Οι Λυγμοί των Πουλιών




  
Κάποτε έκανα δυο βήματα πίσω
έχω πάρει μια απόσταση απ’ τον κόσμο
ο κόσμος έχει βάλει ανάμεσά μας μια βιτρίνα
πολλές φορές τη θολώνει το χνώτο μου
άλλες το χνώτο του κόσμου·
τράβηξα τον εαυτό μου έξω απ’ τον κόσμο - τον ψάρεψα
τον γύρισα πίσω απ' όλους τους εφιαλτικούς διαδρόμους
του καθάρισα τα λέπια
δεν ήταν ψάρι ήταν πουλί
για να πετάξω κολύμπησα
τώρα αναζητώ μια νέα θάλασσα να τον ρίξω

Έζησα καιρό ανασαίνοντας με βράγχια
ανάμεσα σε διαφορετικά νερά μιας ίδιας θάλασσας
γνώρισα τη δίνη, την έλξη και το μυστήριο
ο κόσμος κάποτε με βρήκε μικρό κι αφύλαχτο - αθώο
πέρασε μες το αίμα μου χιλιάδες αναμνήσεις του
έζησα παρέα μ' ένα φάντασμα - του χρόνου - για να γλιτώσω το τρόμαξα·
στο αμπέλι μου ήρθε και κάθισε ένα σκιάχτρο
όμως τα πουλιά μου το έδιωξαν·
τα πουλιά μου έχουν δικαίωμα στο κρασί
το σκιάχτρο έπινε το αίμα μου

Ο κόσμος με βρήκε μικρό κι αφύλαχτο
έτρεξε μέσα μου να καρποφορήσει - να μεταδοθεί σαν ιός
τόσο περιβάλλον πέρασε την ανοιχτή μου πύλη·
η κοινωνία μέσα μου σε μια γωνιά ζάρωσε
ξεκίνησε το ρόλο του συμβουλάτορα·
κατάλαβα την παραγωγή της σκιάς
σκιά ανάμεσα σε σκιές
μικρό τρένο ανάμεσα σε μεγάλα τρένα
ξαπλωμένες παντού ράγες
βοράς νότος στην ίδια θέση·
στο τέλος πήρα στις πλάτες τον εαυτό μου
και τον οδήγησα μέσα απ’ τα πτώματα 
κατά την έξοδο 

Αφύλαχτος. Απ’ την πύλη πέρασαν
μυριάδες ξένες πεποιθήσεις και με κατέλαβαν
ποιος μιλούσε, ποιος υπάκουε; ο χώρος γέμισε αντιρρήσεις
αναγκάστηκα να γυρίσω το δέντρο ανάποδα
να φτάσει η ρίζα στο φως·
πάντα σχεδόν εγώ

Ανέβασα σκουπίδια κατέβασα χρυσούς
αφού έφτιαξα ένα χωράφι όργωμα
έσπειρα νέα σοδειά ζωής
τα πικρά φρούτα να ξεριζώσω·
όλ’ αυτά από μια στενή δίοδο
από μια ανάσα
εργάτης της νύχτας
έσπασα τη σκληρή πέτρα 
με τη ζεστασιά μου  

Έναν τραυματία περιέθαλψα.
Ό,τι ο κόσμος μ’ έφτιαξε ήταν ένας τραυματίας
τόσο μόνο κατάφερε να με ολοκληρώσει
όσο έναν ανάπηρο·
μα πώς να ξεχάσεις
ότι δεν γεννήθηκες με πατερίτσες  
και πως μέσα σου να σωπάσεις το χορό.

Βεβηλώνουν από νωρίς την ύπαρξή μας
μισούν τους ελεύθερους ανθρώπους   
όπου βρουν γόνιμη καθαρή γης
φυτεύουν σκιάχτρα, με τις απειλές τους, 
με την ανάγκη μας, με τη βοήθεια του φόβου μας,
με τη βοήθεια του ονείρου μας,
ποντάροντας στην ίδια μας τη ματαιοδοξία  
και μες στις νύχτες τις απατηλές
καθαρά ακούγονται οι λυγμοί των πουλιών.

Καιρό ως ψάρι έζησα
Μα ήμουν πουλί
Και για να πετάξω
Κολύμπησα. 



Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία