19 Φεβρουαρίου 2017

Μαθητείες





Εσύ θέλεις από μένα τα δικά σου πράγματα
όμως εγώ τα δικά σου πράγματα δεν έχω να στα δώσω
κι υπάρχει κάπου ένας που έχει τα δικά μου πράγματα
αυτόν αναζητώ τα πράγματά μου να μου δώσει·
γιατί αυτός μπορεί να μου τα δώσει
εφόσον τα έχει

και μόνο έτσι φτιάχνουμε σχέσεις

Όμως να θέλεις τα δικά σου πράγματα από εκείνον που δεν τα έχει
δεν υπάρχει περίπτωση να τα πάρεις
κι αν μπορείς ν’ αγαπήσεις θ’ αγαπηθείς
μα αν δεν μπορείς ν’ αγαπήσεις δεν θ’ αγαπηθείς
γιατί αγαπιέται εκείνο σε σένα που μπορεί ν’ αγαπήσει
το άλλο που σε σένα δεν μπορεί ν’ αγαπήσει
μπορεί να προκαλέσει οίκτο, λύπη, συμπόνια
κατανόηση, αλλά δεν γίνεται ν’ αγαπηθεί

Να δώσεις εκείνο που δεν έχεις δεν το μπορείς
όμως αν το έχεις μόνο του φεύγει
γιατί εκείνο που έχεις εκείνο ψάχνει

Χρειάζεσαι να θυμώσεις
όμως εγώ δεν έχω αυτό που σε θυμώνει
χρειάζεσαι να οργιστείς
όμως εμένα εκείνο που οργίζει πέθανε
χρειάζεσαι εχθρό κι ανταγωνιστή
όμως δεν προσφέρομαι
χρειάζεσαι να παλέψεις
όμως δεν είμαι αντίπαλος  
χρειάζεσαι να νικήσεις
όμως δεν είμαι ήττα 
χρειάζεσαι ν’ αγωνιστείς
όμως εγώ δεν έχω προσπάθεια
τα χρειάζεσαι για ν’ ανέβεις
όμως εγώ ζω ήδη ψηλά

Και χρειάζεται το συναίσθημά σου το αντίκρισμά του
που δεν το έχω
και χρειάζεσαι να λες σχέση ό,τι σε καλύπτει
γιατί σε ολοκληρώνει
όμως διαφορετικά πράγματα μας ολοκληρώνουν

Μα θα τα βρεις
για να μπορέσεις να καταλάβεις τον εαυτό σου
κι αν δεν τον καταλάβεις θα τα ξαναβρείς
όσες φορές κι αν χρειαστεί

Μπορεί να χρειάζεσαι κάποιον να σε πληγώσει
για να πονέσεις και να χάσεις τον πόνο σου
μπορεί να χρειάζεσαι κάποιον να σ’ εξαπατήσει
για να μάθεις τα της εξαπατήσεως πράγματα
μπορεί να χρειάζεσαι κάποιον να σε προδώσει
για να μάθεις τα της προδοσίας και τα της συγχωρήσεως
μπορεί να χρειάζεσαι κάποιον κακό
για να γνωρίσεις τον εφιάλτη σου
και να σκεφτείς τα εφιαλτικά σου
μπορεί να χρειάζεσαι έναν τραγικό
για να ζήσεις την οδύνη σου 
μπορεί να χρειάζεσαι έναν μπερδεμένο
για να ξεμπερδευτείς
μπορεί να χρειάζεσαι έναν να σε λύσει
αν είσαι πρόβλημα  

Όμως μπορεί να χρειάζεσαι κάποιον τρυφερό
να σου μάθει τα της τρυφερότητας και της σκληράδας
μπορεί να χρειάζεσαι έναν αστείο
για να ξυπνήσει το γέλιο σου
ή κάποιον στοργικό να σου μάθει τα της στοργής
ακόμα κάποιον λευκό να σου μάθει τα λευκά σου
ή έναν μαύρο για να μάθεις πάλι τα λευκά σου

Δεν μπορώ να ξέρω τι χρειάζεσαι
ούτε εσύ μπορείς να το ξέρεις

Όμως υπάρχουν άλλοι που χρειάζονται την ειρήνη
γιατί γνώρισαν τον πόλεμο

Γιατί εκεί που εσύ είσαι
πέρασαν από κει
τις ιστορίες που εσύ ζητάς να ζήσεις
αυτοί τις έζησαν
αυτά που εσύ χρειάζεσαι να μάθεις
αυτοί τα έμαθαν και τα κατάλαβαν
γιατί το μάθημα το πήραν και το άφησαν πίσω τους
και γιατί είτε θα περνούμε τις τάξεις
είτε θα τρώμε διαρκώς ξύλο απ’ τη ζωή
και δεν το βλέπω έτσι κάποτε να αποφοιτήσουμε.

Γιατί εσύ χρειάζεσαι το δάσκαλό σου
κι εγώ τον δικό μου
κι αυτά που έχεις εσύ να μου μάθεις
εγώ τα ξέχασα. 


17 Φεβρουαρίου 2017

Το Σταυροδρόμι






 Η μέρα ήταν καθαρή, ο ήλιος έπεφτε αργά πίσω απ’ τις κορυφές του Ολύμπου, που μέσα απ’ το δωμάτιο τον μάντευε. Τίποτα δεν είχε χαθεί, και τίποτα δεν ήταν εδώ.
 Μια παράξενη κατάσταση, σαν δύο αγαπημένα αδέρφια χωριστά.
Σχεδίαζε το μέλλον· ήταν έτοιμος γι’ αυτό, περίμενε όμως κάτι, χωρίς να ξέρει τί. Περίμενε να του φανερωθεί, έλεγε Μίλα μου, όμως απέραντη σιωπή.
 Παρόλα αυτά ένιωθε έτοιμος να ξεκινήσει κι η αναμονή τον κρατούσε μόνο από ένα νύχι. Κοίταζε πίσω του έναν δρόμο που είχε περπατήσει με συντρίμμια· κάπου είχε αφήσει μια μάχη να μαίνεται χωρίς αυτόν. Ο παλιός του κόσμος είχε δύσει, ο νέος του δεν είχε ακόμα ανατείλει, πατούσε σαν πουλί σ’ ένα κλαδί με όρεξη να πετάξει. Ο ουρανός έξω απέραντος, ο κίνδυνος είχε κι αυτός χαθεί.

 Για το κοντινό μέλλον δεν είχε μεγαλεπήβολα σχέδια, ήθελε μόνο να ξεκινήσει, να ταχτοποιήσει εκκρεμότητες που είχαν μαζευτεί, μιας περιόδου που είχε περάσει χωρίς εκείνον, όμως τα τεφτέρια της έγραφαν τ’ όνομα του. Ήθελε να ξοφλήσει παλιούς λογαριασμούς, να μην χρωστά, τώρα που σχεδόν είχε ξοφλήσει με τον εφιάλτη του. Τώρα το να χρωστά τον γύριζε στον εφιάλτη του.

 Ήθελε να μετακινηθεί, να φύγει λιγάκι μακριά απ’ το παρελθόν, να πάρει μια απόσταση που την ένιωθε ως ασφαλείας. Να πάρει μια απόσταση από όσα ένιωθε. Ήταν γεμάτος ευγνωμοσύνη γι’ αυτό που περίμενε.

 Τι θα συνέβαινε τις επόμενες μέρες δεν γνώριζε, ήταν όμως σίγουρος πως κάτι θα συμβεί, είχε πάρει όλη την ελπίδα του, όλη την προσδοκία του, όλη τη λαχτάρα και τον πόθο του, τον είχε πάρει ολόκληρο, του είχε δοθεί του ανύπαρκτου. Είχε δοθεί σε κάτι που μόνο εκείνος το έβλεπε.  Ήταν παράξενη κατάσταση να έχει δοθεί σε κάτι άγνωστό του, και να σιγουρεύεται γι’ αυτό παραπάνω απ’ όλα τα γνωστά του πως υπάρχει.

 Δεν ήταν η πρώτη φορά που γνώριζε αυτή την κατάσταση, κι άλλες φορές την είχε γνωρίσει αλλά όχι από τόσο κοντά, από απόσταση αναπνοής. Κι άλλες φορές τον τράβηξαν έξω πράγματα που ήρθαν, όμως για λίγο και πάλι επέστρεφε, γιατί κάτι ακόμα είχε να μάθει και να βρει.
 Τώρα, είχε τραβήξει το σχοινί ως το ολότελα.

 Όταν το ξεκίνησε, πίστευε πως ήταν μεγάλος γι’ αυτά, για νέα σχέδια κι όνειρα, για μια νέα αρχή. Μα τώρα, καθώς το τελείωνε, αισθάνονταν πως ήταν μικρός γι’ αυτά κι αν χρειάζονταν σε δέκα χρόνια ξανά θα το ξεκινούσε. Προσπάθησε να εξηγήσει το γιατί.

 Ίσως όμως να μην το γνώριζε. Ίσως όλο αυτό που περιέγραφε να έγινε μόνο του και ξεκίνησε μια παλιά νύχτα. Τον είχε φωνάξει ένα παιδί, από τότε του μιλούσε μέσα στ’ αυτιά διαρκώς και δεν μπορούσε να μην το ακούει. Δεν έκανε τίποτα σ’ αυτή την κατάσταση με τη θέλησή του,  απ’ την άλλη όμως, ήταν βέβαιος πως όλα τα επέλεξε.

 Τώρα, γνώριζε που ήταν: σ’ ένα σταυροδρόμι, το γνώριζε γιατί υπήρχε μια άπνοια. Σε τούτη την άπνοια είχε βρεθεί κι άλλες φορές. Μετά από μια περίοδο, έναν αγώνα, κάτι μέσα του σταματούσε και ροκάνιζε το χρόνο, με λιγότερη επίγνωση όμως δεν το καταλάβαινε πως ήταν ένα σταυροδρόμι, πάντα όμως κάτι κρίσιμο συνέβαινε σ’ αυτό.
  Απ’ αυτό άνοιγε ένας δρόμος. Όμως σ’ αυτό το σταυροδρόμι, η αναμονή πάντα τον εξαντλούσε. Κάποιες φορές, απ’ αυτό το σταυροδρόμι, ήρθε κάτι και τον τράβηξε με βία.

 Κάποιες φορές, ήρθε στα χέρια του ένα βιβλίο, άλλες, κάποιος του μίλησε για ένα βιβλίο, άλλες πάλι φορές, εκεί που δεν το περίμενε, κάποιος άνθρωπος εμφανίζονταν. Όλ’ αυτά έφερναν έναν δρόμο, τον ακολουθούσε γιατί έπεφτε σ’ αυτόν ολόκληρος, άλλο κριτήριο δεν είχε για το σωστός. Ή ο άνθρωπος ολόκληρο θα τον άρπαζε ή το βιβλίο. Το βιβλίο θα φωτογράφιζε κάτι πολύ δικό του, ο άνθρωπος θα φωτογράφιζε εκείνον. Και στις δύο περιπτώσεις μηδέν το αλάνθαστο.

 Φυσικά, όλ’ αυτά φανέρωναν έναν τυφλό, που πρώτα προχωρά και μετά φτιάχνει δρόμο. Όμως ναι, έτσι ακριβώς συνέβαινε: πρώτα έριχνε το βήμα και μετά από κάτω έρχονταν και στρώνονταν ο δρόμος. Αυτό το έκανε, ακόμα κι όταν δεν γνώριζε οδοποιία, έτσι διέσχισε όλη τη γέφυρα. 

 Πως ήξερε ποιος δρόμος είναι ο δρόμος του; Ό,τι τον έπαιρνε ολόκληρο δικό του ήταν.  


16 Φεβρουαρίου 2017

Η Απάτη του Έρωτα






 Εντάξει, το ξέρουν πως ο έρωτας είναι απάτη, ποιος άλλωστε τον έζησε.
Το ξέρουν πως είναι απάτη, μια επινόηση του αναστεναγμού, τον εφηύραν μερικές γυναίκες που δεν άντεχαν την ωμότητα.

 Το ξέρουν πως είναι απάτη, αυτό που ένιωθαν για τον άλλον ήταν το σώμα τους.
Το ξέρουν πως είναι απάτη, δεν υπάρχει ο έρωτας, μόνο η αγάπη υπάρχει, και μόνο η αγάπη για την ομορφιά. Όμως επειδή είναι δύσκολη η αγάπη και μπορεί να σκοτώσει, καθώς παίρνει με το χρόνο ο άνθρωπος σώμα, παίρνει και λίγο φάλτσο η αγάπη και βγάζει στον έρωτα. Και μπορεί πάλι ο έρωτας να βγάλει στην αγάπη. Γιατί την ευθεία αγάπη μόνο τα παιδιά τη ζουν, οι μεγάλοι, αν καμιά φορά τη νιώσουν, τη νιώθουν μέσα από δοκιμασίες, να βρεθεί η χαμένη εμπιστοσύνη  κ.λ.π. κ.λ.π. με τα χρόνια και βλέπουμε. Σημείο είναι η αγάπη, χαμένο σημείο.

 Το ξέρουν πως ο έρωτας είναι απάτη και πως έρωτας δεν υπάρχει, όμως αυτό δεν σημαίνει πως δεν χρειάζεται. Και τα παραμύθια ψεύτικα είναι αλλά όχι κι άχρηστα. Το ξέρουν, μόνο η αγάπη στ' αλήθεια υπάρχει, όμως η αγάπη είναι πολύ, για όλους είναι πολύ. Είναι πολύ ν' αγαπούν, πόσο μάλλον έναν άγνωστό τους. Γιατί μόνο δύο μεταξύ τους άγνωστοι ερωτεύονται, αυτοί που γνωρίζονται αληθινά είτε μισούνται είτε αγαπιούνται.

 Το ξέρουν, πως ό,τι λένε έρωτα είναι ένα επιχείρημα που τους φέρνει κοντά, επειδή δεν ζουν κοντά στον εαυτό τους και χρειάζονται χρόνο να πλησιάσουν τον άλλο πάνε απ’ το μονοπάτι του έρωτα. Το ξέρουν, πως κάτι μόνο το βαπτίζεις έρωτα, όμως ο έρωτας ως συναίσθημα δεν υπάρχει. Εκτός κι αν εννοούν την κάβλα τους, πολλά εννοούν με αυτή τη λέξη, και κυρίως εννοούν, απ’ αυτή τη λέξη, πως φοβούνται την αγάπη.

 Όμως ο έρωτας είναι πιο ασφαλείς, είναι… πώς να το πω… πιο ουδέτερος, πιο γενικός. Γιατί ακριβώς αυτό φοβίζει: το αίσθημα το συγκεκριμένο για συγκεκριμένο άνθρωπο. Γι αυτό λένε, τι έχεις; Έλα μωρέ, απαντάει ο άλλος, νά, με βρήκε έρωτας. Α, και σ’ έριξε στο κρεβάτι ε; καλά, περαστικά σου τότε.

 Όμως έρωτας δεν υπάρχει. Υπάρχει μια γυναίκα που τον σκέφτεται. Είναι διαρκώς αλλού, είναι το μυαλό της σ' εκείνον, πάει να κόψει κρεμμύδια και κόβει το δάχτυλό της, γλύφει το αίμα της. Θέλει να γευθεί το αίμα της, αυτό είναι γι' αυτήν ο έρωτας, αυτή τη χρησιμότητα έχει: θέλει η ίδια να πάρει μια γεύση της, θέλει να δει και να καταλάβει πως η ίδια είναι. Αυτό δεν είναι έρωτας, είναι μια απλή αφηρημάδα, ξεχάστηκε, είναι μια αδυναμία να κυριαρχήσει στις σκέψεις της. Αν έκανε λίγες ασκήσεις προσοχής ο έρωτας θα της περνούσε. Αν την άφηνε το σώμα της να της περάσει.
  
