03 Απριλίου 2017

Ερωτικό







Απ’ τη μια η ελπίδα, η αισιοδοξία κι η φαντασία να πλάθει μύθους
Απ’ την άλλη η απόγνωση, η απελπισία και να κατρακυλάς στην άβυσσο, κι ανάμεσα η πραγματικότητα.
Τα λόγια που εκπέμπεις πάντα ανάποδα
μαύρη ρίζα άσπρος λόγος
κόσμος αναποδογυρισμένος κι ανάσκελος
συνεννόηση αισθαντική
που είσαι, που; ανάμεσα σε δύο πυρά
σε πετροβολάει το παρελθόν και φτάνουν οι πέτρες ως το μέλλον
που είσαι, που καλή μου; έμεινε το στήθος σου άδειο
κι όπως είναι τώρα άδειο προσπαθώ να ριζώσω σ’ αυτό την αγάπη
που θα ‘χεις για μένα.
Μα που είσαι καλή μου, ποιο όνειρο σε πήρε πάλι
είκοσι χρόνια πέφτεις κι ακόμα να βρεθείς στο κενό
κάποτε επιβιβάστηκες σ’ ένα καρυδότσουφλο
από τότε αναζητάς τη συμμαχία με τους ανέμους·
μα ποιος άνεμος σε γύρισε πίσω απόψε
και τί είναι αυτές οι πέτρες που κλαις

Μαύρη ρίζα άσπρος λόγος κι ανάμεσα σε βρίσκω
με τη ρίζα να συζητάς
και να περνάει από πάνω σου ένα σύννεφο
που σε πήρε πάλι·
να μπορούσα, μου λες, να μείνω να ζήσω εδώ στο ταβάνι
και σε βλέπω να περπατάς με το κεφάλι στο πάτωμα
μπαίνεις στο ντους και τρίβεις το σώμα σου
σχεδόν μέχρι να ματώσει
αυτό που σε στιγμάτιζε εύκολα δεν βγαίνει
μαζί με την πληγή θέλεις να χάσεις και την ουλή·
ποια μνήμη σε βρήκε απόψε και σκοτείνιασες
και κάηκε η λάμπα

Σε ψηλαφίζω και σε διαβάζω ψηλαφιστά
σ’ έχω δει να γδέρνεις τα ρούχα σου
ευτυχώς που έχω μαλλιά, μού λες
και τα ρίχνεις μπροστά στα μάτια σου
σ’ έχω μαντέψει να ζεις πίσω απ’ τα μαλλιά σου
κάποτε έκλαψες για μένα και πέντε εραστές
κατρακυλούσαν απ’ τα μάτια σου
μερικούς τους κράτησε το πάτωμα
πάτησες πάνω τους με το πέλμα σου να τους σβήσεις·
ήταν τότε πριν μάθεις πως οι εραστές γίνονται σταγόνες

Κάνει τόση ησυχία απόψε που μπορώ να σε διακρίνω
μέσα σου να περπατάς
ανάβω τσιγάρο απ’ τη φωτιά σου
σε φιλώ και σ’ αισθάνομαι να προσπαθείς να σπάσεις μια κλειδαριά
το πρώτο πράγμα που κάνεις σαν έρχεσαι σπίτι
είναι να πετάς τα παπούτσια σου
κάποτε σαν σκυλί τα έθαβες·
σ’ έχω δει να καις παλιά φορέματα
για ν’ απαλλαγείς από αναμνήσεις·
η φωτιά σε θρέφει αγαπημένη μου
κι η στάχτη σε ξεκουράζει·
ένα διάλειμμα ανάμεσα στις φωτιές

Όμως γυμνή είσαι όμορφη
και μου γυμνώνεις το βλέμμα

Κάνει ησυχία απόψε, σ’ ακούω μέσα σου να περπατάς
και το κερί που είσαι λιώνει
εσύ έλιωσες τα μπράτσα μου
και τώρα σε κρατώ με την ανάσα·
σε περιφέρω με το βλέμμα σαν μια ιπτάμενη κούκλα
καθώς η σιωπή σου μου λέει: μην μ’ αφήνεις, πέφτω

… Και με μια δεύτερη εξήγηση, μου λες κάπως πονηρά
εμένα που με βλέπεις, εμένα που δεν με βλέπεις,
σπάζω

… Κι έχω τον εαυτό μου για να σε καταλαβαίνω. 

Το αχ που μοιραζόμαστε.  



Δημοσίευση σχολίου

Ο Ταξιδιώτης

...Και μετά, αν ξεκαθαρίσει αρκετά το τοπίο, βλέπεις τη ζωή εντελώς διαφορετικά, τη βλέπεις σαν ένα συνειδητό ταξίδι,...