04 Φεβρουαρίου 2017

Περίπτωση Αφέσου








                   Ίδια κατάσταση διαφορετική αντιμετώπιση.


 Είναι μια χειμωνιάτικη νύχτα κι ένα λεωφορείο μεταφέρει τους επιβάτες τους στον προορισμό τους, από την πόλη σ’ ένα κοντινό της χωριό.
 Κάποια στιγμή το λεωφορείο παθαίνει βλάβη, η μηχανή σβήνει και σταματά.
Ανθρώπινες εκφράσεις αρχίζουν να προβάλουν, κάποιοι βαριαναστενάζουν, άλλοι παραδίπλα γελούν, ανακατωμένα πράγματα.
 Ο οδηγός αποφαίνεται: θα πάτε ως εκείνη τη στάση, λέει, κι από κει θα σας παραλάβει άλλο λεωφορείο. Μια αρμαθιά αγνώστων ανθρώπων μέσα στη νύχτα σχηματίζει μια ουρά και πεζοπορεί.

Φτάνουν ως την πιο κοντινή στάση κι εκεί σταματούν και περιμένουν· κάνει λιγάκι ψύχρα αλλά όχι τσουχτερή. Αυτή και μόνη η κατάσταση τους έφερε όλους αντιμέτωπους με τον εαυτό τους, απ’ την εκδήλωσή τους θα καταλάβεις τον εσωτερικό τους κόσμο.

 Μια γυναίκα είναι συναισθηματικά ώριμη. Έχει καταλάβει εξ αρχής όλη την κατάσταση, έχει πιάσει μια γωνιά, έχει τυλιχθεί στο κασκόλ της κι έχει κατανοήσει πως δεν υπάρχει κάτι άλλο να κάνει. Θα περιμένει αυτή τη μισή ώρα και θα την χρησιμοποιήσει όσο πιο εποικοδομητικά μπορεί,  να σκεφτεί κάποια πράγματα, να καταλάβει άλλα, να μελετήσει άλλα μέσα στο μυαλό της. Μπορεί ακόμα και να σκέφτεται κάτι όμορφο και να περάσει η ώρα της τάχιστα. Θα την χρησιμοποιήσει όσο μπορεί να χαρεί, γιατί όχι, μισή ώρα απ’ τη ζωή της είναι. Μια αυτή η περίπτωση.

 Μια άλλη γυναίκα φέρεται εδώ και ώρα σπασμωδικά. Την έχει πιάσει κάτι σαν υστερία. Φωνάζει και κατηγορεί διαρκώς κράτη και οργανισμούς, θέλει, λέει, να κατουρήσει, ρίχνει ανάθεμα δεξιά κι αριστερά, λόγο αυτής της μισής ώρας αναμονής που για εκείνη μόνο, είναι φοβερά αβάσταχτη. Το ίδιο αβάσταχτη θα είναι κι η ίδια για τον άντρα της και τα παιδιά της. Φέρεται λες και τη βρήκε η μεγαλύτερη συμφορά, κι αφού έτσι φέρεται κι έτσι το ζει η συμφορά τη βρήκε, είναι εκεί, παρών στη ζωή της. Τι κι αν άλλοι έχουν και ζουν πραγματικές κι ασήκωτες συμφορές; Η δικιά της συμφορά σίγουρα τις ξεπερνά όλες, μια ματιά να της ρίξεις και το διαπιστώνεις.

 Έναν άλλο τύπο, η κατάσταση αυτή τον έριξε στη μοναξιά και τη σιωπή. Δεν αντέχει λεπτό τη σιωπή του και τριγυρίζει ανάμεσα σε όλους λέγοντας διάσπαρτα μασημένα λόγια, για το ένα για το άλλο. Λόγια χωρίς ιδιαίτερη σημασία, όμως λόγια για να ξεφύγει, γιατί νιώθει να τον μάγκωσε μια μέγγενη. Ελάχιστα του δίνουν σημασία, κουνούν απλώς τα κεφάλια τους με συγκατάβαση και παριστάνουν πως συμπάσχουν στο δράμα του. Ενώ βιώνουν την ίδια κατάσταση αλλά με τον δικό τους τρόπο.

 Πιο πέρα, μια παρέα παιδιών έφτιαξε ένα πηγαδάκι. Γελούν διαρκώς κι αναδύουν ένα άρωμα ξεγνοιασιάς και χαράς. Γι’ αυτά τα παιδιά η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική, τη βλέπουν από μια άλλη τελείως διαφορετική σκοπιά, τη βλέπουν μέσα από τη δικιά τους διάθεση. Γελούν, πειράζονται μεταξύ τους και σου δίνουν την εντύπωση, πως και δύο ώρες να ήταν ο χρόνος της αναμονής, θα περνούσε μόνο για εκείνα εντελώς ευχάριστα.

 Ενώ ο χρόνος της δεύτερης γυναίκας την τρώει, το λεπτό της είναι περισσότερο από μία ώρα. Κι όσο σφίγγει τα σαγόνια της και θέλει να βιάσει το σκληρό χρόνο να περάσει γρήγορα… εκείνος κάνει το αντίθετο και τη βασανίζει. Επειδή δεν έχει αφεθεί στο χρόνο της. Επειδή δεν πηγαίνει μαζί με τη ζωή, μαζί με το κύλισμά της και το συμβάν, αλλά του αντιστέκεται διαρκώς και δεν κερδίζει τίποτα παρά μόνο χάνει.
 Θα την αρρωστήσει αυτή η συμπεριφορά της, το σώμα της έχει ήδη αρχίσει και στραβώνει. Δεν μπορεί μέσα της να κρίνει, δεν μπορεί να δεχθεί. Δεν μπορεί να κρίνει την κατάσταση και να βάλει στη κρίση της μια τελεία. Αν δέχονταν την κατάσταση ο χρόνος της θα άνοιγε, η διάθεσή της θα ελευθερώνονταν, η κατάσταση τότε δεν θα είχε κανέναν λόγο να είναι άσχημη κι επώδυνη. Όμως παλεύει μαζί της, θέλει να την γυρίσει, να την αλλάξει, και δεν ξέρει πως ο καλύτερος τρόπος να αλλάξεις μια κατάσταση είναι πρώτα να τη δεχθείς. Μετά, δεν έχει κανέναν λόγο να παραμείνει ίδια κι αλλάζει σε μια άλλη κατάσταση μέσα από σένα. 
 Η κατάσταση αλλάζει απ΄την αλήθεια της. Ποτέ πάνω απ΄την αλήθεια της. Φτάνεις στην αλήθεια της, όσο σκληρή κι αν είναι, την αποδέχεσαι και τότε η κατάσταση αλλάζει. Μα δεν θα αλλάξει ποτέ αν δεν σε φτάσει στην αλήθεια της που είναι η αλήθεια σου. Γιατί η αλήθεια είναι το ζητούμενο κι η κατάσταση έχει ως σκοπό κοντά σ΄αυτή να σε φτάσει.

 Κι ενώ τα παιδιά είναι δίπλα της, αυτοί οι άριστοι μαθητές των μεγάλων… δεν μαθαίνει τίποτα απ’ αυτά. Κι ενώ η ευκαιρία είναι δίπλα της να δει δεν τη βλέπει. Κι ενώ ο δάσκαλός της και το φως του δίπλα της είναι, αυτή κρύβεται στο σκοτάδι. Δεν βλέπει τα παιδιά πόσο ευτυχισμένα είναι μέσα στην ίδια κατάσταση και πόση σοφία κρύβεται σε αυτό.
 Κι όταν ένας απ’ τους επιβάτες της θίξει αυτό ακριβώς το ζήτημα, βγάζει μια ριπή πέτρες μέσα απ’ την ψυχή της κι αρχίζει να τις πετάει στα παιδιά. Πυροβολεί το φως τους, πυροβολεί την αλήθεια τους.

 Αρνείται πεισματικά να καταλάβει, δεν θέλει να δει, κι έχει κάθε δικαίωμα να μην θέλει. Θα το παλέψει όσο μπορεί, το πήρε απ’ την αρχή ανάποδα κι ανάποδα θα το φτάσει ως το τέλος. Θα πάει κόντρα στη ζωή και κόντρα στην κατάστασή της. Δεν θα συμπορευτεί με τον εαυτό της και το αίσθημά της, θα του πάει αντίθετα. Κι εκείνο που πολεμά, την έχει καταβάλει ήδη τόσο, που την έχει σχεδόν σκοτώσει. 

 Κι είναι αργά πια, για να της πει κάποιος, αφέσου.  


 
Δημοσίευση σχολίου

Η Μοίρα των Ζωγράφων

Υπάρχει μια μοίρα όταν γράφεις να στρέφεσαι προς τα μέσα είναι η μοίρα της απομόνωσης αν αντιστέκεσαι σ’ αυτή...