Μετά τη Γέφυρα





 Απ’ όλα τα γραπτά του κόσμου μ' αρέσουν εκείνα που οι δυσκολίες μέσα τους είναι σαν αιθέρας και τις εξαγνίζουν. Κάτι άλλα γραπτά τα διαβάζεις σαν δεμένα, σαν να υπάρχει μέσα σ’ αυτά κάποια παρακράτηση φόρων, σαν να σέρνουν μαζί τους ένα βουλιαγμένο καράβι. Πολλές φορές δεν φανερώνουν ούτε προσπάθεια, είναι κάτι ματαιώσεις που ούτε κελαηδούν πια, είναι κάτι αποφασισμένα γραπτά, ηττημένα απ’ το ίδιο τους το βάθος και φτιάχνουν απλώς το θρήνο τέχνη.
 Οι γραφιάδες αυτών, μοιάζουν σαν περιπατητές πάνω απ’ το ίδιο τους το υποσυνείδητο και διαρκώς το ζωγραφίζουν με μελανά χρώματα, περιγράφοντας μια καταστροφή χωρίς όρια. Αυτό αρέσει πολύ στους άλλους, καταλαβαίνουν όλοι μαζί έτσι τη ζωή. Μια ζωή που ενώ την περιγράφουν διαρκώς ως όλα χάθηκαν πια κι όλοι μαζί τους συμφωνούν... εκείνη συνεχίζει. Ενώ αυτοί, δεν παίρνουν το μέρος εκείνου που συνεχίζει αλλά διαρκώς το μέρος εκείνου που λέει όλα χάθηκαν πια. Είναι πιο προσφιλές, πιο γνωστό και πιο ευδόκιμο όλα να έχουν χαθεί πια, και κυρίως αυτό δεν χρειάζεται καμία προσπάθεια.
 Κι ενώ αυτοί συνεχίζουν να ζουν και να κυκλοφορούν ανάμεσά μας, συχνά χαμογελούν. Μα αν καθίσουν να γράψουν το βάθος τους φτάνει στην επιφάνεια και τους προδίδει. Κι είναι έτσι πεσμένοι διαρκώς ανάμεσα σ’ ένα βάθος τραγικό και μια κωμική επιφάνεια· πελαγοδρομούν στο ανάμεσα και πότε φέρνουν στο φως λίγη συμφορά ποτέ κατεβάζουν στο σκοτάδι λιγάκι χαρά.
 Για να φανταστείς το μέγεθος αυτού στην κοινωνία μας… σκέψου πως μόνο ένας στους τόσους χίλιους το γράφει, οι υπόλοιποι απλώς το ζουν και γι’ αυτούς, δεν μπορείς να πεις αν είναι καλύτερα ή χειρότερα τα πράγματα. Πάντως, αυτοί που ζουν τη μουγκή τραγωδία βρίσκουν πάντα έναν εκπρόσωπο που τη φτιάχνει λέξεις για να ταυτιστούν μαζί του, με σκοπό φυσικά να την αναγνωρίσουν και να τη γνωρίσουν. Αυτό θα ήταν το πρώτο βήμα για να απαλλαγούν απ’ αυτήν, ή ίσως το πρώτο βήμα για να συμμετάσχουν σ’ αυτήν, την άγνωστή τους τραγωδία που τους θερίζει απ’ το σπλάχνο τους. Που ενώ λαμβάνει χώρα στο βυθό τους - πολλές φορές σκεπασμένη - αυτοί κοιτάζουν απλώς τη δουλειά τους.
 Γιατί όλα αυτό; μα γιατί η ζωή συνεχίζεται κι όσα λόγια παραίτησης και να γράψεις είναι τρομαχτικά δύσκολο εσύ να παραιτηθείς. Κάτι μέσα σου ποτέ δεν παραιτείται.