 Υπάρχει ένας άντρας που διαρκώς τη σκέφτεται, έχει κυριαρχήσει εκείνη μέσα στην σκέψη του, τη ζηλεύει, θέλει ώρες ώρες να τη φιλήσει, να της κάνει παθιασμένο έρωτα κι άλλοτε να τη σφάξει. Πέφτει στο κρεβάτι να κοιμηθεί και δεν μπορεί να ησυχάσει, τελικά πιάνει το τηλέφωνο και της τηλεφωνεί, και κάπου εκεί κατά το ξημέρωμα το κάνουν δια τηλεφώνου. Τότε ησυχάζει και τον παίρνει ο ύπνος. Στη δουλειά το πρωί τα κάνει όλα λάθος, θέλει να στείλει φαξ και το προσπαθεί με την τοστιέρα, τον ρωτούν τι έχεις; Είμαι ερωτευμένος, απαντάει. Δεν είναι ερωτευμένος, έχει, «απδξφγηδηδχ98δ», αυτό.

«Αν μ’ αφήσει θα»
«Δεν μπορώ χωρίς»

Αυτές οι φράσεις δεν ανήκουν στον έρωτα, είναι απλώς ένα υπαρξιακό ζόρι.
Γιατί έρωτας δεν υπάρχει. Αγαπάς. Κι αν δεν μπορεί ν' αγαπάς, ανεβαίνεις σε μια στέγη και παίζεις βιολί μες στο κεφάλι σου.
 Και πέφτεις, πέφτεις απ’ αυτό που λένε έρωτα για να μπορέσεις ν' αγαπήσεις. Μα απ’ την αγάπη δεν πέφτεις, είσαι και ζεις στην αγάπη επειδή έπεσες, ποιος ξέρει από πόσους έρωτες.
 Απ’ την αγάπη δεν πέφτεις, γιατί δεν έχει αλλού βαθύτερα να πέσεις. Απ’ την αγάπη απευθείας πεθαίνεις.

 Όμως έχει γέλιο και κλάμα ο έρωτας, εκείνο το αχ του, το βαχ του, ο πυρετός του κι η παραζάλη του. Που δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα ανεμόδαρμα στου ανθρώπου το κενό. Γιατί χωρίς ανθρώπινο κενό έρωτας δεν υπάρχει. Και τώρα ξέρεις που οφείλεται ο έρωτας και που οφείλεται το κενό.

  Αγαπάς. Και μάθε να λες αγαπώ! Κι όταν δεν αγαπάς μάθε να λες δεν αγαπώ! Ανάμεσα σ΄αυτές τις δύο όχθες πόστο μην πιάνεις. 



Η Ανταπόδοση







 Λένε πως η ζωή είναι μια ανταπόδοση όσων είμαστε και δεν θα πρέπει να γκρινιάζουμε, δεν θα πρέπει να παραπονιόμαστε, γιατί ό,τι είμαστε μας επιστρέφεται. Λένε, πως είναι απλό να το δούμε, μα λένε επίσης, πως γι’ αυτό το λόγο δεν το βλέπουμε και χανόμαστε στα περίπλοκα και ψάχνουμε διαρκώς να βρούμε τι φταίει.
 Λένε, δεν θέλουμε να το δούμε και πως είναι κανόνας, που 'χει στο βάθος του τον πειρασμό να τον παραβιάσουμε και να κλέψουμε. Λένε, πως ο πειρασμός είναι να πάρουμε κάτι τίς περισσότερο απ' όσα δίνουμε και λένε, πως είναι δύσκολο να δεχθούμε πως πάντα ό,τι μας αξίζει το ζούμε και πως πάντα κρατούμε στα χέρια μας, όσα στην καρδιά μας έχουμε. Όλο το άλλο λένε, πως είναι προσπάθεια να ξεφύγουμε. Μα λένε, πως το κέρδος μας δεν το κυνηγούμε, ή είμαστε κέρδος λένε ή χασούρα.

 Λένε, πως αυτά δεν μας είναι πάντα αρεστά γιατί συνήθως κρύβουμε πράγματα απ’ τον εαυτό μας που δεν θέλουμε να τα δούμε, και λένε, πως τα κρύβουμε, γιατί δικά μας δεν τα θεωρούμε και δεν θέλουμε με αυτά που κρύβουμε σύμφωνη η ζωή μας να είναι, αλλά να είναι σύμφωνη με αυτά που θέλουμε. Ενώ εκείνη, η ζωή μας, έχει έναν τρόπο να είναι πάντα σύμφωνη με όσα κρύβουμε κι αυτό, λένε, συχνά μας εξοργίζει. Γιατί, λένε, πως εξοργιζόμαστε γιατί δεν μπορούμε να καταλάβουμε, πως είναι δυνατόν αυτό που κρύβουμε μέσα μας η ζωή μας να το βλέπει. Κι αν αυτό συμβαίνει, λένε, προσπαθούμε να το κρύψουμε καλύτερα, μα όσο το κρύβουμε πιο καθαρά η ζωή μας το βλέπει.
Γιατί λένε, πως η ζωή μας δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο, παρά σε όλες τις περιπτώσεις πάντα η δικιά μας αλήθεια, ακόμα κι όταν δεν μας συμφέρει.

 Και λένε, πως Αυτό που μας βλέπει και κανονίζει τα πράγματα, μας βλέπει βαθιά και μας ξέρει καλύτερα απ’ τον εαυτό μας. Και λένε, πως την αλήθεια μας κάθε στιγμή τη ζούμε. Κι επίσης λένε, πως αυτή είναι η κατάρα μας κι η ευκαιρία μας.
 Μα λένε, πως μόνο έτσι είναι κι αυτό που είμαστε κάθε στιγμή το ζούμε, και λένε, πως εμείς έχουμε πρόσβαση μόνο στον εαυτό μας, κι όλο το άλλο που προσπαθούμε ν’ αλλάξουμε από εμάς αλλάζει σαν να το κάνει μόνο του και πως είναι αδύνατον να μην αλλάζει από εμάς, είτε προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο. Γι’ αυτό λένε: φτιάξε εσένα και τα έφτιαξες όλα. Γιατί λένε, αν τα φτιάξεις όλα χωρίς να φτιάξεις εσένα, άφτιαχτα τ’ άφησες. Γιατί, λένε, το κουσούρι που έχουν τα μάτια σου, σ’ όλον τον κόσμο το βλέπεις.

 Επίσης λένε, πως αυτό είναι δύσκολο ολοκληρωτικά να το δεχθείς και πως δεν θέλεις εύκολο να το παραδεχθείς, πως εσύ η μοίρα σου και το πεπρωμένο σου είσαι, και λένε, πως πάντα ελπίζεις κάτι καλύτερο να σε βρει απ’ αυτό που είσαι και πως προσεύχεσαι διαρκώς, κάτι το μέσα σου να καταλάβει πόσο χρυσό είναι κι εκείνο ν’ ανταποδώσει, κι όλο το άλλο το ανούσιο και τ’ άχαρο πολλές φορές, αν μπορέσει να το παραβλέψει σαν ξένο και σαν δικό σου να μην το δει και να το προσπεράσει. Αλλά Εκείνο που βλέπει το καλό σου να δει και το κακό σου ν’ αγνοήσει, το νόμο της ακριβούς ανταπόδοσης ελάχιστα να μπορέσεις να κλέψεις, και λένε, πως υπάρχει πάντα ένας πόθος πως σου αξίζει κάτι τίς πάντα καλύτερο απ’ αυτό που είσαι. Μα λένε, πως υπάρχει κάτι σαν δικαιοσύνη σκληρή και πως την αλήθεια σου δεν μπορείς να την ξεγελάσεις και να την κοροϊδέψεις, γι’ αυτό λένε πως κάτι μέσα μας πάντα υπομένουμε οι άνθρωποι και πως αν υπομένουμε  αρκετά, κάτι μέσα μας μόνο του αλλάζει και παίρνει το δρόμο κι αλλάζει κι έξω μας στον ίδιο βαθμό.

 Λένε, πως όλα τ’ άλλα περισσεύουν και μπροστά σ’ αυτή την αλήθεια της ανταπόδοσης δεν είναι τόσο άξια λόγου, γιατί, όλο αυτό λένε, πως είναι η πραγματικότητά μας και πως πάντα η πραγματικότητα που ζούμε είναι η πραγματικότητα που αισθαντικά βιώνουμε.

 Γιατί λένε, πως αυτό που είσαι είναι. Και πως πάντα είναι αυτό που είσαι και ποτέ δεν είναι αυτό που προσπαθείς. Και μόνο σαν είσαι χωρίς καμιά αμφιβολία είναι. Και πάντα έτσι όσα είναι, είναι, και με άλλο τρόπο δεν γίνεται κάτι να είναι. Και λένε, πως οι άνθρωποι πάντα κάτι ανάμεσα στο παλιό και το καινούργιο είναι, κι αφού έτσι αυτοί είναι, όλα κάτι ανάμεσα στο παλιό και το καινούργιο είναι. Μα σαν οι άνθρωποι φτάσουν κοντά στο καινούργιο τους να είναι, τότε όσα είναι, όπως είναι αυτοί είναι. Γιατί αν δεν είναι οι άνθρωποι τα πράγματα δεν μπορούν να είναι. Και δεν μπορούν να είναι άλλο τα πράγματα των ανθρώπων κι άλλο οι άνθρωποι.

 Την αλήθεια, λένε, κανείς δεν κατάφερε να την ξεγελάσει, και λένε, πως αυτή δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ίδια η πραγματικότητα. Και λένε, πως την πραγματικότητά σου, πρώτα τη ζεις και μετά αλλάζει, γιατί η πραγματικότητα, είναι κάτι που το πείθεις. Όμως η πραγματικότητα, απ’ την άλλη μεριά της, σε πείθει, κι εκεί στην πειθώ γίνεται η μάχη για αλλαγή της πραγματικότητας. Γιατί, αν πείσεις τον εαυτό σου για μία άλλη πραγματικότητα την έχεις, μα αν σε πείσει η πραγματικότητα για τον εαυτό σου πάλι τον έχεις, είτε σου αρέσει είτε όχι.

 Στον χαρούμενο, λένε, πάνε και κολλούν οι χαρές και στον δυστυχή οι δυστυχίες. 

 Λένε. Εγώ λέω να πάω να πιω έναν καφέ τώρα και να μελετήσω λιγάκι τ' άστρα. 

 

15 Φεβρουαρίου 2017

Η Αβάσταχτη Μοναξιά του Τσάρλι






 ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ

 - Έπληττα μια μέρα θανάσιμα και κατέβηκα στην αγορά για μερικά ψώνια. Όχι πως χρειαζόμουν κάτι αλλά μόνο για να ξοδέψω μερικά απ’ τα λεφτά του Φ. Μου δίνει αρκετά και τα μαζεύω, δεν ξέρω τι να κάνω και συχνά με μαλώνει που δεν επωφελούμαι αρκετά απ’ το γάμο μας. 
 Προχωρούσα στην κεντρική λεωφόρο της πόλης μας, ξέρεις, στην οδό Τ. εκεί που είναι τα μαγαζιά και χάζευα τις βιτρίνες. Όταν τον είδα να έχει πατήσει το ένα του πόδι σ’ ένα παγκάκι και να γυαλίζει το παπούτσι του. Δεν ξέρω για πιο λόγο μου έκανε τόση εντύπωση αλλά ήταν ντυμένος σαν άρχοντας, φορούσε μια μπεζ καπαρντίνα, το ωραίο του σώμα, η ωραία του κορμοστασιά,  ήταν λυγισμένη πάνω απ’ το πόδι του και γυάλιζε το παπούτσι του με μια ανησυχία, ενώ γύρω του όλοι πήγαιναν βιαστικοί στις δουλειές τους. 
 Θαρρώ ξεχώριζε μέσα σ' ένα σμήνος νεκρών ανθρώπων που περπατούσαν σαν υπνωτισμένοι. Τα μακριά μαλλιά του κυμάτιζαν στο αεράκι και μου έμοιασε βγαλμένος μέσα από μια άλλη ιστορία κι όχι αυτή του κόσμου μας. Ένιωσα μια παρόρμηση να πάω κοντά του και να τον ρωτήσω, απλώς να τον ρωτήσω, χωρίς να έχω κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου. Ήθελα μόνο ν' ακούσω τη φωνή του, θαρρώ κάτι τέτοιο θα διέψευδε ή θα επαλήθευε όσα σκεφτόμουν εκείνη την ώρα. Αν ήταν μια φωνή συνηθισμένη θα έλεγα πως έκανα λάθος, όμως ένιωθα έναν δισταγμό πως ίσως δεν ήταν μια φωνή συνηθισμένη. 

 Προσπαθώντας να νικήσω αυτόν τον δισταγμό κι έναν φόβο μου, χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα να στέκομαι μπροστά του και τον είδα να περιμένει να διατυπώσω την ερώτησή μου. Για λίγο τα έχασα και μου ήρθε να το βάλω στα πόδια, να τρέξω, ήταν όμως αργά και σκέφτηκα μια ερώτηση, κάτι άσχετο, δεν θυμάμαι. Νομίζω όλο αυτό το έπλασα για να με κοιτάξει και με κοίταξε. Τσάρλι, τότε ένιωσα να υπάρχω, το έχεις νιώσει έτσι κάποια φορά;

 - Να σε κοιτούν και να υπάρχεις. Ναι, νομίζω πολλές φορές, άλλωστε δεν νομίζω να υπάρχει άλλος τρόπος να υπάρχεις παρά εκείνος του να σε κοιτούν. Θαρρώ, αυτό και μόνο το κίνητρο με κατάντησε εκκεντρικό.

- Να υπάρχεις όμως μ’ έναν άλλο τρόπο Τσάρλι, σ’ αυτόν τον άλλο τρόπο αναφέρομαι. Γιατί με κάποιο τρόπο υπάρχουμε, όμως δεν μπορείς να πεις πως πάντα μάς είναι ευχάριστος κι αρεστός. Όμως το να υπάρχουμε συγκεκριμένα για κάποιον και να έχουμε μια κορυφαία σημασία στη ζωή του… αυτό μας κάνει να υπάρχουμε, πολλές φορές, με τον τρόπο που θέλουμε κι ονειρευόμαστε. Έτσι μ' έκανε να νιώσω ο άνθρωπος αυτός, ήταν… πώς να το πω… όπως με κάνουν να νιώθω τα παιδιά μου για αυτά…  αλλά πιο προσωπικό κι αφορούσε μόνο εμένα, αν κι από εκείνον έρχονταν το ερέθισμα. Ήταν σημαντικό Τσάρλι, μου έδινε μεγάλη αξία και μ' έκανε να νιώθω γυναίκα. Μετά, ο τρόπος που μου μίλησε, η συμπεριφορά του, όλα σε αυτόν με αξίωναν, μου μιλούσε σαν να μιλά σ' ένα διαμάντι και με έκανε να χάνω μια διάθεση σκουπιδιού που είχα πολλές φορές για τον εαυτό μου. Ποτέ δεν ένιωσα έτσι για τον άντρα μου, με κάνει να νιώθω βέβαια χρήσιμη, αλλά αυτό δεν απέχει πολύ από ένα εργαλείο. Για τον Φ. είμαι ένα εργαλείο Τσάρλι, καλογυαλισμένο αλλά εργαλείο. Τον φροντίζει, φροντίζει τα παιδιά, μαγειρεύει, τον συνοδεύει στις δεξιώσεις, τον αγκαλιάζει τις νύχτες όταν ξυπνούν οι φόβοι του, τον νανουρίζει, του φροντίζει τα τραύματα του και θα έλεγες, πως δεν είμαι μόνο ένα εργαλείο γι’ αυτόν αλλά ένα πολύ μηχάνημα, που αν χαλάσει κάποια μέρα του ξεκουρδίζει τη ζωή του και το πρώτο που σκέφτεται είναι να το πάει στο μάστορα γιατί του αποσυντονίζει την τόσο συντονισμένη ζωή του.

