21 Μαρτίου 2017

Η Λάμψη




 Τώρα που φτάνει η άνοιξη η ψυχή μας σκέφτεται απ’ το φως της. Παροδικά όλους τους σηκώνει σαν ένα χέρι βαθύ. Το χειμώνα υποχωρήσαμε στα άδυτα του σκοταδιού· το φως υπήρξαν στιγμές που μας εγκατέλειψε, κρύφτηκε πίσω απ’ τις μαδημένες κουρτίνες.
 Βαριοί συλογισμοί μας κυρίεψαν τότε, για το ένα και το άλλο. Όμως μια σπίθα ελπίδας ποτέ δεν μας εγκατέλειψε. Και τώρα, που το φως της ανοίξεως μας φτάνει άπλετο, οι σκιές υποχωρούν, το φως βομβαρδίζει τη σπηλιά, θέλει να την ανοίξει πέρα ως πέρα, διάπλατα, να φωτίσει όλα τα ιερογλυφικά στους τοίχους, να ξυπνήσει την κοιμισμένη αρκούδα και να βγάλει απ’ το ροχαλητό της την επίγνωση.
 Προσπαθεί, πασχίζει να ξυπνήσει μέσα μας τη χαμένη διάθεση για ζωή, να αναπτερώσει κάθε ενδιαφέρον, να ζωηρέψει κάθε χαμόγελο, να πλημμυρίσει με χαρά την κάθε δυσοίωνη υπόθεση.
 Ένα φως που περνά και μας φτάνει μέσα από δικά μας εμπόδια, μα που δεν το σταματούν ούτε οι βράχοι ούτε οι φρουροί μας - πλην εκείνης της αμφίβολης σκέψης μας που σκιάζει την οικουμένη. Η αμφιβολία είναι μετέωρη· σταματά για λίγο τους χτύπους της καρδιάς. Το φως είναι αποφασιστικό, δεν κάνει δεύτερη σκέψη.
 Τώρα που έρχεται η άνοιξη δανείζομαι ένα χέρι απ’ τον ήλιο· του ανοίγω το στήθος μου να περάσει. Τον φετινό χειμώνα βρήκα περισσότερο φως από κάθε άλλη χρονιά, λόγο μιας ιδιοτροπίας του να καταφεύγει στο βάθος μας. Όμως τον
φετινό χειμώνα χρησιμοποίησα περισσότερο την απομόνωση, κατέβηκα πιο ατρόμητα στο κελάρι, άνοιξα ένα σκονισμένο συρτάρι που χρόνια το έτρεμα, ακόνισα περισσότερο την ερμηνεία να βλέπει καθαρά, έδωσα στις αρχαίες σκόνες και τα υπολείμματα του χρόνου λιγότερο χώρο κατάληψης, έψαξα στο κελάρι, ανάμεσα στα κρασιά, τη φιάλη με το γλυκόπιοτο κρασί και κρυφοκοίταξα με την οπτική τον παράδεισο, τον ενταφιασμένο παράδεισο.
 Μάντεψα στις αποβάθρες πλοία, μπάλωσα πανιά, κι ήμουν εγώ, που καθώς σεργιανούσα τις παγωμένες νύχτες στο λιμάνι, ανάμεσα σε κάθε λογής πόρνες και μάντευα αναπήρους και ζητιάνους στις σκιερές γωνιές του, με τεντωμένα προς εμένα χέρια και πόδια. Ήμουν εγώ που διέταζα να πάρουν όλοι οι ανάπηροί μου το κρεβάτι τους στην πλάτη και να περπατήσουν. Ήμουν εγώ που έσταζα αίμα στην ξηρασία και πνοή στα κουφάρια και τ’ αγάλματα. Εγώ που ευδοκίμησα να δω αγάλματα να περπατούν.
 Ήμουν εγώ που έσκαψα έναν λάκκο στο κέντρο του χειμώνα να ξεθάψω το καλοκαίρι, κι εμένα ήταν που ζήτησε ο λάκκος αυτός να πέσω μέσα. Εγώ τον σκέπασα με φύλλα και χαμόκλαδα και εγώ έπεσα μέσα. Από κει έμαθα τη γλώσσα των φιδιών, τώρα, μπορώ να συνεννοούμαι με τα ερπετά περίφημα, επειδή είμαι εγώ που χάρισα στον εαυτό μου τον τίτλο: ο κυνηγός της πεταλούδας.

 Έμαθα πολλές γλώσσες, συνεννοούμαι από τότε με τα ορυκτά, μιλώ στα δέντρα κι υπολογίζω τον καφέ που πίνω για ζωντανό. Με άλλαξε η ίδια η ατμόσφαιρα που δημιούργησα, ενώ, δεν στάθηκα τίποτα άλλο παρά ένα παιδί της ομίχλης. Διερεύνησα τ’ ανθρώπινα σύνορα, σε μια προσπάθεια όχι να μακρύνω το νου, αλλά να τον χάσω.

 Παράξενα πράγματα και γεγονότα με κατέβασαν στις αποθήκες, με ένα ραβδί στο χέρι να τρομάζω τα σκυλιά. Που είναι η κόλαση, εκεί πάνω απ’ αυτήν υπήρχε ένα καπάκι, άνοιξα το καπάκι κι έπεσα μέσα. Όλοι οι άγιοι ήταν εκεί. Μερικοί χαρούμενοι. Πρώτη φορά έβλεπα χαρούμενους αγίους και να γελούν. Δίπλα κυλούσε ένα ποτάμι θλίψης, όμως εγώ σημάδευα να πέσω στη θάλασσα, ήθελα, βλέπεις, να γλιτώσω απ’ τον πνιγμό. Από έναν πνιγμό που μαζί του γεννιέσαι και τόσο τον συνηθίζεις… που αισθάνεσαι όλα να σε πνίγουν εκτός του ίδιου του πνιγμού σου.

 Όμως εκεί που βρέθηκα, πέταξα το θώρακα, άρπαξα το σπαθί κι άρχισα να κόβω δρόμο μέσα απ’ το δάσος. Περπάτησα πάνω σε πτώματα, περπατούσα χωρίς δρόμο, με μια υποψία ήλιου μονάχα σαν σκυλί που τον μύριζε.
 Ξεχνούσα σαν φρενιασμένος. Ύστερα άρχισα να ερωτεύομαι την αλήθεια.  Πήρα υλικά από γκρεμισμένους πύργους κι άρχισα να χτίσω μια στέρεα παράγκα. Με τον καιρό πάτησα πάνω στη θάλασσα, ό,τι πιο στέρεο βρήκα στους βυθούς κι άρχισα να βαδίζω στην επιφάνεια των νερών, όσο έχανα σε βάρος το κέρδιζα σ’ ένα καινούργιο τίποτα. Όμως στο μηδέν δεν είναι άσχημα κι είναι πάντα τώρα.
 Πίστεψα στη δημιουργία, μικρός να δημιουργήσω τον κόσμο ξεκίνησα απ’ τη δημιουργία του κόσμου μου, τώρα χτίζω λιθαράκι πάνω στη θάλασσα κι όσο κύμα με ταράζει το κλαίω.

 Δεν ξέρω αν έγινα κατανοητός, άλλωστε το όπως αισθάνομαι για να το καταλάβεις… πρέπει να γνωρίζεις τον κώδικα, να έχεις στα στήθια σου το κλειδί που ξεκλειδώνει τις φράσεις. Θα πρέπει τουλάχιστον να είσαι απ’ το ίδιο μαρτύριο, ή απ’ το ίδιο όνειρο και να ταιριάζει το αίμα σου με το δικό μου - έστω και μόνο στις φυσαλίδες του.
 Θα πρέπει να είσαι απ’ τον ίδιο πόθο, να μην έχεις χαρακτήρα που στον σκεπάζει· να δραπετεύεις τις νύχτες απ’ τις ρωγμές της ίδιας σου της προσωπικότητας. Για να με καταλάβεις, θα πρέπει κι εσύ να χάνεις σε εγώ και να κερδίζεις σε βρέφος. Ν' αφαιρείς σε κτήνος και να προσθέτεις σ' ευγένεια. Θα πρέπει κι εσύ να λεπταίνεις. Για να με νιώσεις, θα πρέπει κι εσύ στη θέση του εφιάλτη σου, να βάζεις λάμψη!

Δεν μπορώ να σου πω εκείνο που δεν ακούς.

 
Δημοσίευση σχολίου

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία

 Το βλοκγάκι μάλλον θα κλείσει, όμως μια τελευταία ιστορία προλαβαίνω να τη γράψω, για μια γυναίκα διαφορετική, διαφορετική ω...