίσω του βράχου δεν έχει τρέξει να κρυφτεί η ελπίδα τους... δεν θα τον πολεμούσαν ποτέ. Εκείνος όμως ο βράχος, πόσα βραχάκια κρύβει πίσω του ποτέ δεν ξέρουν. Εκείνος έκρυβε μια θέα, όμως μπορεί να έκρυβε μια μαύρη θέα. Εκείνος έκρυβε ένα δάσος, κι αφού πέρασαν το βράχο κι είδαν το δάσος, τώρα πρέπει να χάσουν το δάσος. Κι αφού έφτασαν σε ένα ξέφωτο, τώρα πρέπει να ανοίξουν το ξέφωτο να περιλάβει όλο τον κόσμο. Κι αφού άκουσαν ολόγυρα απ΄το ξέφωτο τα ουρλιαχτά των λύκων, τώρα πρέπει να προχωρήσουν μέσα στους λύκους.  Γιατί το συναίσθημα το μαθαίνεις, πρώτον για να ζήσεις το συναίσθημα και δεύτερον για να μπορέσεις να το χάσεις και να το αφήσεις πίσω σου. Κι αφού ασχολήθηκαν τόσο με το συναίσθημα και το γνώρισαν, τώρα το συναίσθημα δεν τους χρειάζεται, δεν έχει πια τίποτα καινούργιο να τους προσφέρει. Αν μείνουν στη ζωή του συναισθήματος θα επαναλαμβάνουν τα ίδια πράγματα, θα ζουν μέσα σε έναν αέναο κύκλο. Τώρα πρέπει να σπάσουν τον συναισθηματικό κύκλο και να περάσουν στην πνευματική ζωή, τη ζωή της παρουσίας τους.

 Τώρα κάτι άλλο ανακαλύπτουν: πως οι ίδιοι δεν είναι το συναίσθημα. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως πέταξαν τα λεφτά τους στους ψυχολόγους. Αν συνεχίσουν την έρευνά τους ανακαλύπτουν, πως η σκέψη τους, που τόσο τους χρειάστηκε κι ήταν το μέγιστο εργαλείο, να ξεμπερδέψουν όλη αυτή την υπόθεση… κάποια στιγμή, αυτή η σκέψη τους, γίνεται το νέο τους εμπόδιο, κι ανακαλύπτουν πως ούτε η σκέψη τους είναι, πως αυτή είναι μόνο μια κίνηση κι ένα γαργαλητό στο μέτωπό τους, κι είναι η σκέψη τους και το συναίσθημά τους μόνο με μία προϋπόθεση: να ταυτίζονται μαζί τους. Γιατί η σκέψη τους κάποτε χάνεται, εξασθενεί, σωπαίνει, και τους απομένει ο καθαρός νους.

 Ο τύπος κοίταζε μία εμένα μία το μπουκάλι με το ουίσκι, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, σαν να γύρευε απ΄το ένα απ΄τα δύο να αρπαχτεί. Στο τέλος αρπάχτηκε απ΄το μπουκάλι με το ουίσκι - ίσως έκανε σοφή επιλογή. Μετά ήρθε και μια γυναίκα στην παρέα, κοίταξε μία εμένα μία εκείνον και τον επέλεξε, άλλη μια σοφή επιλογή της.

 Διακριτικά σηκώθηκα και τους άφησα να τα βρουν μεταξύ τους. Να αλληλοσπαραχτούν, να αλληλοβοηθούνταν, να λύσουν το γρίφο, να απαντήσουν στο αίνιγμα, να μοιραστούν τα σώματα, να βουτήξουν στις ηδονές, να γλυκαθούν, να οργιστούν, να παλέψουν, να νικηθούν και να ηττηθούν παράλληλα, να θυμηθούν και να ξεχάσουν. Να περάσουν αυτοί που ήταν να διαφανούν αυτοί που αναζητούσαν να βρουν.

 Σηκώθηκα και βγήκα μες στη νύχτα. Έκανε ένα ψύχος δριμύ, σήκωσα τους γιακάδες του παλτού κι είπα στα πόδια βαδίστε. Άλλος κόσμος, άλλος ο κόσμος μου, άλλα πράγματα παρακάτω με περίμεναν. Τα όργανα μέσα στο μαγαζί έπαιζαν μια διασκέδαση ασυγκίνητη. Μα άλλος ήταν ο δρόμος μου, άλλος ο γρίφος μου, άλλο το αίνιγμά μου, άλλες απαντήσεις είχα να δώσω στον εαυτό μου. Άλλες πέτρες είχα να σηκώσω, άλλα να δω να χαρώ.

 Η δικιά μου πριγκίπισσα σε άλλο βασίλειο ζούσε, σε άλλη παραμεθόρια περιοχή, άλλη μοναξιά την έτρωγε. Πήγα στο στάβλο, καβαλίκεψα το άλογο κι έφυγα μες τη νύχτα. Μπορεί να ήταν κι αυτοκίνητο, ας μην κολλούμε σε λεπτομέρειες.

 Ίσως μου ήταν άγνωστος αυτός ο κόσμος και τα κόκκινα και τα πράσινα φανάρια του, μόνο κάτι στάσεις για να διασχίσουν το μονοπάτι ελάφια. Είχα τη φαντασία, δεν χρειαζόμουνα πάντα την πραγματικότητα, μπορούσα να ζω σε παράλληλους κόσμους και τις ζωές πολλών ανθρώπων, μπορούσα να μην πλήττω ποτέ. 

 Ξεκίνησα πριν τριάντα χρόνια να με βρω. Μα εκείνος που ξεκίνησε τότε χάθηκε. Κι αυτός που ξεκινά τώρα να βρει ποιος ακόμα είμαι, κι αυτός θα χαθεί. Και ξεκινούν οι άνθρωποι και πηγαίνουν στους ψυχολόγους για να βρουν τον εαυτό τους, μα θέλουν να τον βρουν μόνο για να μπορέσουν να τον χάσουν. 

 Γιατί δεν μπορείς να χάσεις κάτι που ποτέ δεν βρήκες, πως αλλιώς να το πω... δεν γίνεται να το αφήσεις να περάσει και να φύγει.  

 Η αναζήτηση ξεκινά με τη φράση: κάπου έχασα το διαμάντι μου, κάπου εδώ γύρω μου έπεσε. Και συνεχίζει ξύνοντας αμήχανα το τριχωτό της κεφαλής. 




Δημοσίευση σχολίου

Ο Χώρος κι ο Χορός

Τελειώνουν τα ψέματα τώρα πρέπει να στρωθούμε στη δουλειά και να ζήσουμε για τον εαυτό μας αρκετά χάσαμε χρόνο ονει...