 Ωραία ζωή, δεν λέω, αλλά ζωή για να το σκας Τσάρλι και τα κατάλαβα όλα αυτά, αφού μπόρεσα να τ' αφήσω λιγάκι πίσω μου και να πάρω μια απόσταση, να τα κοιτάξω λιγάκι από μακριά. Τώρα ξέρω τι ήλπιζα Τσάρλι, αυτή την απόσταση απ’ τη ζωή μου ήλπιζα, αυτή την υπέρβαση, τώρα ξέρω πως είναι να ζει κανείς.

- Μήπως όμως υπάρχει κάποιος φόβος, πως αυτό το όμορφο που ζεις θα χρειαστεί να το πληρώσεις;

- Υπάρχει κάποιος φόβος όμως προσπαθώ να μην τον σκέφτομαι.

- Μήπως γι' αυτό το λόγο μόνο επαληθεύονται οι φόβοι μας;

- Δεν ξέρω Τσάρλι, όμως δεν θέλω να χαλάει τίποτα αυτή τη στιγμή αυτό που ζω, αν κι έχω την αίσθηση πολλές φορές πως κάτι άλλο πάντα απ’ αυτό που ζούμε έρχεται βαθιά από μέσα μας και μας φτάνει, ένα άλλο κύμα κι έτσι μόνο ξεσκεπαζόμαστε. Μα εγώ έμεινα καιρό σκεπασμένη απ’ το κύμα του γάμου μου μέχρι που τα νερά έγιναν μαύρα και με έπνιξαν Τσάρλι.

- Συνέχισε την ιστορία όμως, λατρεύω αυτές τις ιστορίες.

- Ο κόσμος περνούσε δίπλα μας και πολλές φορές μας σκουντούσε, τ' αυτοκίνητα κορνάριζαν στην λεωφόρο, τα φρένα των λεωφορείων στρίγκλιζαν και καθόμασταν εκεί στην άκρη του πεζοδρομίου να κοιταζόμαστε. Μέχρι που πήρε την απόφαση και είπε: δεν σε ακούω, έλα μαζί μου αν θέλεις, και χωρίς να με ρωτήσει με άρπαξε απ’ το χέρι και με οδήγησε σ’ ένα καφέ. Δεν ξέρω για ποιο λόγο αλλά δεν ήθελα ν' αντισταθώ, ήθελα να χάσω κι όση αντίσταση είχα, αυτή η αντίσταση νομίζω μας σκοτώνει. Είπα μέσα μου ακολούθα, αφού μόνη σου σκατά τα έκανες κι ακολούθησα. 

 Καθόμασταν απέναντι στο καφέ όταν είπε: ωραία, εδώ μπορούμε να μιλήσουμε με την ησυχία μας. Τότε διαμαρτυρήθηκα και προσπάθησα να είναι έντονα. Γιατί μ' έφερες εδώ; είπα. Γιατί με τράβηξες με το ζόρι; άφησέ με να φύγω. Με κοίταξε και είπε: Μα δεν σε κρατώ. Ξεχνάς πως εσύ μ' έφερες εδώ κι όχι εγώ, εσύ με τράβηξες με την ομορφιά σου, αν θέλεις φύγε αλλά θα με πάρεις μαζί σου.

 Ήμουνα ακόμα σ' ένταση και καθόμουν στην άκρη της καρέκλας. Δεν ήξερα τι να κάνω όμως ο εγκέφαλος δεν έδινε καμία εντολή, ήμουν μόνο η μισή εκεί κι άλλη μισή, γνώριζε πως αν εκείνη τη στιγμή έφευγε πού θα πήγαινε. Θα γύριζε απλώς στη ζωή που απ’ αυτήν πάλευε να ξεφύγει.
  
 Καταλαβαίνεις πως ήταν κρίσιμη στιγμή και μόνο ο εγωισμός κι η θέλησή μου θα μπορούσαν να με διώξουν. Τότε είπα στον εαυτό μου μείνε, μάλιστα του είπα: μείνε ηλίθια! που θα πας; που θα γυρίσεις; στο μαύρο πέλαγος της θλίψης σου; σου δίνεται μια ευκαιρία στη ζωή, αυτή εδώ, ακριβώς αυτή τη στιγμή είναι η ευκαιρία σου κι είπα τότε: πάρε το ρίσκο μαλακισμένη! Συγνώμη Τσάρλι που μιλώ έτσι αλλά σου μιλώ τη γλώσσα της ειλικρίνειας που καμιά φορά μιλούμε στον εαυτό μας και δεν θέλω να την κρατώ πάντα για μένα.
 Καθώς έλεγα αυτά το αποφάσιζα. Εντάξει, είπα τότε, θα μείνω για λίγο, για έναν καφέ τουλάχιστον. Ποιος είσαι; πως ονομάζεσαι και τι δουλειά κάνεις;

 Αυτός φώναξε τη σερβιτόρα κι έβγαλε τα τσιγάρα του. Ωραία, είπε, ας χαλαρώσουμε λοιπόν, δεν είναι άσχημα να είμαστε μαζί, αν και καταλαβαίνεις πως αυτό είναι ένα τίποτα. Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς λέγοντας τίποτα, είπα.
 Θέλω να πω, πως δεν είναι κάτι και δεν χρειάζεται ν' ανησυχούμε γι' αυτό. Είναι μόνο ανθρώπινη παρέα που μας χαρίζει το ενδιαφέρον της, είναι κάτι άλλο;
 Όχι, απάντησα, οπωσδήποτε τίποτα άλλο και με καθησυχάζει ο τρόπος που το βλέπεις. Το βλέπω ως τίποτα, αυτή είναι η ανθρώπινη βάση μας, ξεκινούμε πάντα από ένα τίποτα και πάνω στο τίποτα χτίζουμε με τον σκοπό μας, ό,τι δεν είναι εξαρχής τίποτα είναι προκατάληψη.  Έχεις εσύ κάποιο σκοπό για μένα; επειδή εγώ για σένα δεν έχω κανέναν απολύτως σκοπό, ό,τι δημιουργηθεί θα δημιουργηθεί τώρα, από παρθένα βάση.
  
 Δεν έχω κανέναν απολύτως σκοπό για σένα, είπα κάπως πειραγμένη, ό,τι σκέψεις έχω είναι για τη ζωή μου. Τότε είπε: μήπως έχεις κάποια θέση στην καρδιά σου για μένα; Με ξάφνιασε η ερώτησή του και θέλησα να κερδίσω χρόνο. Τι εννοείς; είπα.
 Μήπως έχεις κάποια θέση στην καρδιά σου για κάποιον; Τότε σάστισα. Δεν ξέρω, ομολόγησα, πως το γνωρίζει κανείς αν έχει κάποια θέση στην καρδιά του για κάποιον;  Απ’ τη νύχτα του, απάντησε, τη θέση που βρίσκουν οι άλλοι στην καρδιά μας εμείς την έχουμε ετοιμάσει.

  Είχα χαλαρώσει αρκετά κι έπινα τον καφέ μου, νομίζω έχω μια τέτοια θέση στην καρδιά μου, του είπα, που την ετοίμασε  άθελά μου ο εαυτός μου κάποιες δύσκολες νύχτες μου, όμως είναι περίπλοκο το ζήτημα, αυτή η θέση έχει απαιτήσεις, δεν ταιριάζουν όλοι σ’ αυτή τη θέση, άλλος περισσεύει άλλος λιγοστεύει. Συχνά αυτή η θέση ζητά να έρθει να καθίσει κάποιος ακριβώς, είναι μια περίεργη θέση, συχνά πιάνεται από λεπτομέρειες. Είναι μια θέση τόσο του νου, όσο της ψυχής και του σώματος, τουλάχιστον σ’ εμένα.

 Είχα αρχίσει να ξεθαρρεύω και θυμώνουν αρκετά απ’ τα λόγια σου Τσάρλι, του είπα τότε με κάποιο θράσος: εσύ καλέ μου άνθρωπε, έχεις κάποια θέση στην καρδιά σου για κάποιον ή κάποια; ή μήπως είσαι ένα τραμ ή ακόμα ένα λεωφορείο; γιατί ωραίος είσαι, νέος είσαι, σέξι και αρρενωπός κι απορώ τι θέλεις εδώ μαζί μου. Το ξέρεις πως είμαι μια παντρεμένη γυναίκα και πως τώρα θα έπρεπε να είμαι σπίτι μου με τον άντρα μου και τα παιδιά μου;
 Δεν τα ξέρω όλα αυτά αλλά τα μαντεύω, είσαι με τη θέλησή σου εδώ, μην το ξεχνάς. 
 Τότε μόνο έβγαλα το παλτό μου και το ακούμπησα στη διπλανή καρέκλα. Ένιωθα άνετα Τσάρλι χωρίς να θέλω να το εξηγώ και δεν ήθελα να το χάσω, είχα καιρό να νιώσω έτσι, ήταν μια λευτεριά που απ’ αυτήν πιανόμουνα. Δεν ήμουν εγώ, δεν είπα εγώ πρώτη το θέλω να σε φιλήσω, κάποια άλλη το είπε με τα χείλη μου.

 Σε λίγο τον φιλούσα με πάθος μέσα στο καφέ σαν έφηβη και μετά βρεθήκαμε σπίτι του. Όλα έγιναν σαν σ’ ένα όνειρο μέσα. Δεν μετανιώνω διόλου γι’ αυτά, πέρασα υπέροχες στιγμές μαζί του και συνεχίζουμε να βρισκόμαστε. Νιώθω ξανά το αίμα μου να κυλά ζεστό στις φλέβες μου, περισσότερα δεν ξέρω για τη ζωή του μα δεν με νοιάζει τι κάνει έξω από τη σχέση μας. Σε αυτήν είναι άψογος, με κάνει και νιώθω υπέροχα, το σώμα μου ξύπνησε ξανά Τσάρλι, αν το πληρώσω αυτό, και μάλιστα ακριβά, θα σκύψω το κεφάλι και θα δεχθώ την τιμωρία μου. 
 Όμως αξίζει, ζω Τσάρλι, με ακούς ζω! Επιτέλους Ζω! Δεν είμαι νεκρή και δεν μπορώ αυτό ν' αρχίσω να το κατηγορώ, δεν μπορώ αυτό να αρχίσω να το υπονομεύω. Ξέρω τι με περιμένει στην άλλη όχθη Τσάρλι αν φύγω απ’ αυτό, έμεινα καιρό στην άλλη όχθη, ρίζωσα εκεί, τη γνώρισα καλά, δεν θέλω να γυρίσω στην άλλη όχθη καλέ μου, θέλω να μείνω σ’ αυτή την όχθη όσο μπορώ, είναι τρομαχτικά στην άλλη όχθη κι ελπίζω μέσα μου, πως αν με αφήσει μια μέρα, θα μπορέσω να κρατηθώ μόνη μου σ’ αυτή την όχθη, εδώ στη χαρά, την όρεξη για ζωή.
  
 Νομίζω ο θεός τον έστειλε Τσάρλι, εισάκουσε τις προσευχές μου, σε τόσο λίγο καιρό κι έχω μάθει πολλά πράγματα για τον εαυτό μου, έχω ζήσει σε λίγες μέρες ολόκληρους μήνες, έχω αφήσει πολλά πράγματα πίσω μου καλέ μου Τσάρλι, βλέπω τώρα την περασμένη ζωή μου σαν να τη έζησε μια άλλη.

13 Φεβρουαρίου 2017

Το Εδώ








 Τόση πληροφόρηση, τόσα ενδιαφέροντα για να ξεφύγεις, τόσα ζητήματα για να χαθείς και τόσο προβλήματα για να επικεντρωθείς. Κι εγώ θυμίζω συχνά στον εαυτό μου μείνε εδώ, στα πέντε δικά σου πράγματα, στον ένα σου σκύλο, στις δύο σου κάμαρες, στους δυόμισι ανθρώπους σου, αλλά μείνε εδώ, στα δύο ενδιαφέροντα κι όσες σειρήνες κι αν σε ξεγελάσουν... κι όσες σκέψεις για λίγο σαν δικές σου ακολουθήσεις... γύρισε πάλι πίσω, ξανά και ξανά, εδώ στα δικά σου θέματα κι από δω θα ανοίξει ένας κύκλος που όλα θα τα περιλάβει και μια λαμπερή ακτίνα θα τον διασχίσει που θα σε πάρει μαζί της.

 Μα μείνε εδώ και μην ανεβαίνεις διαρκώς αναβάτης σε ξένα άλογα, μείνε εδώ και τάισε το δικό σου άλογο, να δυναμώσει, να γίνει υπέροχο, να βγάλει φτερά. Όμως μείνε εδώ, την ενέργειά σου μην τη σπαταλάς, καρφώσου στον τοίχο, κρατήσου από μια δικιά σου σκέψη, ακόνισε το νου σου, μα να είσαι πάντα εδώ, κοντά στον εαυτό σου, παρών σε όσα σου συμβαίνουν, κι απ’ το παρόν ένα άλλο παρόν προβάλει κι ανατέλλει. Κι απ’ το παρόν ένα άλλο παρόν μέσα από σένα πηγάζει και σε βγάζει, κι έτσι από παρόν σε παρόν προχώρα και τις στιγμές σου μην τις προδίδεις.
  
 Όμως μείνε εδώ, γέψου και το δυσάρεστο να περάσει, μην το απαρνηθείς, μην προδίδεις τον εαυτό σου, μην τρέχεις μακριά του να φύγεις. Ζήσε την ανάγκη σου ως να περάσει, ζήσε τον φόβο σου ως να τον καταλάβεις, πόνεσε τον πόνο σου ως να χαθεί, σκέψου τις σκέψεις σου ως να λάμψει η μνήμη σου. Αλλά μείνε εδώ, εκεί έξω έχουν μεγάλη ανάγκη να πιστέψουν στον εαυτό τους και θέλουν να τους πιστέψεις, έχουν μεγάλη ανάγκη να δικαιωθούν και θέλουν να τους δικαιώσεις, θέλουν με πάση θυσία να αποδείξουν στον εαυτό τους πως αξίζουν και σε χρειάζονται γι' αυτό. Χρειάζονται οπωσδήποτε την αποδοχή σου, γιατί τους είναι δύσκολο να αποδεχτούν τον εαυτό τους, κι εσύ μπροστά σε όλα τα επιχειρήματά τους, μείνε απλώς παρών, τότε θα δεις, πως σ' ένα λεπτό, θα υποχρεωθούν μόνοι τους να το αλλάξουν.

 Υπάρχει μεγάλη παραπλάνηση κι αποπλάνηση ενηλίκων, έχουν βιάσει όλες τις παρθένες, έχουν γεμίσει τα κεφάλια τους με χίλια δύο άσχετα πράγματα που δεν τους αφορούν. Μείνε εδώ, γιατί εδώ είναι η πραγματική ζωή και μην ενδίδεις στη θεωρία της.

 Μείνε εδώ, γιατί ο κόσμος είναι από νερό κι η θάλασσά του θόλωσε, καθάρισε το δικό σου ποτάμι, μην ενώνεις το νερό σου με τα βρώμικα νερά του κόσμου. Είναι θολός γι' αυτούς ο κόσμος, είναι θολά τα μάτια τους, μην επιτρέπεις να θολώσουν τον κόσμο σου.

  Μείνε εδώ και γίνε ελαφρύς σαν πούπουλο και πέτα πάνω απ’ τον κόσμο, το βάρος σου να μην σε εξαναγκάζει, γιατί ό,τι λένε εκεί έξω μοίρασμα, εννοούν να μοιράζονται το βάρος τους και ποτέ δεν το χάνουν. Όμως εσύ μείνε εδώ και χάσε το βάρος σου, γίνε ηγέτης του εαυτού σου, μείνε εδώ, γιατί εκεί έξω δεν ξέρουν τι κάνουν, σταυρώνουν όλη μέρα Χριστούς.

  Μείνε εδώ, απαρνήσου τους έρωτές τους, έχουν ξεχάσει να διασκεδάζουν, απαρνήσου τα θλιμμένα γλέντια τους, έχουν σκεπαστεί απ' τ' άκλαυτα δάκρυα τους. Μείνε εδώ και κλάψε τα δικά σου δάκρυα ως με τη δικιά σου χαρά να χαίρεσαι. Μείνε εδώ, γιατί αν σε βρει μια μέρα η ευτυχία σου εδώ θα σε βρει.
  
 Απλώς μείνε εδώ και συνέχισε κάθε μέρα και κάθε στιγμή να μένεις εδώ, μέχρι να είσαι εδώ, κι όταν βρεθείς εδώ θα διαπιστώσεις πως εδώ ερχόσουν, το όνειρό σου ήταν να φτάσεις εδώ, σ’ αυτή την απέραντη στιγμή σου που ανοίγει επειδή μένεις εδώ και την αντέχεις.
  
 Μείνε εδώ, γιατί μακριά απ’ το εδώ μόνο ο πειρασμός υπάρχει. Μην υπακούς στον πειρασμό σου, γύρνα ξανά και ξανά εδώ, κάνε βάση σου το βλέμμα σου κι από εδώ μέσα τα βλέπεις όλα. Γιατί όταν μένεις εδώ, καμιά στεναχώρια δεν διαρκεί για πολύ, καμιά αγωνία δεν ζει και κανένας φόβος. Γιατί όταν μένεις εδώ είσαι πάντα ασφαλείς, επειδή την αγία αυτή στιγμή ποτέ δεν κινδυνεύεις.
  
 Όμως μείνε εδώ μέχρι να περάσουν όλα, μέχρι να περάσεις εσύ, γιατί όταν μένεις εδώ μια μεταμόρφωση σού συμβαίνει, περνάς εσύ και φανερώνεσαι εσύ, κι αυτό είναι ό,τι ποτέ ήλπισες κι ό,τι προσδοκάς, κι αυτό είναι ό,τι στ’ αλήθεια θέλεις και λαχταράς.

  Όμως μείνε εδώ, σταθερός μέσα στη ίδια σου τη διακύμανση της πλάνης και τις αμέτρητες ροπές που σε ακολουθούν, γιατί το πιο ευχάριστο σημείο του χρόνου το εδώ είναι.

  Μείνε εδώ κι άνοιγε σαν βεντάλια μέχρι να τα χωρέσεις όλα. Τότε δεν θα πλήττεις, θα χάσεις τη στεναχώρια σου, θα χάσεις τη μοναξιά σου, θα σε ξεχάσει η θλίψη, αρκεί να μείνεις εδώ και θα περάσουν όλα σαν ξένα. Κι ό,τι μείνει εδώ θα είσαι εσύ, γιατί ό,τι δεν είναι αυτή τη στιγμή εδώ εσύ δεν είσαι.
  
 Όμως μείνε εδώ, γιατί αυτή είναι η αυτογνωσία, η μελέτη η κι γνώση του κόσμου. Μάθε όσα χρειάζονται για να βρεθείς εδώ. Επειδή εδώ είναι όλα κι όλα είναι για να φτάσεις εδώ. Μα σαν βρεθείς εδώ έχεις όλα όσα σου χρειάζονται, γιατί μπορείς να είσαι πλήρης κι ολοκληρωμένος μόνο εδώ.
  
 Μείνε εδώ, γιατί του χρόνου το πονηρό παιγνίδι είναι του ανθρώπου όλο το βάσανο. Μείνε εδώ κι από δω ξεκίνα, μα όπου κι αν πας μη φύγεις μακριά απ’ το εδώ, γιατί κι εκεί που πηγαίνεις πάλι εδώ είναι και σαν βρεθείς εκεί θα το διαπιστώσεις. Γιατί πηγαίνεις εκεί για να βρεθείς εδώ και γι’ άλλο λόγο εκεί δεν πηγαίνεις. Γιατί το εκεί και το εδώ ένα είναι, και γιατί, θέλεις δεν θέλεις είσαι πάντα εδώ, όπου κι αν πας όπου κι αν βρεθείς. Κι αν δεν είναι όλα τώρα καλά κι εντάξει εδώ... ούτε κι εκεί θα είναι.
  
 Μείνε εδώ, όλο το άλλο είναι μόνο μέσα στο μυαλό. Όμως το εδώ έχει μια άλλη χάρη και μια άλλη διάρκεια. Μείνε εδώ, επειδή είτε το θέλουμε είτε όχι εδώ είναι για πάντα κι οι ανθρώπινοι χρόνοι η διαδρομή του χαμού μας και της ζωής μας. Μείνε εδώ κι αναδύσου σαν την υπέροχη Αφροδίτη μέσα απ’ τη θάλασσά σου.

 Μείνε εδώ, γιατί είσαι χαρούμενος και δεν το ξέρεις, γιατί είσαι ήδη ευτυχισμένος και δεν το αντέχεις, γιατί είσαι ήδη εδώ και δεν το μπορείς. Όμως μείνε εδώ κι εδώ θα βρεις όσα θέλεις, επειδή ο παράδεισός σου είναι εδώ, αυτή τη στιγμή και τώρα!



12 Φεβρουαρίου 2017

Ακόμα Λίγο








Ακόμα Λίγο

Στη ζωή πάντα άφηνα δουλειές μισοτελειωμένες·
είπα τουλάχιστον να τελειώσω τον εαυτό μου.
Δύσκολη δουλειά, δούλεψα διπλοβάρδιες·
όμως εδώ και καιρό
έχω ακόμα λίγο.  


*


Διαφορά των Ιδίων

Θα μπορούσα να γράψω την ιστορία δύο πεθαμένων:
ο ένας θα είναι στη βάρκα που χάθηκε
ο άλλος στη βάρκα που βρέθηκε
κι η ιστορία θα είναι
στην αναμεταξύ τους διαφορά.





11 Φεβρουαρίου 2017

Η Φωνούλα












- Τι ήθελες να πεις στον κόσμο;

- Δεν ξέρω πάντα, νομίζω όμως πως τις περισσότερες φορές τίποτα δικό μου δεν λέω στον κόσμο. Θαρρώ πως έχω χάσει τη φωνούλα μου, κι ακόμα θαρρώ πώς δεν την έχω βρει.

- Δεν σε καταλαβαίνω.

- Κοίτα, μια μέρα έβαλα στον εαυτό μου τις φωνές και τότε μου μίλησε, με μια φωνούλα, όμως πνιγμένη στα δάκρυα. Πιάστηκα όμως απ’ αυτή τη φωνούλα σαν τη μοναδική ελπίδα μου κι από τότε, ξέρω τι πάει να πει έχω χάσει τη φωνή μου, ή δεν έχω βρει ακόμα τη φωνή μου.

- Μα τη φωνή σου δεν θέλεις να την πεις, να την βροντοφωνάξεις στον κόσμο, να την μοιραστείς;

- Κοίτα, δεν ξέρω αν πράγματι θέλουμε κάτι τέτοιο, ούτε αν το χρειαζόμαστε και το έχουμε ανάγκη, μάλλον εσύ μιλάς για μια άποψη, γνώμη ή θέση. Όμως συνήθως η φωνούλα μας, η φωνή μας, είναι ένα πολύ συνεσταλμένο πλάσμα. Όσοι βρήκαν τη φωνή τους, τούς αρκούσε να τη γράφουν σε μια γωνιά, κάποια νύχτα κι αυτό όταν εκείνη τους μιλούσε. Η φωνή μας, η φωνούλα μας, θα έλεγες πως ακόμα είναι ντροπαλή και σεμνή, έστω κι αν εμείς έχουμε ξεπεράσει όλες τις ντροπές κι όλες τις σεμνότητές μας. Μπορεί να βρει τη φωνή της μια πόρνη και να μείνει άναυδη, καθώς θα διαπιστώνει πως η φωνή της, η ίδια η φωνή της, είναι παρθένα. Σου μιλώ τώρα για ένα σκίρτημα πάνω στο νερό, είναι πολύ αιθέριο πράγμα, είναι ασύλληπτο, δεν το πιάνεις.

- Θέλεις να πεις πως συνήθως δεν μιλούμε με τη φωνή μας;

- Όχι συνήθως, αλλά οπωσδήποτε δεν μιλούμε με τη φωνή μας. Η φωνή μας δεν μας φτάνει, παρά μόνο ίσως κάποιες στιγμές μέσα στην απέραντη σιωπή κι ησυχία. Ξέρεις πόσο βαθιά έχει κρυφτεί η φωνούλα μας; ξέρεις πόσα στρώματα πάγου την έχουν σκεπάσει; ξέρεις τί λύτρωση είναι να τη βρεις και να σου μιλήσει; Αυτό θα έλεγες πως είναι όλο το ζητούμενο. Σου έχει μιλήσει ποτέ ο εαυτός σου; μα να το ξέρεις ξεκάθαρα πως σου μιλά χωρίς τη δική σου παρέμβαση. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε πως τον ελευθέρωσες, κάτι τέτοιο θα σήμαινε ελευθερία. Το έχεις γευθεί αυτό το φρούτο;

- Σκέφτομαι όσα μου λες, υπάρχει πολύς θόρυβος μέσα στο κεφάλι μου, αν κάτι απ’ αυτόν τον θόρυβο είναι η φωνούλα μου δεν μπορώ να το ξέρω.

- Κάτω απ’ όλον αυτόν το θόρυβο είναι σκεπασμένη η φωνούλα μας. Είναι κάτω απ’ τη φωνή της μάνας μας, κάτω απ’ τη φωνή του πατέρα μας, κάτω απ’ τη φωνή όλων των προγόνων μας, κάτω απ’ τη φωνή – την κραυγή μάλλον – της ανθρωπότητας κι όλου του κόσμου. Δεν μοιάζει όλο αυτό σαν την καταδίκη ενός παιδιού; λιγότερο ακόμα από παιδί, αλλά σαν την καταδίκη ενός βρέφους. 
 Όταν σε φτάσει η φωνούλα σου σε φτάνει και μια γλύκα απ’ την ψυχή σου, η γλύκα σου. Και να σου πω κάτι… τι αξίζουν όλα τα λόγια του κόσμου, όλα τα βιβλία του κι όλη η γνώση του μπροστά στη φωνούλα σου; φράγκο δεν αξίζουν. Γι' αυτό, αν βρεις τη φωνούλα σου, τρέμεις μη τη χάσεις, είναι σαν να ήρθαμε σ' επαφή με κάτι πολύ ανώτερό μας. Είμαι τώρα βέβαιος, πως το βρέφος που υπήρξαμε, είναι κατά πολύ ανώτερό μας. Κι είμαι επίσης βέβαιος, πως αυτός είναι ο στόχος μας.  Ό,τι ονειρευόμαστε είναι ένα βρέφος με επίγνωση.

 Γι’ αυτό τη φωνούλα τους, αν τη βρίσκουν κάποτε, περισσότερο τη διαφυλάττουν. Είναι μια φωνούλα, που ποτέ δεν έφτασε καμία μόλυνση εκεί, τίποτα δεν την άγγιξε, τίποτα δεν τη μαγάρισε, είναι ό,τι πιο παρθένο ακόμα υπάρχει μέσα μας, ακόμα κι αν εμείς έχουμε κυλιστεί σε απίθανους βούρκους. Μπορείς να υποψιαστείς για τί σου μιλώ; Για ένα κρίνο μέσα στ' αγκάθια, για ένα Ρόδο μέσα στη σαπίλα, για το ολόλευκο μέσα στο κατάμαυρο που ξεχωρίζει, για ένα σπίρτο χρυσό μέσα σε σκουριασμένα δάση.

- Με αυτή τη φωνούλα νομίζω θα γράφεται η ποίηση.

 - Κοίτα, η φωνούλα γράφει, όχι σε όλους μα σε κάποιους γράφει, αν γράφει ποίηση τότε πιθανόν να είσαι ποιητής, όμως δεν μπορείς να το κρίνεις, και θα έλεγες πως περνά από ένα σημείο του εγκεφάλου που δεν έχεις πρόσβαση. Η φωνούλα γράφει, αν γράφει ποίηση το διαβάζεις εκατέρωθεν και το διαπιστώνεις. Αν δεν είναι ποίηση αλλά κάτι άλλο… το αφήνεις  όπως είναι. Δεν θα το πεις εσύ, η φωνούλα θα το πει, ούτε θα το πει, να το ξέρεις, μόνο θα το δείξει. Αν είσαι ποιητής, θα διαβάσεις αυτό που έγραψε η φωνούλα σου και εκατέρωθεν θα πεις: Α,λες να είμαι ποιητής; και πάλι ερωτηματικό θα βάλεις. Πιο μπροστά όμως να το πεις εσύ απ΄τη φωνούλα σου άκυρο είναι.   
Δεν μπορείς να είσαι ποιητής με την θέλησή σου.

 Όμως αυτό που γράφει η φωνούλα, δεν μπορεί παρά να είναι κάτι σημαντικό, πυκνό, ατόφιο κι ουσιώδεις. Δεν χρειάζεται να το πειράξεις, ήρθε μέσα απ’ την πηγή, την μαγική πηγή. Κι έχεις μεγάλους ενδοιασμούς, αυτό το τόσο δικό σου, το τόσο λίγο που είναι το περισσότερο, να το μοιραστείς. Αν το χτυπήσουν, αν το πατήσουν με τα πόδια τους ή το μαχαιρώσουν, σαν να σε σφάζουν πονάς.

- Μα το άλλο, εκείνο που όλοι προβάλουμε κατά κόρον προς τα έξω, τι είναι;

- Εκείνο είναι όλο προσπάθεια, εκείνο το λες και καλά κάνεις που το λες, είναι όλο ξεσκέπασμα, χωρίς να φύγει εκείνο το στρώμα του πάγου και της φωτιάς, δεν σε φτάνει η φωνούλα σου. Καλά κάνεις και το λες, από κείνο μαθαίνεις τον εαυτό σου, εκείνο το παίρνει ο αέρας, δεν μένει, μα το άλλο είναι σκέτος άνεμος και δεν μπορείς να το κρατήσεις. Όμως η φωνούλα σου αγαπητέ μου, είναι ένα κόσμημα μέσα στην μεγάλη σου σιωπή, είναι σαν μια χορδή που την αγγίζεις και βγάζει ήχους. Με πιάνεις; Δεν είναι εύκολο να εκθέσεις ένα βρέφος. 

 - Παλιά, τα βρέφη τα έβαζαν σ' ένα πανέρι και τ' άφηναν έκθετα έξω από μια εκκλησιά. Ένας καλός χριστιανός τότε τα έπαιρνε σπίτι του και τα φρόντιζε σαν παιδιά του.

- Εγώ σκέφτωμαι τους γονείς εκείνων των βρεφών, που αναγκάζονταν να τ' αφήσουν έκθετα, κι είμαι βέβαιος πως άφηναν σ' εκείνο το πανέρι, ένα μεγάλο κομμάτι της καρδιάς τους και της σάρκας τους. Γιατί αγαπητέ μου, η κατάσταση που σου περιγράφω, δεν απέχει, είτε για άντρα πρόκειται, είτε για γυναίκα, από τον καημό μιας μάνας. Γιατί είμαστε όλοι θηλυκοί, κι οι άντρες γεννούν.  

  Ξέρεις γιατί δεν μπορείς να πεις εσύ πως είσαι ποιητής αλλά μόνο η φωνούλα μπορεί να στο πει; και ξέρεις γιατί δεν μπορείς να πεις τ' οτιδήποτε πως είσαι εσύ; γιατί τη φωνούλα δεν μπορείς να την τραβήξεις, η φωνούλα σε φτάνει. Ό,τι λοιπόν είσαι, δεν θα το πεις εσύ, μα και κανείς άλλος, μόνο η φωνούλα θα στο πει, μόνο αυτή μπορεί να ξέρει, κι αφού στο πει εσύ θα προχωρήσεις κοντά της. Αυτό ήταν, ολοκληρώθηκες! 

Εσωτερικός Δάσκαλος

     Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορε...