27 Απριλίου 2017

Επαναστατημένος Άνθρωπος





 Τι συμβαίνει; έχουν δίκιο οι σοφοί; όταν λένε να σπας την ασφάλεια, να παίρνεις το ρίσκο, να ξανοίγεσαι, να προχωράς στο άγνωστο, να φτάνεις στη μοναξιά. Να νικάς το φόβο, να νικάς ακόμα και το θάρρος. Να σπας το αυγό, ν' ανοίγεις το κλουβί, να πετάς. Έχουν δίκιο σε όλα αυτά; αν τ’ αντιπαραθέσουμε με μια υγιή κατά τ’  άλλα ασφάλεια, με μια, γιατί όχι, ωραία ρουτίνα, με μια σιγουριά.

  Την απάντηση τη βρίσκεις στο τί λέει η ψυχή σου, πως νιώθει, αν την εμποδίζεις, αν την κατακρεουργείς, αν τη θάβεις, αν την κρατάς όμηρο των υποσχέσεών σου, αν ασελγείς στον ίδιο σου το λόγο, αν επιστρέφεις διαρκώς πίσω τη φωνή σου μέχρι να φτάσει η αληθινή φωνή σου στα χείλη σου. Αν στην προσπάθεια να ζήσεις κατέληξες να μην είσαι εσύ. Μήπως μέσα σου κρύβεις άνθρωπε μια επανάσταση;

 Αλλιώς δεν μπορώ να καταλάβω το θυμό σου. Δεν μπορώ να καταλάβω με άλλο τρόπο την αντίρρησή σου, σε νιώθω διαρκώς απέναντι και σε σχέση με όλα κάτι να υψώνεις, γιατί δεν είσαι ψηλά άνθρωπε, έπεσες, είσαι άνθρωπος έκπτωτος.
 Αλλιώς δεν μπορώ να καταλάβω την υπόγεια κραυγή σου και τα αόρατα στήθη που προτάσεις στις απόψεις. Σε κάτι αντιστέκεσαι, κάτι αισθάνεσαι να σε πολεμά, κάτι προσπαθείς να νικήσεις, το βλέπεις έξω από σένα, αν σε γυρίσω ανάποδα το βρίσκω μέσα σου.

  Τι συμβαίνει μεγάλε άνθρωπε και θεϊκέ, ποιο έντομο σε κύκλωσε πάλι και χτυπάς σαν γρύπας τα φτερά σου; έχεις επινοήσει χίλιους τρόπους να φωνάζεις, μα κανένας δεν το κάνει τόσο φανερά όσο το σώμα σου. Τι συμβαίνει άνθρωπε κι έχεις βάλει στη θέση του θεού ένα ψυγείο και θεοποιείς το γιατρό σου. Τι συμβαίνει και σ’ ακούω να μιλάς διαρκώς για κάποια αγάπη που δεν μπορείς να τη φτάσεις, ούτε να τη γευθείς, ούτε σ’ αυτή να καταλήξεις, μα μόνο μιλάς σαν παπαγάλος κι ονειρεύεσαι τη γαλήνη σου από μίλια μακριά.

  Ποιος καιρός σε κύκλωσε πάλι και που χάνεται τις νύχτες η αναπνοή σου; γέμισες τον κόσμο σου ψυχολόγους, ποιος θα σε σώσει τώρα απ’ τους ψυχολόγους κι εντέλει, πως οι ψυχολόγοι θα σωθούν απ’ τον εαυτό τους και την ψυχολογία τους; τα κίτρινα, τα κόκκινα, τα μπλε σου χάπια, έγιναν η μαργαρίτα που μαδάς.

 Ο κόσμος σου άνθρωπε κι ο κόσμος, κι ανάμεσά τους μια σάπια σανίδα για γέφυρα που την προχωράς στο σκοτάδι. Η διάθεσή σου ν’ απομακρυνθείς, η διάθεσή σου να σμίξεις, κι ανάμεσα στις διαθέσεις σου εσύ, ταλαιπωρημένε άνθρωπε, πότε να χτυπάς μια καμπάνα και πότε να βρίσκεις μια αφίσα να χειροκροτείς. Ποιος θα σε σώσει απ’ τους σωτήρες σου τώρα; και ποιος θα σε κατεβάσει απ’ όσα ψηλά ανέβασες και τανύζεσαι να φτάσεις;

 Όλα όσα τα βάπτισες αξίες για να έχεις ν’ αγωνίζεσαι. Μα έμεινες μόνος, πότε ν’ αγκαλιάζεις το ψυγείο σου και πότε μια γάτα. Προδομένε άνθρωπε, που πασχίζεις να γυρίσεις πίσω, να επιστρέψεις, κι όλο το σώμα σου γυρίζει εκτός απ’ το κεφάλι σου, που έχει στηθεί να βλέπει μια σημαία από λαίμαργα κόκαλα.

 Και μόνο σαν πετύχεις όλα όσα προσπαθείς μένεις απορημένος και λες: τώρα τι κατάφερα; και μόνο τότε το παίρνεις ξανά απ’ την αρχή, μα ποτέ πρωτύτερα. Πλανεμένε άνθρωπε, που οι οδηγοί σου σε βγάζουν πάντα στο νεκροταφείο, να πεθαίνεις μ’ ένα παράπονο για τη ζωή σου. Είσαι εσύ ο ίδιος που φωνάζεις πως δεν υπάρχει μοίρα κι είσαι πλάσμα ελευθέρας βούλησης. Εσύ που λες πως κατευθύνεις τη ζωή σου, μα δεν καταλαβαίνεις γιατί δεν μπορείς να τη χαρείς. Εσύ ο αφχαρίστητος άνθρωπος που γεμίζεις το κενό σου με σοκολάτες. Ο δυτικός παχύς άνθρωπος, που χαμογελάς και δείχνεις μια οδοντοστοιχία από ξυράφι.  

 Τι συμβαίνει πάλι άνθρωπε, ποιος θα σου δώσει την απάντηση που ζητάς; προσπαθείς να σκύψεις μέσα σου, να βρεις την απάντηση που ζητάς. Κι όλα το σώμα σου καμπουριάζει για να μπορέσεις να σκύψεις μέσα σου.

 Να μπορέσεις να κοιταχτείς στον καθρέφτη σου, γιατί το ξέρεις, γεννήθηκες να το ξέρεις, πως τη χαρά σου, την ευχαρίστησή σου, την αγάπη σου και την ευτυχία σου, δεν τα παίρνεις αλλά τα βρίσκεις. Κι υπάρχουν πάντα εκεί που τ’  άφησες να σε περιμένουν. Κατά τ’  άλλα πόνος. 

 Η ψυχή σου άνθρωπε επαναστατεί, μα κάθεσαι σαν απαθής θεατής να τη βλέπεις και προσπαθείς να την ταιριάξεις με τα λάθος λόγια σου, και να λες αυτό μου συμβαίνει για τον τάδε λόγο. Μα μην ψάχνεις να βρεις το λόγο που η ψυχή σου επαναστατεί άνθρωπε. Η ψυχή σου επαναστατεί για να περάσει και να βγει πάνω απ΄το λόγο που της δίνεις να επαναστατεί, είναι αυτόνομη κι αυτεξούσια. Οι λόγοι που έχεις για να λες αυτό μου συμβαίνει για τον τάδε λόγο, είναι η πλάνη σου. Κι ο ψυχολόγος σου θα σε πάει μέχρι εκεί που φτάνει ο λόγος να κάνεις όσα κάνεις, μα από εκεί και πέρα πρέπει να προχωρήσεις μόνος και να περάσεις πίσω απ΄το λόγο σου, για να περάσεις πίσω απ΄τον πόνο σου και να μην πονάς. Γιατί πρώτα θα πεις: δεν είμαι εκείνο που αντιστέκεται στον πόνο του αλλά εκείνο που πονάει, αν θέλεις να περάσεις πίσω απ΄το βλέμμα σου και να χαθεί ο πόνος.

 Το λόγο που έχει η ψυχή σου να επαναστατεί δεν θα τον διακρίνεις ποτέ, η ίδια η ψυχή σου είναι ο λόγος που το κάνει, το μέγεθός της κι η ουσία της, που στο σώμα σου δεν χωρά, πόσο μάλλον στη μικρή σου κοινωνία να χωρέσει και στη στενή σου ανθρωπότητα. Μίκρυνες τον κόσμο μα δεν θα μπορέσεις ποτέ να μικρύνεις την ψυχή σου να χωρέσει σ΄αυτόν. 



 



Δημοσίευση σχολίου

Η Αναγέννηση

- Τι σε απασχολεί σήμερα? - Ότι με απασχολούσε πάντα, κυρίως ο εαυτός μου. - Και πως το αντιμετωπίζεις αυτό? ...