 Μπορείς να κάνεις την τραγωδία σου γνωστή για ν’ αλαφρώσεις απ’ αυτήν. Μπορείς ακόμα και να την κάνεις τραγούδι, όμως αν θέλεις να τη χάσεις χρειάζεται να χαράξεις έναν εντελώς νέο δρόμο και ν’ ακολουθήσεις μια ολοκαίνουργια σειρήνα, που εδράζεται βαθύτερα της τραγωδίας σου που σε συναρπάζει, και χρειάζεται να κατέβεις πιο κάτω απ’ αυτήν και να σκάψεις βαθύτερα με τα νύχια σου για να είναι περαστικός ο εφιάλτης σου, και για να φτάσεις στον ανέγγιχτο τόπο σου που δεν τον άγγιξε ο χρόνος σου.
 Μα πρέπει για όλα αυτά να πιαστείς από ένα άστρο κι όσες βέργες κι αν σου χτυπούν τα χέρια εσύ να μην το αφήσεις ποτέ. Κι όταν σου λένε, απ’ αυτό το άστρο που πιάστηκες δεν υπάρχει, εσύ να γελάς και να τους διαψεύδεις διαρκώς· να έχεις μόνο εσύ δίκιο έναντι χιλιάδων άλλων. Να βλέπεις σταθερά και ίσια κι απ’ τα πονηρά τραγούδια της θλίψης τους να ξεγλιστράς και να ξεφεύγεις σαν άνεμος.
 Κι όταν τους ακούς να λένε δεν υπάρχει για όλους καμία ελπίδα πια, να διαχωρίζεις την ελπίδα σου απ’ την ελπίδα τους και τη ζωή σου απ’ τις ζωές τους και να μένεις ολότελα μόνος· να τους παίρνεις το δικαίωμα που έχουν στην ύπαρξή σου και να το κάνεις δικό σου. Διαφορετικά θα ακολουθήσεις την κοινή τους μοίρα και θα μείνεις κτήμα τους. Γιατί η ευτυχία σου κι η πρόοδός σου, είναι ενός  χαμένου δικαιώματος υπόθεση, κι όλο το άλλο που σε βρίσκει με το χρόνο είναι η ενοχή.
 Μα για να πάρεις πίσω το χαμένο σου δικαίωμα στην ευτυχία σου, θα πρέπει να σταθείς μόνος σου, στα δικά σου πόδια κι όρθιος, σαν καλαμιά στον κάμπο κι αργότερα να γίνεις ο ίδιος ο κάμπος, ο ίδιος ο ήλιος που τον φωτίζει, το ίδιο το νερό που τον ποτίζει κι η ίδια η γη που τον θρέφει. Και να γίνεις εσύ ο άνεμος και τα πέριξ λουλούδια κι οι ομορφιές όλου του τοπίου.
 Μα είναι γλυκιά η παγίδα που σ' έπιασε κι ο λάκκος βαθύς, κι ενώ δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς έστω με το ένα πόδι έξω απ’ τον τάφο... η ανάσταση προϋποθέτει τα φτερά σου να μην έχουν ούτε τη σκόνη του ούτε την πληγή του. Γι’ αυτό, αν θέλεις πραγματικά να δώσεις στον εαυτό του και τη ζωή σου μια δεύτερη ευκαιρία... θα πρέπει να της δώσεις πράγματι μια δεύτερη ευκαιρία ολοκληρωτική, και να φροντίζεις να μην την κλέβεις και να μην την υπονομεύεις ο ίδιος, γυρίζοντας διαρκώς πίσω στα γνωστά σου καθήκοντα, στην συντήρηση της τραγωδίας σου. Γιατί, μια άλλη σκέψη πρέπει τώρα ν' ακολουθήσεις κι απ’ τη σκέψη σου να ξεφύγεις, κι ένα άλλο τραγούδι πρέπει σιγά σιγά ν' αρχίσεις ν’ ακούς και να τραγουδάς, διαρκώς ν' απομακρύνεσαι, μέχρι οι παλιοί σου ήχοι και σύντροφοι όλοι να σε ξεχάσουν και σαν άγνωστο να σε θωρούν. Να μη γυρίζεις πίσω το κεφάλι, όσο κι αν σε καλεί εκείνο που πάντα καλεί, γιατί θα μείνεις στήλη άλατος στο τέλος. Και πρέπει τώρα να προχωρήσεις τόσο μόνος στη νέα ζωή σου όσο μόνος γεννήθηκες να είσαι, και να ξεχνάς κάθε μέρα δύο μέρες παλιές, και να θυμάσαι κάθε μέρα δύο μέρες παλαιότερες απ’ τις παλιές σου μέρες μα καθαρά δικές σου. Αν θέλεις να φτάσεις πράγματι σε μια καινούργια μέρα απαλλαγμένη από κάθε βάρος σου, κάθε χρόνο σου και κάθε παρελθόν σου.

 Αλλιώς, ανάμεσα στο νέο και το παλιό θα ζεις και θα είναι πάντα μια μετακίνηση σαρκοβόρα. Κι ενώ θα έχουν και οι δύο όχθες γλύκα θα είσαι διχασμένος και θα πελαγοδρομείς κι ένα ολόκληρο πέλαγος δεν θα σε χωρά και θα είναι στενάχωρο σ’ αυτό να ζήσεις. Γι’ αυτό, πες μια νύχτα στον εαυτό σου τί τελικά αποφασίζεις. Θέλεις πράγματι να δώσεις στη ζωή σου και τον εαυτό σου μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή; ή θέλεις απλώς να περνά ο καιρός σου και να συντομεύει ο θάνατός σου;
 Γιατί ο πραγματικός θάνατος είναι η ζωή ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο όχθες κι άλλος θάνατος εκτός αυτού δεν υπάρχει, ούτε εν ζωή ούτε εν θάνατο.
 Γι’  αυτό πες μου τί τελικά επιλέγεις, θα περπατήσεις και θα διασχίσεις τη γέφυρα να φτάσεις απέναντι, που σε περιμένουν όλες οι ομορφιές του κόσμου που ποτέ δεν γεύτηκες και τις λαχταράς; ή θα μείνεις σ’ αυτή τη σάπια όχθη, που βρώμισε πια, το ρολόι σου να κοιτάς;

 Αγέρωχα, με ψηλά το κεφάλι και με γενναιότητα προχώρα. Περπάτα τη γέφυρα καμαρωτός σαν τόξο. Μη δειλιάσεις μη φοβηθείς, κλέψε μονάχα μια νύχτα μια ματιά σου και κοίτα με αυτήν απέναντι, αυτό που σε περιμένει αν περάσεις το γεφύρι ούτε στα πιο τρελά σου όνειρα τόλμησες να ονειρευτείς. Και γι’ αυτό που σε περιμένει στην απέναντι όχθη, αν διαβείς το γεφύρι… όχι μόνο μιά, αλλά χίλιες φορές αξίζει γι’ αυτό να πεθάνεις. Αυτό στο υπογράφω με το αίμα μου αν θέλεις. 


Καλό Μήνα. 

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία