06 Μαρτίου 2017

Ανάρρωσης Συνέχεια







 Μετά πενήντα χρόνια όρθιος σίγουρα χρειάζονται δύο μήνες ξαπλωμένος. Ποιος ξέρει πόσες σκέψεις μας ξέφυγαν καθώς τρέχαμε. Μα δύο ξαπλωτοί μήνες και σε ετούτη τη μέση ηλικία, σίγουρα σε γυρίζουν πίσω από πολλές γωνιές που έφυγες. Μ’ ένα σπασμένο πόδι δεν μπορείς παρά να είσαι παρών· αν πας να ξεφύγεις μ’ ένα μικρό λόγχισμα ο πόνος σε γυρίζει πίσω, εδώ, σου λέει το πόδι σου, εδώ σου θυμίζει, μείνε εδώ.

 Η σκέψη πάει να φύγει, να ξεφύγει, ταξιδιάρα η σκέψη σε ταξιδεύει πάνω από ωκεανούς. Το σώμα είναι άλλη υπόθεση, γήινο πράγμα, θα μπορούσες να το πεις άθεο, αν πάλι καταλάβεις καλά τι είναι το σώμα, την αριστοτεχνία του, την τελειότητά του, την ευφυΐα του, θα μπορούσες να το πεις θεϊκό. Σώμα και συνείδηση, συνήθως τα διαχωρίζουμε, όμως κάποιοι άνθρωποι τα αισθάνονται ένα. Και μετά, αν προχωρήσεις λιγάκι στων σωμάτων τη διαίρεση, μαθαίνεις για τα πολλά στρώματα των σωμάτων, το αιθερικό, το συναισθηματικό, το αστρικό, το ένα σώμα μέσα στο άλλο, αποχρώσεις του σώματός σου κι αρχίζεις να μην πιστεύεις τόσο στο θάνατο.

 Κάποιο σώμα μπορεί να σου μένει και μετά το θάνατο, κι εδώ που τα λέμε, ένα αιθερικό ή αστρικό σώμα, σίγουρα θα έχει πλεονεκτήματα έναντι του φθαρτού σώματός μας. Ένα σώμα από καθαρή συνείδηση και χωρίς κόκαλα, ένα σώμα που να μην καμπουριάζει, και ποιος δεν θα ήθελε ένα τέτοιο σώμα.
 Όχι, λένε οι άθεοι, ετούτο είναι όλο το σαρκίο μας και χωρίς αυτό αέρας, σκέτος αέρας, κι ο Νίτσε είπε: εκεί που εσείς βλέπετε ιδανικά, εγώ βλέπω τι είναι ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο. Αυτό που είπε, είναι πως απλώς περιόρισε το νου του στην ασχολία των ανθρώπινων, πολύ ανθρώπινων, των υπαρκτών, των φυσικών και δεν ενέδωσε στον πειρασμό ν’ αφήσει το νου του να τρέξει στα έξωθεν της ατμόσφαιρας του πλανήτη.

  Όμως τι περνάει μέσα από μια μαϊμού και τη διασχίζει, τι την κάνει πνευματική και της χαρίζει έκσταση, τι την κάνει να αγαπά και να συμπονά, τι την κάνει να γεμίζει περιέργεια και να ερευνά, τι κάνει μια μαϊμού να πιστεύει, τι την κάνει να εξυψώνεται, τι της χαρίζει γέλιο, χαμόγελο και κατανόηση, τι κάνει μια μαϊμού να γράφει ποίηση και να απολαμβάνει τη μουσική, τι κάνει μια μαϊμού να μένει έκθαμβη μπρος στην ομορφιά και να ερωτεύεται, τι την κάνει εκτός του να πολεμά, καμιά φορά να μυρίζει ένα τριαντάφυλλο και να νιώθει πιο ικανοποιημένη, και τι κάνει μια μαϊμού να χάνει την υπαρξιακή αγωνία της και το ουρλιαχτό της και να τραγουδά και να χορεύει κάτω απ’ τ’ άστρα και να εμπιστεύεται, να υμνεί, να ευλογεί τη ζωή και να αρπάζεται απ’ την ευτυχία. Και τι κάνει εντέλει μια μαϊμού να μην γίνεται να αποδεχθεί πως μαϊμού είναι και να τανύζει διαρκώς τη συνείδησή της και να λεπταίνει και να ευαισθητοποιείται ως τον ύστατο βαθμό της διαφάνειάς της. Δύο μήνες στο κρεβάτι δεν αρκούν για να τ’ ανακαλύψεις όλα αυτά.

 Όμως κάποια πράγματα μπορείς να τα σκεφτείς, ίσως να εκτιμήσεις τα υπαρκτά και τα υπάρχοντα της ζωής σου. Γιατί όλα, εκτός της γνώσης και την πληροφορήσείς  τους, χρειάζονται το βίωμα και την εμπειρία τους για να μας φτάσουν, να περάσουν να κατέβουν μέσα μας. Γιατί μια νύχτα, ξέμεινα σ’ έναν σταθμό κι ήταν χειμώνας, και διέσχισα δεκαπέντε χιλιόμετρα μες στην παγωμένη νύχτα φορτωμένος με βαλίτσες και χέρια από κρύσταλλο, όμως με τη σκέψη πως είχα μια δικιά μου γωνιά που προς αυτήν κατευθυνόμουν, και σαν έφτασα στο ζεστό μου κρεβάτι και χουχούλιασα στα ζεστά στρώματα, κατάλαβα πόσο απεριόριστα τυχερός ήμουν, που είχα αυτή τη ζεστή ανεκτίμητη γωνιά, που σχεδόν οι μισοί άνθρωποι του πλανήτη δεν την έχουν. Μια ειρηνική γωνιά, που μόνο εν καιρώ πολέμου την εκτιμάς.

 Και τα ξέρεις, όλα τα ξέρεις, μα μας λείπει η ίδια η εκτίμηση, λόγω του ότι, πρέπει κάποια φορά να βιδωθείς στη θέση σου, και δύο μήνες στο κρεβάτι αυτό ακριβώς σου κάνουν, σε βιδώνουν στη θέση σου κι απ’ την ίδια τη θέση σου αποχτάς την οπτική σου.

 Πολλά χάθηκαν. Μεταξύ τους κι εκείνη η μεσημεριανή προσευχή στο τραπέζι. Εκείνη η έλευση κι η απόδοση της ευγνωμοσύνης, όπως μαζεύονταν παλιά οι οικογένειες κι ένα μέλος της έφτιαχνε την προσευχή. Μα μετά άκουγες μόνο λόγια στο τραπέζι όπως, ανάλατος ο αστακός μαμά κι η γαλοπούλα άρπαξε. Άκουγες λόγια όπως, γιατί μαμά; Γιατί μπαμπά; Γιατί κράτος; Γιατί κόσμε κι ανθρωπότητα; Γιατί πολιτισμέ και κοινωνία; Γιατί; γιατί;   Γιατί έχω ένα τραπέζι στρωμένο με όλα τ’  αγαθά του κόσμου και του πουλιού το γάλα μα δεν μπορώ να φάω; Γιατί ο γιατρός μου απαγορεύει όλα όσα αγωνίζομαι να αποχτήσω και λιμπίζομαι; Και τι νόημα έχουν όλες οι σοκολάτες του κόσμου όταν πάσχω από ζάχαρο; Και τι νόημα όλες οι θάλασσες του κόσμου όταν μου απαγορευτεί το αλάτι;

 Γιατί μαμά, όλα αυτά τα όμορφα που μέσα τους ζω δεν μου χαρίζουν ομορφιά; Και γιατί δεν μπορώ να χαρώ μέσα σε όλες τις γιορτές και τα στολίδια τους; Άκουγες λόγια όπως: Που πήγε η χαρά μαμά και δεν τη βρίσκω; Γιατί μαμά; Ρίχνω το βλέμμα μέσα μου, κι ενώ μέσα στην αφθονία ζω, βλέπω μόνο έλλειψη; Γιατί μαμά δεν λέμε πια την προσευχή στο τραπέζι, γιατί χάθηκε άξαφνα εκείνος ο Κάποιος που όλα μας τα προσφέρει, και τώρα μόνοι μας, όλα τα έχουμε κι όλα μας είναι πάντα λίγα.

 Κι άκουγες λόγια όπως: γιατί μαμά, τι φταίει; Πιάσε τα φάρμακα μαμά, πιάσε τα ψυχοφάρμακα, εκείνο το άσπρο είναι για τη χαρά, το πράσινο για τη λύπη, το μπλε για τον χαμένο ουρανό, το κόκκινο για τον έρωτα, το κίτρινο για το σιωπηλό μέσα μου καναρίνι, το πορτοκαλί για τη θλίψη, το γκρι φθείρει την αλυσίδα, το πράσινο πλαταίνει τη φυλακή, το ροζ κάνει υποφερτό τον κόσμο.

Κι αρκούν δυό μήνες στο κρεβάτι για να καταλάβεις μαμά, πως το σώμα μας τίποτα άλλο δεν είναι, παρά της ζωής μας ο μοναδικός μας μάρτυρας, ο παντοτινά αυτόπτης μάρτυρας της ζωής μας, το σώμα μας μάς ομολογεί μαμά κι όσα εμείς σωπαίνουμε εκείνο τα φωνάζει.
Δημοσίευση σχολίου

Η Μοίρα των Ζωγράφων

Υπάρχει μια μοίρα όταν γράφεις να στρέφεσαι προς τα μέσα είναι η μοίρα της απομόνωσης αν αντιστέκεσαι σ’ αυτή...