08 Μαρτίου 2017

Το Εγκώμιο της Σκόνης






 Δεκαέξι μέρες στο κρεβάτι σε ανάρρωση. Ο χρόνος κυλάει αργά, τον έχω βιώσει και πιο αργά, θα έβαζα στοίχημα πως δύο μέρες της ζωής μου κάποτε βάσταξαν δύο χρόνια.
 Περίεργο πράγμα ο χρόνος και μεγάλος ο πειρασμός να του ξεφύγεις. Όταν δεν μπορείς, απ’ αυτή την κατάσταση, ξεπηδά για σένα το μέγιστο μαρτύριο κι η ωφέλειά του. Γιατί αυτά τα δύο πάνε μαζί δεν ξέρω.
 Από την άλλη, όσα θαύματα συνέβησαν στη ζωή μου – κι ήταν αρκετά – όλα συνέβησαν σ’ ένα σημείο σταματημού του χρόνου. Προηγούνταν πάντα μια προσπάθεια και μια εμμονή να πετύχω κάτι, ουσιαστικά ήταν κάτι ανύπαρκτο που όμως το έβλεπα. Στην αρχή δυσδιάκριτα, μετά πιο καθαρά, ως που έφτανε μια στιγμή που το κρατούσα στα χέρια μου, εκείνη ακριβώς τη στιγμή σταματούσε ο χρόνος. (Παρεμπιπτόντως έχω ακούσει πως άλλοι το έχουν πετύχει μ' ένα φιλί). Εγώ όχι, αφού, σε νεαρές ηλικίες, κρατούσα την ώρα του φιλιού τα μάτια ανοιχτά. Ίσως αυτό να είναι το πιο μάταιο κοίταγμα και το πιο τυφλό.

 Μετά πάλι, ανακάλυψα, πως κι όταν ακόμα κλείνει κανείς τα μάτια στο φιλί… σπάνια τα κλείνει σε όλο το βάθος του. Το μυαλό συνεχίζει να βλέπει και καθόλη τη διάρκεια του φιλιού. Ειδάλλως χάνεσαι στο φιλί. Σ’ αρέσει αλλά στο φιλί βυθίζεσαι, σε παρασέρνει και προσπαθείς να κρατηθείς από μια άκρη της σκέψης σου, ίσως από μια σκέψη. Ύστερα, πίστεψα στη δύναμη του φιλιού. Όλ' αυτά που προσπαθούμε είναι μάταια, είπα, αν το φιλί το θέλει αλλιώς. Αλλά φιλί που να μην μπορείς να του αντισταθείς ελάχιστοι άνθρωποι γεύονται στη ζωή τους. Μετά, ελάχιστοι άνθρωποι φτάνουν ποτέ σε τέτοιο βαθμό στα χείλη τους, που όταν φιλούν να είναι φιλί και τίποτ’ άλλο. Γι’ αυτό λοιπόν σπάνια σταματά ο χρόνος σ’ ένα φιλί, αφού πάντα ένα ποσοστό του ανθρώπου φιλά κι ένα άλλο ποσοστό, εκείνη τη στιγμή, προσέχει κρύβοντας μια άρνηση και μια συστολή αποδοχής. Γιατί στο φιλί χάσμα ανοίγει, μετά πέφτει μέσα το σώμα, το πνεύμα, οι σκέψεις, όλος ο άνθρωπος ολισθαίνει, γλιστρά, σού ξεφεύγεις απ' τα χέρια και πηγαίνεις σε άλλα χέρια.

 Με τον έρωτα παλεύεις. Και για έναν λόγο μόνο παλεύεις: για να μπορέσεις να παραδοθείς. Γενικότερα η πάλη της ύπαρξης άλλο σκοπό δεν έχει απ’ τον να μπορέσεις να παραδοθείς, ν’ αφεθείς. Είναι δύσκολο να το πετύχεις, ο νους, το μυαλό, για να το κάνει το κάνει σε κάτι που ξέρει, που γνωρίζει. Όμως η παράδοση σε κάτι που ξέρεις, είναι ένα μόνο καπρίτσιο του ελέγχου. Μια ψευδαίσθηση παράδοσης, είναι δηλαδή σαν να επιτρέπεις και ν' αφήνεις ένα μικρό μέρος του εαυτού σου σ' ένα άλλο μικρό μέρος του. Όλ' αυτά είναι μέρος του παιγνιδιού του χρόνου, η πραγματική παράδοση, δεν μπορεί να γίνει απ’ τα χέρια σου στα χέρια σου, κι αν γίνεται τελικά απ’ τα χέρια σου στα χέρια σου, γίνεται απ’ τον γνωστό σου εαυτό στον άγνωστό σου. Γι’ αυτό ετούτη η κίνηση προϋποθέτει πίστη κι εμπιστοσύνη. Δεν είναι λογικό ν’ αφήνεσαι, είναι μια αίσθηση μετέωρη, μια αίσθηση σαν εκκρεμές, όμως αφού κι όλα τα έχεις καλά υπολογίσει πάλι στο άγνωστο προχωράς, πάλι ρίσκο παίρνεις, πάλι το φόβο νικάς, πάλι με αγωνία συμβαίνει.

 Η άλλη περίπτωση, μιας ασφαλούς ζωής, είναι να καταστήσεις τον εαυτό σου όμηρο του χρόνου. Για να προχωράς λιγάκι σ' ένα ασφαλές, από σένα δημιουργημένο περιβάλλον κι αυτό όλο μέσα στο κεφάλι σου. Όμως αυτό το ασφαλές δημιουργημένο περιβάλλον, μέσα στο κεφάλι σου, μια νύχτα θα λυσσάξει η ψυχή σου και θα το ξεσκίσει. Όλο το πέπλο που το καλύπτει και πίσω του ζεις θα γίνει η φυλακή σου και θα ουρλιάξεις μια νύχτα σαν πατημένη γάτα.
 Ένας γάμος, μια εργασία, μια συνθήκη, μια κατάσταση που σε μάζεψε, θα φτάσει να γίνει τόσο στενάχωρο, που πρώτα θα γρυλίσεις και μετά αργά ένα ουρλιαχτό απ’ την ψυχή σου θ' αναδυθεί και θα φτάσει ως τα χείλη σου. Και θα κραυγάσεις, θα ορμίσεις στην ίδια σου τη σκέψη, γιατί πίσω από τη σκέψη και τις σκέψεις σου η ψυχή σαν θηρίο γυρίζει. Τότε θα μηχανευτείς τον έρωτα και θα αδειάζεις σε σώματα γυναικών το κυκλοθυμικό αίμα σου, γιατί πάθη αόρατα θα σ' αρπάξουν αν δεν τραβηχτείς εσύ στην άκρη, η ψυχή σου όσο μπορεί ελεύθερη ν' ατενίσει τον έναστρο ουρανό και να σε ταξιδέψει. Γιατί μόνο τότε αληθινά θα γλυκαθείς, ακολουθώντας την ψυχή σου, και μόνο τότε θα μπορέσεις να της δώσεις κατεύθυνση. Μα όσο στέκεσαι Κέρβερος ανάμεσα στις συμπληγάδες του νου σου η ψυχή σου θα σε λιανίσει, γιατί μόνο η σκόνη κι ο άνεμος μπορούν να περάσουν απ’ τους άγρυπνους φρουρούς του νου. Κι ό,τι δεν είναι σκόνη και άνεμος καταντάει να γίνει πέτρα. Μα αν σπάσει η πέτρα και διαλυθεί αναδύεται η μεγάλη ευαισθησία κι όταν εξασθενήσει και σβήσει ο πόνος σου σε φτάνει η συμπόνια σου. Τότε το χοντρό, το άγριο της ύπαρξης, το χοντροκομμένο της, ο θυμός της, η οργή της, η θλίψη της, πέφτουν και βουλιάζουν μέσα σ’ ένα άρωμα σιωπής κι  αρχίζουν και σε φτάνουν κάτι μικρές γαλάζιες λάμψεις σαν εκκενώσεις ηλεκτρικής ενέργειας. Μα να σπάσεις πρώτα, να διαλυθείς, να σκορπίσεις, να γίνεις πρώτα μερικά μεγάλα κομμάτια, μετά μικρότερα, να προσπαθήσεις να τα ταιριάξεις μεταξύ τους. Μετά όλα αυτά να σπάσουν και να διαλυθούν σε σκόνη, για να περάσεις, να βγεις, να λευτερωθείς, να φτάσεις ως τον άλλον κι όλα τα πράγματα, να ενωθείς με όσα είναι.

 Δεκάξι μέρες στο κρεβάτι, ετούτη η ανυπόφορη ακινησία, ετούτη η ανυπόφορη σταθερότητα, ετούτο το πασχίζω να ξεφύγω γνωρίζω την προέλευσή του. Είναι οι σκέψεις, οι κακομαθημένες σκέψεις, που έχουν συνηθίσει να με παίρνουν μαζί τους και να τις ακολουθώ. Κάθε φορά που χαλώ το χατίρι μιας μια μικρή δυσφορία εμφανίζεται κι ένα μικρό αίσθημα στεναχώριας. Οι σκέψεις μας, θα έλεγες πως μας κάνουν δικό τους. Μα εγώ, ξέρω το ρόλο μου σ’ αυτή την ύπαρξη, σ’ αυτό μέσα το κεφάλι, αν δεν είμαι εδώ για να δίνω προσωπικά τις εντολές άλλο ρόλο δεν έχω. Σε ανεξέλεγκτες εντολές δεν υπακούω, γιατί είμαι εδώ για να διαλέγω μία μία προσεχτικά τις σκέψεις, γιατί είναι άλλο πράγμα να δουλεύει κανείς το μυαλό του κι άλλο εκείνο να τον δουλεύει.

 Γιατί είναι καιρός όχι του ανεξέλικτου αλλά της πειθαρχίας. Γιατί πως θα μπορούσα να διατάζω αν δεν υπάκουα; Κι αν δεν μπορώ να διατάζω την ύπαρξή μου τότε μοιραία κάποιος άλλος πάντα θα με κυβερνά. Κι εγώ σε εξουσίες δεν πιστεύω και μόνο οι ακυβέρνητοι τρέχουν πίσω απ’ τις εξουσίες. Γι’ αυτό διατάζω σιωπή! Κι όσα κύτταρα του εγκεφάλου δεν με υπακούν το λέω αυτό αναρχία μου! Όμως σε μένα η τάξη μου είναι αναρχική κι αναρχία είναι η τάξη μου.

 Είπαμε, η σκόνη, ο αιθέρας ο άπλετος. Δεν είμαι εδώ, σ’ αυτή την ύπαρξη, για να προσπαθήσω σε μια τόσο σύντομη ζωή να μαζέψω τον αιθέρα, το ίδιο το άπειρο, σ' έναν κουβά. Θα σκάσω, θα πλαντάξω, αν προσπαθήσω να περιμαζέψω το άγνωστο σε μερικές γραμμές γνωστού. Θα στοιχειοθετήσω όσο μπορώ και το άλλο θα το αφήσω όπως το βρήκα, εν τω αγνώστω άγνωστο και μέρους του και μέρος μου. Αλλιώς είτε εκείνο θα με φάει είτε θα φαγωθώ μόνος μου.
 Γιατί το άγνωστο αγαπητοί μου φίλοι, πέρα απ’ όλες τις όμορφες, γλυκές και ποιητικές ιδιότητές του, έχει κι ένα άλλο πρόσωπο, το πρόσωπο της καταστροφής!
 Κι αν δεν προσχωρήσεις εθελοντικά στην αρμονία μαζί του με όσο γνωρίζεις, κι αν όσο δεν γνωρίζεις πάλι δεν το δεχθείς σαν στοιχείο σου, καταστροφικές δυνάμεις ενεργούν μέσα σου.

Καταστροφικές δυνάμεις, που είναι στο χέρι σου να τις τιθασεύσεις και να τις φτιάξεις δημιουργικές.
Ελάχιστη ας μείνει η σύγκρουση κι ακόμα λιγότερη.

 
Δημοσίευση σχολίου

Του Αγγίγματος η Απόσταση

Λόγια - φωτιά χωρίς θερμοκρασία λόγια - ζωή χωρίς αντίκρισμα λόγια - η ευκολία προσωποποιημένη μα εγώ θέλω τα μάτι...