31 Μαΐου 2017

Η Φλόγα κι ο Πάγος







  Σου ‘χει τύχει κάποια στιγμή να θέλεις κάτι πολύ να αγκαλιάσεις; τον ρώτησε. Κάτι ζωντανό, με ψυχή, να το σφίξεις πάνω σου, να το κρατάς, να μην θέλεις να το χάσεις κι από κείνο ν’ αρπάζεσαι.
 Την κοίταξε με τη συνηθισμένη του απορία, με την ίδια πάντα απάθεια, μ’ ένα βλέμμα που σήμαινε με κουράζεις, με ταλαιπωρείς, οργιάζουν οι βλαστοί σου προσπαθώντας να βρουν σ’ εμένα καρδιά, μα δεν θα τη βρεις όσο κι αν σκάψεις. Άλλωστε, έλεγαν τα μάτια του, με αγάπησες γι’ αυτόν τον πάγο, αυτόν δεν έχεις, αυτός σου λείπει. Όμως μέσα απ’ όλη αυτή την έκφραση, μια συρτή φράση του ξέφυγε: είσαι αδύναμη, της είπε, αναζητάς τον οίκτο μου, θα σε χωρίσω τώρα κιόλας, θέλω να σε δω να τρέχεις ξανά πίσω μου.

- Είσαι πράγματι ένα κομμάτι πάγος, δεν αστειεύεσαι, είπε εκείνη.
- Μπορώ, με μια κίνηση της σκέψης να σε ξεχάσω, είπε ο πάγος.
- Δεν θα με πεθυμήσεις; δεν θα με νοσταλγήσεις στο ελάχιστο;
- Θα περάσω μακριά σου μερικές άδειες νύχτες,  όμως κι εγώ άδειος είμαι, δεν θα μου κάνει καμία διαφορά.
Πιάστηκε απ’ αυτή του τη φράση.
- Δεν γεμίζω τις άδειες νύχτες σου λοιπόν;
- Οι άνθρωποι γεμίζουν μόνο απ’ τον εαυτό τους, για μένα είσαι ένα εκνευριστικό νύχι που γρατζουνά τον πάγο.
- Γιατί με κρατάς; γιατί δεν με διώχνεις! του ούρλιαξε. Νεκρό τέρας!
Ο τύπος, έκανες μια γκριμάτσα κι είπε: είσαι το παιγνίδι μου!
- Είσαι τόσο ωμός!
- Αν θέλεις πράγματι να λύσεις μια απορία αναρωτήσου γιατί με επέλεξες.
- Γιατί πίσω απ’ τη μάσκα σου κάτι είδα.
- Δεν υπάρχει σε μένα μάσκα, ούτε βάθος, ο πάγος με κυρίεψε.
Εσύ είσαι μαλακή, εύπλαστη, στα χέρια μου σε πλάθω, σ’ αρέσει να με παρακαλάς.
Τον κοίταξε με ένα βλέμμα παράξενο, σαν μέσα της να γίνονταν μια τεράστια πάλη.
- Πάγε, θα σε λιώσω, είπε σιγανά.
Σαν να τον κατάλαβε να τρομάζει.
Όμως εκείνος αναρωτήθηκε: πως θα το κάνεις αυτό; μήπως με το φλογερό σώμα σου;  ή με τα λόγια σου που χτυπούν αδύναμα την επιφάνεια; το λιώσιμο του πάγου χρειάζεται μια τέχνη που δεν την κατέχεις, τα εφτά στρώματα πάγου δεν τα διαπερνάς με τον λόγο σου, και το ουρλιαχτό σου με αφήνει αδιάφορο.
- Έχεις τόση αυτογνωσία, είπε εκείνη, δεν λυγίζεις ποτέ;
- Ο πάγος δεν λυγίζει, δεν έχει ελαστικότητα.

- Εγώ, λέω, πως ο πάγος φοβάται, κι ο φόβος αποτελείται από πάγο. Μια νύχτα θα κλάψεις και θα κλάψεις πικρά, ηφαίστεια θαμμένα μέσα σου θα ξυπνήσουν κι η λάβα σου θα σε κατακάψει. Πόθοι κι άγρια πάθη θα σε κατακλύσουν. Θα πέσεις στα γόνατα και θα βαδίζεις γονατιστός, θα εκλιπαρείς κάτι να σ’ αγαπήσει. Θα νιώσεις τόσο μόνος που η κραυγή σου θα διαπεράσει τον ουρανό. Τώρα, βρίσκω μια απέραντη δύναμη και σε χωρίζω, μην τρέξεις ξοπίσω μου, γιατί άλλωστε; ο φόβος σου δεν θα σ’ αφήσει. Ως πάγος, τη φλόγα φοβάσαι περισσότερο.

 Εκείνος προσπάθησε να μείνει απαθείς, κάτι όμως μέσα του έτρεμε. Το έκρυψε, το έπνιξε, όμως εκείνο έτρεμε διαρκώς περισσότερο. Στο τέλος ένα τρέμουλο φανέρωσε το χέρι του, σαν να ήταν έτοιμος να πει: παρακαλώ.
  Στα χείλη το είχε, το κρατούσε με όλα τα τεντωμένα νεύρα. Εκείνη προχώρησε προς την πόρτα, κάθε βήμα της διαρκούσε μια αιωνιότητα. Αλήθεια ήταν, έφευγε, για πάντα κι οριστικά, η καρδιά της είχε γυρίσει.
 Μόλις τώρα ένιωθε, πως όση ώρα του μιλούσε του είχε γυρισμένη πλάτη.
Ένας τρόμος τον κυρίεψε. Η νύχτα, η μοναξιά, του έτριξαν τα δόντια άσχημα. Γύρισε σαν θηρίο μες στο στομάχι του, τα μάτια του φούσκωσαν κι έκλαψε. Σε παρακαλώ, είπε.

 Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε, χωρίς κάποια ματιά νίκης, ή λύπης, μόνο με μια μεγάλη κατανόηση. Δεν είσαι έτοιμος για μένα, του είπε. Κρύο κι άνανδρο πλάσμα, τώρα θα γνωρίσεις τον πόνο που θα σου ζεστάνει την καρδιά.

Κι έφυγε
τελειωτικά.

Όμως τελειωτικά
και χωρίς καμία ανάμνηση.


Η Λύτρωση της Ομολογίας




Αγαπητέ Γ.
Επικοινωνώ μαζί σου σε μορφή αποστολής - γράμματος, γιατί το βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον κι ένα σημείο αδυναμίας του κόσμου που ζούμε. Θέλω να πω, η επιστολή, το γράμμα, εμπεριέχει την ομολογία, και χωρίς την ομολογία μας δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε, ούτε τη θέση μας. Μάλλον όμως είναι μια συνήθεια που μου έχει μείνει απ’ τα παιδικά χρόνια και το σχολειό.
 Αν αναφέρομαι στη γραπτή ομολογία, είναι γιατί είναι τόσο δύσκολο να μιλάς - σχεδόν μπελάς. Και για να ακριβολογείς μιλώντας, θα πρέπει να ζεις βαθύτερα κι απ’ τη σιωπή. Ελάχιστα μόνο άτομα ακριβολογούσαν μιλώντας, ίσως ένας Σωκράτης κι ένας Χριστός τα κατάφεραν. Είναι μεγάλη ευθύνη αυτό και συνήθως το αφήνουν στο θεό, γιατί στα προφορικά δεν μπορείς να σβήσεις· τα ειπωμένα ειπώθηκαν.
Ενώ στη γραφή έχεις όλο το χρόνο να στριφογυρίσεις ανάμεσα στα αισθήματά σου, για να πετύχεις την ακρίβεια.
 Θέλω να πω, μπορεί να αγαπάς, αλλά για να πετύχεις την αγάπη σου και να το πεις... μπορεί να περάσει καιρός. Τη σκέπασες εσύ ο ίδιος, θέλοντας να σιγουρευτείς γι’ αυτήν.
 Συνήθως οι άνθρωποι, με την πρώτη ματιά αγαπιούνται, αλλά μπορούν και να πεθάνουν χωρίς να το πουν. Η ομιλία, χρειάζεται μια ευθυγράμμιση με το συναίσθημα, αλλιώς μιλούμε είτε διαβάζοντας είτε απ’ το παρελθόν μας· μας έρχονται στο μυαλό πράγματα όχι και τόσο τωρινά.
 Όμως έχω προσέξει, πως οι άνθρωποι δημιουργούμε σημεία αναφοράς, και είμαστε σε σχέση με ανθρώπους. Την τελευταία φορά που σε συνάντησα, ένιωσα να σ’ έχει πάρει η κάτω βόλτα. Προσπάθησες να το κρύψεις βέβαια, ίσως γιατί ήταν δύσκολο να το παραδεχθείς, όμως απ’ όσο γνωρίζω, απ’ τον εαυτό μου πάντα, δύσκολα σε παίρνει η άνω βόλτα αν δεν παραδεχθείς την κάτω βόλτα. Άλλωστε, όπως και να ‘χει, οι βόλτες μας παίρνουν. Σε παίρνει η κάτω βόλτα, για να καταλάβεις και να πεις της κάτω βόλτας, μετά σε παίρνει η πάνω βόλτα, για να καταλάβεις και να πεις της πάνω βόλτας·  δεν ξέρω αν υπάρχει ένα σύνορο που χωρίζει τις δύο βόλτες, αυτό εσύ θα το βρεις. Όμως νομίζω πως οι βόλτες μας έχουν το σκοπό τους, θέλω να πω, ας εκμεταλλευτούμε τα κάτω, ας εκμεταλλευτούμε και τα πάνω, κάποιο κέρδος υπάρχει και στα δυο.

 Όμως εσύ, στη συνάντησή μας, μού έμοιαζες τυφλός, γελούσες χωρίς γέλιο κι έκλαιγες χωρίς δάκρυ. Σ’ ένιωσα ν’ αναζητάς έναν ώμο, όμως δεν τον ζήτησες και δεν τον είχες. Ίσως να είσαι περήφανος, ίσως να χρειάζεται να σπάσεις - δεν τα ξέρω αυτά. Πάντως όσο μου παριστάνεις τον χαρούμενο με μπερδεύεις και δεν μπορώ να σε βοηθήσω, να βοηθώ χαρούμενους δεν ξέρω πως, συνήθως απ’ αυτούς ζητώ βοήθεια. Έχω ξεχάσει και τον πόνο χωρίς κλάμα.
 Θα σε παρακαλέσω, όταν βρεθούμε ξανά, να μου πεις ποιος είσαι. Αν δεν μπορείς άφησέ το να φανεί, δεν θα σε παρεξηγήσω. Γιατί αυτό που είσαι, το ένιωσα να φωνάζει βοήθεια, μα μαζί να προσπαθεί να βοηθήσει. Δεν ξέρω αν υπάρχει κατηγορία ανθρώπων παρόμοια, που θα μπορούσα να σε εντάξω. Αν και υποψιάζομαι, πως είναι μεγάλη αυτή η κατηγορία, ίσως ακόμα σ’ αυτή κι εγώ να ανήκω.
  Όμως εγώ, όπως βλέπεις το γράφω, το βγάζω, δεν το αφήνω μέσα μου να σαπίσει. Κάποτε βέβαια το έντυνα, με τον καιρό το αφήνω περισσότερο γυμνό, φοβίζει αυτό και το ξέρω, όμως το κάνει στους άλλους, εμένα με βοηθά να χάνω το φόβο. Αισθάνομαι πως όσο φόβο χάνω, τον αποχτούν οι άλλοι για το πρόσωπό μου.

 Θέλω να ξέρεις, πως εγώ σε αγαπώ κάτω απ’ αυτό που φαίνεσαι, κάτω ακόμα κι απ’ αυτό που αισθάνεσαι πως είσαι.  Τρομαγμένος μου φάνηκες κι εγώ τα τρομαγμένα τ’ αγαπώ, ξέρω από τρόμο, τι σε τρομάζει όμως δεν ξέρω. Μη με ρωτήσεις πως το ξέρω, πολλές φορές αγαπώ με τη διαίσθηση, κάτι σε σένα αξίζει, τις περισσότερες φορές δεν είσαι εσύ, όμως αυτό που σε σένα αξίζει, δεν μπορείς ούτε εσύ να του απαγορέψεις να αξίζει. Θα σου έλεγα να το φέρνεις πιο συχνά στην επιφάνεια, ή επέτρεψέ το να σε φέρνει εκείνο.  Παρόλα αυτά θα ήθελα απ’ την πράξη σου να σε ξέρω.

 Άλλες φορές σ’ αγαπώ γιατί σε μαντεύω. Είσαι καλός άνθρωπος, μα ίσως ακόμα να μην το ξέρεις. Όμως είσαι άνθρωπος που προχωρά, κι η αγάπη μου σ’ αγαπά σ’ ένα σημείο που δεν έχεις ακόμα φτάσει. Η αγάπη μου σε περιμένει να φτάσεις εκεί που πηγαίνεις, μέχρι τότε μπορεί να καυγαδίζουμε λιγάκι. Όμως αυτό που είμαι εγώ, κι αυτό που εσύ είσαι, αγαπιούνται, καμιά φορά βέβαια μπαίνουμε εμείς ανάμεσα και τα κάνουμε όλα γυαλιά καρφιά. Όμως η αγάπη μας πάλι υπερισχύει, και κάθομαι πάλι ένα απόγευμα και συλλογίζομαι πως σ’ αγαπώ, και να σου πω και κάτι άλλο? δεν με νοιάζει καν αν το αξίζεις. Όμως για να σ’ αγαπώ, θα το αξίζεις βρε μπαγάσα!

 Υστερόγραφο: την έκθεση που σου μάθανε στο σχολείο, όσο μπορείς γύριζέ την και προς τα μέσα, κι εκεί τοπίο υπάρχει που περιμένει να το ανακαλύψεις και να το περιγράψεις. Εκθέσου! Και μη φοβάσαι μη σπάσεις. Αυγό είσαι και πρέπει να σπάσεις! Αν δεν σπάσεις με τ' άλλα αυγά μόνο θα τσουγκρίζεις. 
 Μην μόνο ομολογείς, αλλά κάνε τη ζωή σου μια ομολογία, κάνε τη ζωή σου προσευχή, και μη φοβάσαι, το δικαστήριο που θα σε κρίνει δεν υπάρχει, για να υπάρχει το επινόησες. Μα αν δεν ομολογείς, σε καταδικαστική απόφαση επιμένεις. 

 


30 Μαΐου 2017

Ενός Λεπτού Ύπαρξη








Δεν λαμβάνει πάντα μέρος στον κόσμο
υπάρχουν πολλά που δεν τον αφορούν
μετά, ασχολούνται τόσοι πολλοί με τα γινόμενα
που ένας λιγότερος δεν κάνει διαφορά προς καμία κατεύθυνση.
Είναι φορές που απομένει χωρίς γνώμη, δεν ξέρει τί να πει
αφήνει τα πράγματα να περνούν, λέει, αφού δεν μπορεί
πάντα να τα οδηγήσει, καλό είναι να μην μπλέκετε στα πόδια τους
ένας λιγότερος μες στα σωστά και τα δίκια
και χωρίς αυτόν, η μοίρα του κόσμου, ίσως
δεν κάνει διαφορά, σκέφτεται, πάντα δεν ωφελεί.
Προτιμά, τις στιγμές αυτές να σωπαίνει και να κατεβαίνει στη θάλασσα
κάθεται σ’ έναν βράχο και προσπαθεί να γιατρέψει τη θάλασσα
αποχτά μια σχέση μαζί της πέραν κάποιων ορίων· ενώνεται
κι η θάλασσα τον ξέρει και του μιλά, χωρίς αυτόν η θάλασσα μόνη είναι

Μέσα σε όλες τις στιγμές, συνηθίζει κάποιες που απλώς υπάρχει
βρίσκει μια μέθη σ’ αυτές
όταν οι άλλοι προσπαθούν για κάτι - κάτι ν' αποδείξουν φαντάζεται - αυτός προτιμά απλώς να υπάρχει.
Δεν είναι εύκολο και δεν το ξέρουν πολλοί
να πράττεις, να κάνεις, αυτά είναι γνωστά πράγματα
αλλά το να υπάρχεις, χρειάζεται μια μέγιστη τέχνη να κατακτάς
απλώς να υπάρχεις, έτσι, όπως ο απέναντι γλάρος.
Μια τέτοια στιγμή τον γεμίζει ζωή, κι αρχίζει να στάζει γύρω του,
ενισχύει την παρουσία·
κάτι άλλο μαντεύει, πως εννοούν οι γύρω του κατάκτηση
αυτός απλώς υπάρχει, χωρίς αυτό να είναι ανυπόφορο·
έρχονται στιγμές που το βρίσκει ικανοποιητικό και χαρούμενο
αυτό το τόσο λίγο, το μέγιστο μιας στιγμής

Δεν είναι αυτή μια πράξη χωρίς σκοπό
να θέλεις, να προσπαθείς, να συμπεριφέρεσαι
αυτά είναι σε όλους γνωστά
αλλά να υπάρχεις, σ’ αυτό υπάρχει μια άλλη ποιότητα

Είναι φορές που όλα σταματούν και βυθίζεται σε μια σταθερότητα
μέσα σε όλα όσα του κόσμου του λείπουν...
αυτού του έλειψαν μερικές μοναδικές στιγμές
έτσι, απλώς, χωρίς τίποτα, να υπάρχει
χωρίς λόγο, χωρίς κάτι, για ένα ευχάριστο τίποτα

Αυτός κι η θάλασσα, αντικριστά
σε μια στιγμή μαγείας, χωρίς πόνο, χωρίς ανησυχία
χωρίς γιατί και πως, χωρίς ερώτηση
και χωρίς απάντηση

Συχνά του λένε, πως χάνει το χρόνο του
καθισμένος σ’ εκείνον τον βράχο
απλώς να υπάρχει
κι είναι αλήθεια πως τον χρόνο του τον χάνει
και περνά στην αιωνιότητα

Σκέφτεται, πως ο κόσμος μπορεί να συνεχίσει
και χωρίς αυτόν να μην βρίσκει την άκρη του
γιατί η άκρη του κόσμου, η αρχή του κι η βάση του
ίσως αυτή να είναι: απλώς να υπάρχεις
κι απ’ αυτή τη στιγμή πάντα να ξεκινάς

Πολλά μπορείς να πετύχεις στη ζωή σου
αλλά να υπάρχεις, θα σήμαινε ίσως
η ζωή να σε πετύχει

Απλώς να υπάρχεις
το ξέχασε ο κόσμος αυτό
μέσα στα τόσα του προβλήματα
ίσως γιατί σ΄αυτό
παρέα δεν έχεις. 

Αλλά στο να μην υπάρχεις
πάντα έχεις μεγάλη παρέα.



29 Μαΐου 2017

Το Φως των Παιδιών






 Η ζωή συνεχίζεται, πάντα βρίσκει έναν τρόπο. Παιδιά δροσερά ανθίζουν κάτω από τις στάχτες των προγόνων τους. Τα έχουμε ετοιμάσει μια "κοιλάδα θανάτου" διάσπαρτη απ’ τα δικά μας κόκαλα, όμως εκείνα εγκυμονούν στα στήθια τους το νέο κόσμο. Οι συνθήκες προσπαθούν να τα πιάσουν και να τ’  αποστειρώσουν, η μοίρα μας προσπαθεί να συνεχίσει, όμως οι καιροί τώρα άνοιξαν, κι αν υπάρχουν ακόμα σύνορα το μήνυμα σύνορα δεν κοιτά· τα μάτια γίνονται ολοένα και πιο παγκόσμια.
 Η αλυσίδα που δένει τον άνθρωπο κοντή, τον θέλει να γυρίζει γύρω απ’ τον εαυτό του και το συμφέρον του, όμως είναι δύσκολο να εμποδίσεις έναν άνθρωπο να καταλαβαίνει, όταν καταλαβαίνει.

 Τίποτα δεν ορμάει πιο ύπουλα και πιο οδυνηρά σε μια νέα καρδιά απ’ τον περιορισμό της, κι εμφανίζεται σαν φυσική κλίση·  όλα φωνάζουν πως είναι φυσικό να ζαρώνει ο άνθρωπος. Όμως οι καρδιές έχουν άλλα σχέδια κι ανιχνεύουν τη ζωή απ’ τη μυρουδιά.

 Τα πνευμόνια γεμίζουν ελπίδα στο χαμόγελο ενός νέου. Οι γερασμένοι σκάβουν τον τάφο τους να ξεθάψουν τα νιάτα τους· οι τηλεοράσεις διαφημίζουν πως όλα είναι τάφος, κι εμείς μόνο προσφέρουμε ζωή σε συσκευασία. Μιλούν πάντα για κάποια κονσέρβα ζωή και τονίζουν ένα περιτύλιγμα δράκου.

 Η παιδεία, θέλει να βάλει τα νέα πράγματα στη ρότα των παλιών, να μην ξεφύγει λέπι απ’ το ψάρι. Οι περιβόητες αλλαγές επιχειρούν να γίνουν μέσα από την κοιλιά του θηρίου. Είναι σαν η όποια κυβέρνηση, να βρίσκεται μέσα στην κοιλιά ενός μοσχαριού. Του αλλάζει νεφρά, σπλήνα, συκώτι, ακόμα μπορεί να του αλλάξει και καρδιά. Όμως πάλι μοσχάρι έθνος παίρνεις, δεν παίρνεις ούτε γαζέλα ούτε ελάφι, πόσο μάλλον δεν παίρνεις λιοντάρι κι αετό.

 Όμως οι άνεμοι συνεχίζουν να πνέουν, κανείς δεν μπορεί να τους σταματήσει, ούτε το καθιερωμένο. Κι αλλάζουν κάποτε ακόμα κι οι έννοιες της σοφίας και της σωφροσύνης, πόσο μάλλον αλλάζει κι η έννοια του θεού, κι αυτή απ’ τον άνθρωπο. Άλλος ο θεός του Μωυσή, άλλος του Χριστού, πόσο μάλλον άλλος ένας ακόμα θεός, ο άγνωστός μας.

 Συνθήματα όπως, στρατιωτάκια στοιχηθείτε στη γραμμή παραγωγής, αργά ξεθυμαίνουν, ποια γραμμή παραγωγής σε καιρό πείνας? Αφυπνίζεται ο άνθρωπος πρώτα απ’ το στομάχι του. Κάποτε επιβίωνες με την πονηρία, τώρα με την πονηρία πεινάς. Κίνησαν πολλές γενεές για μια ζωή χαρισάμενη·  στο τέλος τη χάρισαν στους εκμεταλλευτές τους.

 Χρόνια αγώνων τα χέρια άδεια·  ακόμα μερικοί ψάχνουν την αλήθεια. Ιδρώτας που πήγε στα ψίχουλα για να παχαίνουν οι κότες που ποτέ δεν γεννούν. Η νέα εποχή στο συρτάρι, τα παιδιά προσπαθούν να τη διαβάσουν, οι μεγαλύτεροι ξέχασαν τη γλώσσα της.

 Αόρατα μαστίγια χτυπούν δεξιά κι αριστερά ενός ορθού δρόμου, τη λεωφόρο των δακρύων, που βγάζει ευθύς στο αδιέξοδο. Κι όσοι βρήκαν το δρόμο, έκοψαν δρόμο ανάμεσα απ’ τα μαστίγια.

 Ακολουθώ τους νέους, συμβουλή δέχομαι μόνο από ένα παιδί. Το παιδί είναι από μένα και μετά, με περιλαμβάνει και συνεχίζει. Δεν τραβώ πίσω τα παιδιά στο χρόνο μου, η εμπειρία των μεγάλων είναι κατάρα για τους νέους, δεν χρειάζονται την εμπειρία μας, θα αναπτύξουν δικιά τους, η εμπειρία μας τα σταματά. Η εμπειρία μας σημαίνει πόνος, τα παιδιά δεν χρειάζονται τον πόνο μας, κι είναι η μόνη πιθανότητα να μην συναντήσουν το δικό τους.

 Ανοίγω το δίαυλο με τα παιδιά και παίρνω, δεν χρειάζονται να τα μεταγγίσω το χρόνο μου, δεν χρειάζονται να τα παγιδέψω, αυτά μπορούν να μας σώσουν, εμείς μπορούμε μόνο ν’ αποτρέψουμε τη σωτηρία τους, για να δικαιώσουμε την αδικαίωτη ζωή μας.
 Δεν έχουμε δίκιο έναντι των παιδιών, αν είχαμε θα είχαμε κι έναντι της ζωής, αυτοί που κοιτάζουν πίσω τους το ξέρουν.

 Οι ομφάλιοι λώροι έχουν αρχίσει να τρίζουν κι η μοίρα των παιδιών κινδυνεύει να είναι χαρούμενη. Απλώς ακολουθώ το φως που τα παιδιά έχουν.

 Ας μείνουν μακριά τα γερασμένα, τα σάπια και τα άρρωστα. Οι παλιές καλές εποχές, μου φέρνουν ανατριχίλα.




28 Μαΐου 2017

Ο Χαμένος Παράδεισος



  



 Ο εαυτός μας, ο αληθινός εαυτός μας, τα δικά του πράγματα θέλει, αυτά που ήδη γνώρισε, αυτά τον ολοκληρώνουν, σ’ αυτά γυρνάς. Ο εαυτός μας έχει περιόδους κι εποχές, τίποτα νέο δεν ζει, εκεί που φοβόμαστε να πατήσουμε το πόδι μας, σαν να είναι για πρώτη φορά, είναι ένας τόπος που έχουμε ξανάπαει.
 Ο εαυτός μας από τόπο σε τόπο της καρδιάς μας μετακινείται, σαν τσιγγάνος. Πηγαίνει σε δωμάτια που έχουμε κατοικήσει στο παρελθόν, ξαναγυρίζει μέσα από ελικοειδείς διαδρόμους και κύκλους χρόνου, σε ίδιες περιοχές του εγκεφάλου μας, τα ίδια πράγματα πάντα βλέπεις αλλά με άλλα μάτια, τα ίδια πράγματα ποθείς να ζήσεις αλλά με άλλη ολοκλήρωση, στα δικά σου λάθη επιστρέφεις να διορθώσεις, γιατί δεν έζησες ποτέ άσχημα πράγματα, όμως έζησες πράγματα που ήσουν απών και ξεγλίστρησαν μέσα απ’ τα χέρια σου, αφήνοντας μια πικρή γεύση, ή έζησες πράγματα λάθος μ’ εσένα λάθος.
 Εσένα διορθώνεις κι επιστρέφεις στα ίδια πράγματα, που είναι πλέον σωστά για σένα. Γιατί τα δικά σου είναι σωστά για σένα, και δικά σου είναι όσα ήδη έζησες.
 Όμως αφού έκανες τη φλεγόμενη διαδρομή, αναγνωρίζεις πλέον την αξία τους και βρίσκεις το χρυσό βελόνι μέσα στον αχυρώνα. Γιατί ο εαυτός μας, είναι κάτι που μας γνωστοποιείται. Το δικό του περιβάλλον, αυτό που μίσησε κι έφυγε μια νύχτα μακριά του με μια βαλίτσα στο χέρι, είναι το πιο αγαπημένο του.
 Έφυγε για να μπορέσει ν’ ανοίξει και ν’ αγαπηθεί, το περιβάλλον που έζησε πάντα ανοιχτό ήταν, εκείνος μόνο πνίγονταν, μα μ’ εκείνον ανοιχτό, κι η φυλακή ακόμα, είναι ένα κελί ελευθερίας. Ενώ μ’ εκείνον δέσμιο, όλη η ελευθερία του κόσμου αλυσοδεμένη είναι, κι όλη η απεραντοσύνη του στενάχωρη.  Ο εαυτός μας, αυτό το παράξενο πλάσμα που θέλει να μεταμορφωθεί από κάμπια σε πεταλούδα.

 Για τον εαυτό μας δεν υπάρχουν στενάχωρα πράγματα, δεν υπάρχουν τραγικές καταστάσεις, στο βάθος του όλα ουδέτερα είναι κι αυτός με το συναίσθημά του τα χρωματίζει. Τα όμορφα που ποθεί, δεν θα τα βρει αν μέσα του δεν τα ψάξει, για να βρει τους καλύτερους άλλους πρέπει ο ίδιος ν’ αλλάξει, γιατί δεν μπορεί να ζήσει σ’ έναν παράδεισο που δεν κατέχει και δεν αισθάνεται. Δεν μπορεί να δει τον ανοιχτό ουρανό με το σύννεφο πίσω απ’ τα μάτια του. Δεν γίνεται να σταματήσει να βρέχει αν δεν στεγνώσουν τα δάκρυά του. Δεν υπάρχει ήλιος να βγει, εκτός κι αν ανατείλει μέσα του, και δεν υπάρχει ήλιος να χαθεί αν φτάσεις στην ανατολή σου. Δεν υπάρχει τόπος να πέσεις, αν την πτώση σου την εξαντλήσεις. Δεν υπάρχει λόγος να απελπιστείς, αν την απελπισία σου τη χάσεις, και δεν υπάρχει απόγνωση να κραυγάσεις κάτω απ’ τα αστέρια, αν αστέρι είσαι. Μα το ζώο πρέπει να καταστραφεί, γιατί το ζώο γνωρίζει την απόγνωση απ’ την καρδιά του.

 Αν αφαιρέσεις τον εαυτό απ’ όλα τα πράγματα κι όλες τις καταστάσεις... ό,τι απομένει τέλειο είναι. Μα αν ρίξεις τον εαυτό σου μέσα σ’ αυτή την τελειότητα, παίρνουν όλα απ’ του εαυτού τα χαρακτηριστικά, γιατί με εσένα αδιόρθωτο δεν μπορούν να διορθωθούν τα πράγματα, και χωρίς τη δικιά σου τελειοποίηση οι ατέλειες παραμένουν. Απ’ το δικό σου βάσανο παίρνει η κατάσταση κι απ’ το δικό σου μαύρο το σκοτάδι, απ’ τη δικιά σου μουσικότητα η μουσική κι απ’ τα δικά σου μάτια το όμορφο και το άσχημο ο κόσμος. Απ’ τη δικιά σου χαρά παίρνει τη χαρά η πλάση κι απ’ τη δική σου γλύκα η γλυκιά ζωή. Μα και η πικρή απ’ τη δικιά σου πίκρα την παίρνει.

 Όμως υπάρχει κάτι σε σένα βαρύ, που ζυγίζει όσο ο χαρακτήρας σου, είναι η ευθύνη κι είναι ασήκωτη όσο ένας σταυρός. Είναι η ευθύνη σαν ένα καυτό μπαλάκι, ή μια καυτή πέτρα, που στα χέρια του κανείς δεν θέλει να την κρατά, κι έχουν τα μάτια γι’ αυτό το σκοπό μια γύρα πάνω απ’ τα συντρίμμια και τις καταστροφές, και μια διέξοδο χωρίς πύλη το ανθρώπινο κρανίο, για να σημαδεύουμε ο ένας τον άλλον, αν έχει χαθεί ο στόχος μας κι ο σκοπός μας.

 Ο εαυτός μας είναι το πιο λησμονημένο ον, στη ζωή μας δεν συμμετέχει.
Το τραγούδι του είναι το πιο μοναχικό. Κάτω απ’ τ’ αστέρια θρηνεί, έναν χαμένο παράδεισο, που σαν σταυρό τον κουβαλά. 

 Ο κήπος, που προσπαθείς να φτάσεις, είναι κρεμαστός.  


26 Μαΐου 2017

Η Αναγέννηση






- Τι σε απασχολεί σήμερα?
- Ότι με απασχολούσε πάντα, κυρίως ο εαυτός μου.
- Και πως το αντιμετωπίζεις αυτό? Νομίζω χρειάζεται να το αντιμετωπίσεις.
- Νομίζω λες κάτι λάθος, αντιμετώπιση σημαίνει σύγκρουση, θαρρώ να το δεχθείς είναι το ζήτημα.
- Πως λοιπόν το δέχεσαι?
- Με το πλησίασμα. Επιτρέπεις στον εαυτό σου να έρθει κοντά σου, φιλιώνεις μαζί του, τον αγαπάς.
- Πετάει σπίθες αυτό.
- Φυσικά πετάει σπίθες, πηγαίνεις κοντά σε κάτι παραμελημένο. Είναι σαν να βλέπεις για πρώτη φορά το πιο δικό σου, αυτό που αληθινά είσαι το ξέχασες, χρειάζεται να το θυμηθείς.
- Πως το θυμάσαι?
- Με τη χρήση του, ο εαυτός μας είναι σαν ένα εργαλείο, είτε το χρησιμοποιείς σωστά είτε λάθος.
- Πως το καταλαβαίνεις ποια είναι η σωστή χρήση του εαυτού σου?
- Απ’ το αποτέλεσμα που σου φέρνει. Αναφέρομαι σε αισθαντικό αποτέλεσμα, όταν είναι ευχάριστο, ικανοποιητικό και χαρούμενο, χρησιμοποιείς τον εαυτό σου σωστά. Όταν δηλαδή αισθάνεσαι γεμάτος και πλήρεις αλλά κι αντέχεις όσα είσαι και τη μοναξιά σου. Συνήθως παίρνουμε μια πρόσκαιρη ικανοποίηση απ’ τον εαυτό μας, μια έστω νίκη, που γρήγορα ξεφουσκώνει, μα δεν μας αρκεί ποτέ και ξεκινούμε γοργά έναν νέο κύκλο, να νιώσουμε ξανά, όσο πιο σύντομα δυνατόν, αυτό το λίγο όμορφο μέσα στο άσχημο, που καταφέρνει να μας κρατά στη ζωή.
Αυτή όμως είναι μια ικανοποίηση του εγώ και του εγωισμού, ένα σύντομο βεβιασμένο κέρδος, που αισθάνεσαι σαν να το έκλεψες, ή να στο έδωσαν οι άλλοι επειδή σε λυπήθηκαν, μα όταν η ευχαρίστησή σου και η ικανοποίηση σου είναι ακέραια...είσαι εσύ που επιστρέφεις σε σένα μέσα από τις σχέσεις σου με τους άλλους, χωρίς τύψη κι ενοχή.
- Γιατί έχεις τύψη κι ενοχή?
- Σου είπα, επειδή ό,τι όμορφο αισθάνεσαι στο βάθος το κλέβεις, και σπάνια πιστεύεις πως σου αξίζει. Η ενοχή είναι μάστιγα που εμφανίζεται με χίλια πρόσωπα και σε ρημάζει, μόνο απ’ την ενοχή σου να απελευθερωθείς κέρδισες τον κόσμο, τον κόσμο σου.
- Γιατί υπάρχει ενοχή?
- Γιατί είμαστε μεταξύ μας μπλεγμένοι και πλεγμένοι, σαν ένα τεράστιο άχαρο υφαντό, πρέπει να ξεμπλέξεις τις κλωστές σου μέσα απ’ το υφαντό του κόσμου που γνώρισες καθώς ήρθες στη ζωή, αν θέλεις να αποκτήσεις τη ζωή σου. Αυτό το υφαντό είναι όλο μια μεγάλη λίμνη ασυνειδήτου, και πρέπει τώρα με τη συνείδησή σου να ξεκαθαρίσεις το ίδιο σου το ασυνείδητο απ΄ τους λεκέδες του. Καταλαβαίνεις, έχουν πλυθεί μαζί τα λευκά με τα μαύρα και τα χρωματιστά. Θα πρέπει λοιπόν να γίνεις εσύ για τον εαυτό σου, μια «καλή νοικοκυρά».  

- Εγώ όμως θα επιμένω κι άλλο στην ενοχή, μ' ενδιαφέρει, θέλω να μάθω γι’ αυτήν.
- Σου είπα, είναι ύπουλη. Νιώθεις ενοχή για τα πιο αυτονόητα κι όμορφα πράγματα. Ας πούμε, η ευτυχία σου είναι το πιο ενοχικό πράγμα στον κόσμο, σου εμφανίζεται σκληρό κι άδικο να είσαι ευτυχής μες στους δυστυχισμένους. Αν όμως δεν επιδιώξεις την ευτυχία σου μες στους δυστυχισμένους… και το καλό σου μες στο κακό, συμβάλεις με την παρουσία σου στη ζωή, στη δυστυχία και το κακό όλων. Αν όμως ξεκινήσεις αύριο να θέλεις το καλό σου, το αληθινά καλό σου, θα νιώσεις ενοχή, γιατί το μυαλό σου θα σου φανερώσει, πως το καλό σου είναι κακό των άλλων. Δεν είναι όμως έτσι, το αληθινά καλό σου είναι καλό όλων.
  
 Το καλό τους το βλέπουν συνήθως οι άνθρωποι έναντι των άλλων, γιατί δεν μπορούν να ξεμπλέξουν με την ενοχή τους. Θεωρούν πως το καλό τους, είναι να έχουν περισσότερα χρήματα, καλύτερη θέση στην κοινωνία, και γενικά το βλέπουν ως μια άνοδο κι ένα συγκριτικό ανέβασμα. Αυτό πράγματι είναι έναντι των άλλων και χρειάζεται να το πάρουν από εκείνους, έτσι νιώθουν πως το ανέβασμά τους κατεβάζει τους άλλους. Το κάνει βέβαια η ενοχή τους, όμως τη συνηθίζουν και ζουν με αυτή, ανάβουν και μερικά κεράκια κι εξιλεώνονται.

 Όμως παρόλο που προσπάθησαν το καλό τους, η σχέση τους με τον εαυτό τους δεν καλυτέρευσε, δεν νιώθουν καλύτερα, γιατί θα ένιωθαν καλύτερα αν κέρδιζε η διάθεσή τους μια αυτονομία, όμως αυτοί πιάστηκαν περισσότερο απ’ την αράχνη και τον ιστό της και τώρα θέλουν απλώς περισσότερα για τον εαυτό τους, γιατί αντί να προχωρήσουν προς τη χαρούμενη πλευρά τους, προχώρησαν προς την δυσάρεστή τους. Αν είχα προχωρήσει προς τη χαρούμενη πλευρά τους, δεν θα ήθελαν περισσότερα για τον εαυτό τους, γιατί θα τα είχαν ήδη όλα.

- Χαρά ήταν να έχουν περισσότερα.
- Χαρά ήταν να νιώθουν περισσότερα.

- Πόσο εύκολα χάνεις το δρόμο, λοιπόν.
- Δεν χάνεις το δρόμο, είναι ήδη χαμένος ο δρόμος καθώς έρχεσαι στη ζωή.
- Και πως τον βρίσκεις?
- Ξεκινάς με την ατομικότητα.
- Ναι, αλλά αυτό δεν είναι συλλογικό.
- Το συλλογικό είναι ήδη χαμένο, μόνο το ατομικό μπορεί να βρεθεί και να φτιάξει παράπλευρα νέο συλλογικό. Το ήδη συλλογικό είναι πένθος βαρύ κι είναι αξεδιάλυτο, αν συμμετέχεις σ’ αυτό το κάνεις με μέρος της δυστυχίας σου. Για να σχηματιστεί νέο συλλογικό, χρειάζεται πολλές φορές το παλιό να καταστραφεί.

- Έχουμε μια σχηματισμένη κοινωνία, που καλώ ή κακώς, είμαστε μέλη της κι οφείλουμε να συμμετέχουμε ενεργά.

- Οι συμμετέχοντες δεν μπορούν να αλλάξουν την κοινωνία τους, αυτοί που το κάνουν, όσο το κάνουν, το κάνουν απ’ έξω. Από μέσα δεν μπορείς να δεις τα χάλια της, ούτε τα δικά σου, μπορείς μόνο να τα ζεις. Ενεργά να συμμετέχεις ναι, με τους όρους της όμως όχι. 

 Μπορούμε να είμαστε καλύτεροι απ’ την κοινωνία μας, εμείς θέτουμε τους όρους συμμετοχής μας, αν την αφήσουμε να μας πηγαίνει θα κλαίμε με μαύρο δάκρυ. Πάρε τον εαυτό σου απ’ την κοινωνία, ξέπλυνέ τον με τα δάκρυά σου, και ξανά τοποθέτησε τον στην κοινωνία, στο μέρος της που έχει αρχίσει να λευκαίνει. Είναι ο πιο μικρός της τόπος, όμως ακόμα κι η κοινωνία μας, έχει έναν τόπο απρόσβλητο, όπου ακόμα ευδοκιμεί η χαρά. 
 Σου είπα, το μυστικό είναι να ενταχθείς εσύ συνειδητά στην κοινωνία, αλλά για να γίνει αυτό, θα πρέπει να βγάλεις τον εαυτό σου απ’ την κοινωνία που γνώρισες, αυτή δηλαδή που σε έκανε ασυνείδητα κτήμα της και τη βλαστημάς. Η κοινωνία δεν είναι μία, είναι μία για τον καθένα. 
 Καταλαβαίνεις τώρα γιατί κάποιος λέει άτιμη κοινωνία? και γιατί λέει άτιμη εκκλησία κι άτιμη πολιτική? γιατί αυτά τον κρατούν, και τον κρατούν αιχμάλωτο των ορέξεών τους.

 Οι ορέξεις αυτών των πραγμάτων είναι καταστροφικές για τον άνθρωπο και την ατομικότητα. Όμως η ατομικότητα, στο βάθος της, είναι πιο συλλογική απ’ τη συλλογικότητα και την κοινωνικότητα που γνωρίζουμε. Η ατομικότητα προχωράει στο όλον, ενώ η συλλογικότητα που γνωρίζουμε, είναι κατά το συμφέρον του εγώ. Δεν είναι ούτε κοινωνικότητα ούτε συλλογικότητα, απλά τα αποτελούν η ανάγκη που έχουμε τους άλλους, η ανάγκη δηλαδή να είμαστε κοντά για να μην χάσουμε τις αλυσίδες μας κι απελευθερωθούμε. Τρέχουμε κοντά στους άλλους γιατί φοβόμαστε μη χάσουμε τη φυλακή μας. Γιατί η φυλακή μας είναι το γνωστό κι η ελευθερία μας το άγνωστο. Όμως τίποτα πιο γνωστό από το άγνωστό μας, γιατί δεν είναι άγνωστό μας, απλώς το χάσαμε κι έγινε άγνωστό μας. Όμως γεννηθήκαμε να το ξέρουμε, ήταν όλο δικό μας, πριν κερδίσει το βλέμμα μας, και την καρδιά μας ξοπίσω του, το γνωστό μαύρο που ταλαιπωρεί και τυραννά την καρδιά μας.

Κοίτα, δεν είναι διόλου εύκολο να χάσεις το πρόβλημά σου, τον πόνο σου και το βάσανό σου, μετά από σαράντα χρόνια ιδιοκατοίκηση μαζί τους. Είναι πια σπίτι σου και το αναγνωρίζεις, είναι αίμα σου, είναι σώμα σου, είναι σκέψη σου και ζωή σου. Αν χαθεί αισθάνεσαι πως θα χαθείς. Όμως αν θέλεις να ζήσεις, εσύ αγαπητέ μου κι όσα έγινες μετά τη γέννησή σου, πρέπει να πεθάνουν. Εσύ πρέπει να πεθάνεις. Αυτό σημαίνει ανάσταση, που βλέπεις όλοι την ποθούν και σύμβολα πολλά τη συμβολίζουν. Κι όταν λέμε άνοιξη ή αναγέννηση του ανθρώπου, δεν εννοούμε κάτι άλλο. Καταλαβαίνεις λοιπόν πως μια ανάσταση εμπεριέχει εξ ορισμού θάνατο.

- Καλώς, αλλά η αναγέννηση τι είναι?

- Κοίτα, υπάρχει η γέννηση και η αναγέννηση. Η γέννηση, στην πλειοψηφία των ανθρώπων, είναι λάθος. Ο άνθρωπος που προκύπτει στον κόσμο με την γέννησή του... σέρνει φορτίο βαρύ. Πρέπει λοιπόν να καταφύγει στην κοιλιά του, κι απ’ την ίδια την κοιλιά του να γεννηθεί ξανά, με δική του θέληση, επειδή η πρώτη του γέννηση δεν ήταν με τη θέλησή του. Στη δεύτερη γέννηση λοιπόν, αποφασίζει τη γέννησή του, και μόνο μια ζωή που έχεις αποφασίσει εσύ τη γέννησή σου είναι δικιά σου ζωή.

 Μη με ρωτάς τώρα πολλά γιατί, γιατί δεν έχω τις απαντήσεις.
Τα παράπονά σου και τις απορίες σου στον δημιουργό σου. 
 Εγώ γνωρίζω απλώς πως έτσι γίνεται, κι έχω δει ανθρώπους να γεννιούνται απ’ την κοιλιά τους, αργά βέβαια κι όχι μετά από ένα εννεάμηνο εγκυμοσύνης, κι ούτε ακόμα με λιγότερους πόνους από εκείνους της πρώτης γέννησης, όμως το κάνουν, σαν να μην έχουν άλλη ελπίδα στη ζωή. 
 Έρχονται στον κόσμο και γεννιούνται με τη θέλησή τους, κι είτε το κάνουν στην ηλικία των τριάντα, είτε των σαράντα, είτε των πενήντα ετών, κοιτάζουν τον κόσμο γύρω τους για πρώτη φορά.

- Στην ηλικία των πενήντα ετών κοιτάζουν τον κόσμο για πρώτη φορά?

- Ναι φίλε μου, όπως το ακούς: για πρώτη φορά! Ξέρεις εσύ καμία γέννηση, που να κοιτάζεις τον κόσμο για δεύτερη φορά?
- Μα δεν είναι γέννηση η δεύτερη, είναι ανά – γέννηση.

Είναι εκ των έσω. Είναι γέννηση. Κοιτάζεις με τα ίδια μάτια που είδες τον κόσμο για πρώτη φορά. Μόνο που στη δεύτερη γέννηση, όλα τα αισθήματα της πρώτης, έχουν επιφορτιστεί με επίγνωση γέννησης.

 Θα στο πω απλά: δεν γεννήθηκες ποτέ σ' έναν κόσμο που δεν κατάλαβες και δεν ξέρεις. Δεν γεννήθηκες ποτέ αν δεν έχεις αποφασίσει ο ίδιος τη γέννησή σου, οι γονείς σου ένα σώμα έφεραν στον κόσμο. Γι’ αυτό καταφεύγεις στην κοιλία σου αργότερα: για να γνωρίσεις τον κόσμο που ήρθες και να καταφέρεις σ’ αυτόν να γεννηθείς.

 Όμως με όλη την αγάπη σε παρακαλώ, να καταφέρεις να γεννηθείς φίλε μου, πρόσεξε μην αγέννητος πεθάνεις.


25 Μαΐου 2017

Επιστολές





Τι Πνεύμα! Μα τι Πνεύμα! Το ερωτεύεσαι!


---

               Επιστολή 261 προς τον κ. Χίγκινσον, 25 Απριλίου 1862

Κύριε Χίγκινσον,
    Η καλοσύνη σας απαιτούσε ευγνωμοσύνη νωρίτερα – μα ήμουν άρρωστη – και γράφω σήμερα, από το μαξιλάρι μου.
    Σας ευχαριστώ για την εγχείριση – δεν ήταν τόσο οδυνηρή όσο υπέθετα. Σας φέρνω κι άλλα – όπως ζητήσατε – αν και δεν διαφέρουν –
     Όταν οι σκέψεις μου είναι ξέντυτες – μπορώ να κάνω τη διάκριση, μα όταν τις βάζω σε Ενδύματα – μοιάζουν όμοιες, και μουδιασμένες.
     Ρωτήσατε πόσο χρονών είμαι; Δεν έγραψα κανένα στίχο – εκτός από κάνα δυο
— μέχρι φέτος το χειμώνα – Κύριε — 
     Έζησα έναν τρόμο – από το Σεπτέμβριο – που δεν μπορούσα να τον πω σε κανένα – και γι αυτό τραγουδώ, όπως κάνει τ' αγόρι όταν περνάει απ' το Κοιμητήριο – επειδή φοβάμαι – Ζητάτε να μάθετε τα Βιβλία μου – Για Ποιητές – Έχω τον Κιτς – και τον Κύριο και την Κυρία Μπράουνινγκ. Από Πεζά – τον Κύριο Ράσκιν – τον Σερ Τόμας Μπράουν – και την Αποκάλυψη. Πήγα στο σχολείο – μα με τον τρόπο που εσείς το εννοείτε – δεν είχα καμία μόρφωση. Όταν ήμουν Κοριτσάκι, είχα ένα φίλο, που μου δίδαξε την Αθανασία – μα τολμώντας να φτάσει πολύ κοντά, ο ίδιος – δεν επέστρεψε ποτέ – Λίγο μετά, ο Δάσκαλός μου, πέθανε – κι εδώ και αρκετά χρόνια, το Λεξικό μου – ήταν ο μοναδικός μου σύντροφος – Μετά βρήκα έναν ακόμα – μα δεν του έφτανε που ήμουν μαθήτριά του – γι αυτό άφησε τη Γη.
    Ρωτάτε για τους Συντρόφους μου οι Λόφοι – Κύριε – και το Λιόγερμα – κι ένας Σκύλος – μεγάλος σαν κι εμένα, που μου αγόρασε ο Πατέρας μου – είναι καλύτεροι από Ανθρώπους – επειδή ξέρουν – μα δεν μιλούν – κι ο θόρυβος στη Λιμνούλα, το Μεσημέρι – σκεπάζει εκείνον του Πιάνου μου. Έχω έναν Αδελφό και μια Αδελφή – Η Μητέρα μου δεν ενδιαφέρεται για τη σκέψη – και ο Πατέρας, πολύ απασχολημένος με τις Δικογραφίες του – για να δώσει σημασία σε ό,τι κάνουμε – Μου αγοράζει πολλά Βιβλία – μα με εκλιπαρεί να μην τα διαβάζω – επειδή φοβάται πως τραντάζουν το Μυαλό. Είναι θρησκευόμενοι – εκτός από εμένα – κι απευθύνονται σε μια Έκλειψη, κάθε πρωί – την οποία αποκαλούν «Πατέρα» τους. Μα φοβάμαι πως η ιστορία μου σας καταπονεί – θα ήθελα να μάθω – Θα μπορούσατε να μου πείτε πώς να μεγαλώσω – ή μήπως αυτό δεν μεταδίδεται – όπως η Μελωδία – ή Μαγεία;
    Μιλάτε για τον Κύριο Γουίτμαν – δεν διάβασα ποτέ το Βιβλίο του – μα μου είπαν πως ήταν επαίσχυντος –
    Διάβασα την «Περίσταση» της Δεσποινίδας Πρέσκοτ, μα με ακολουθούσε, στο Σκοτάδι – γι αυτό την απέφυγα –
      Δύο εκδότες Περιοδικών ήρθαν στο Σπίτι του Πατέρα μου, φέτος το χειμώνα – και ζήτησαν το Μυαλό μου – κι όταν τους ρώτησα «Γιατί», μου είπαν πως ήμουν φιλάργυρη – κι εκείνοι, θα το χρησιμοποιούσαν για τον Κόσμο –
      Δεν μπορούσα να ζυγίσω ή ίδια – τον Εαυτό μου –
      Το μέγεθός μου φαινόταν μικρό – σε μένα – διάβασα τα Κεφάλαιά σας στον Ατλαντικό — και ένιωσα τιμή για εσάς – ήμουν σίγουρη πως δεν θα απορρίπτατε μια εκμυστηρευτική ερώτηση –
    Αυτά είναι – Κύριε – ό,τι μου ζητήσατε να σας πω;
                                                                                                                       Η φίλη σας,
                                                                                                                   Ε – Ντίκινσον.




Επιστολή 184 προς τον Τζον Γκρέιβς, τέλος Απριλίου 1856
Είναι Κυριακή – τώρα – Τζον – κι όλοι έχουν πάει στην εκκλησία – οι άμαξες πάει πέρασαν, κι εγώ βγήκα στο φρέσκο γρασίδι να ακούσω τα τροπάρια.
    Τρεις τέσσερις από τις Κότες μας μ' ακολούθησαν, και καθίσαμε πλάι—πλάι – κι ενώ κακαρίζουν και ψιθυρίζουν, θα σου πω τι βλέπω σήμερα, και τι εύχομαι να 'βλεπες κι εσύ –
    Θυμάσαι τον ετοιμόρροπο τοίχο που μας χωρίζει από τον κ. Σουίτσερ – και τις ετοιμόρροπες λεύκες και τα αειθαλή – κι άλλα ετοιμόρροπα – που πετάνε βλαστούς, και ξεθωριάζουν, και ρίχνουν τα άνθη τους μέσα σε ένα απλό δωδεκάμηνο – λοιπόν – εδώ είναι, κι οι ουρανοί πάνω μου πιο αίθριοι κι από Ιταλία, ρίχνουν τη γαλανή τους ματιά κάτω – πάνω – κοίτα! μακριά – μια λεύγα από εδώ, στο δρόμο για τον Παράδεισο! Κι οι Κοκκινολαίμηδες είναι εδώ – μόλις γύρισαν σπίτι – και τα τρελόχαρα Κοράκια – κι οι Καρακάξες — και θα με πιστέψεις – στη ζωή μου, να 'την μια αγριομέλισσα — όχι σαν κι αυτές που φέρνει το καλοκαίρι – Τζον – σοβαρά, ανδροπρεπείς μέλισσες, μα ένα είδος Δανδή, ντυμένες με ρούχα φανταχτερά. Έχω πολλά εύθυμα — να σου δείξω, αν ήσουν μαζί μου Τζον, πάνω σ' αυτό το Απριλιάτικο χορτάρι – μετά υπάρχουν πιο λυπηρά στοιχεία – εδώ κι εκεί, λείψανα φτερών, που τόσο φτεροκόπησαν, πέρυσι – φτέρωμα σε αποσύνθεση, σπίτι αδειανό, όπου διέμενε ένα πουλί. Εκεί που οι περσινές μύγες, έκαναν τις αγγαρείες τους, και σωριάστηκαν τα περσινά τριζόνια! Κι εμείς επίσης, πετάμε – φυλλορροούμε – Τζον – και το τραγούδι «ενθάδε κείται», χείλη που τώρα μας αγαπούν σύντομα – θα το έχουν σιγοτραγουδήσει και θα έχουν τελειώσει.
   Να ζεις, και να πεθαίνεις, και να ανυψώνεσαι ξανά θριαμβευτής, και την επόμενη φορά, να δοκιμάζεις τα φτερά σου στα υψίπεδα τ' ουρανού – δεν είναι θέμα αυτό για σχολιαρόπαιδα!
    Η σκέψη πως μπορούμε να είμαστε Αιώνιοι είναι φαιδρή – τη στιγμή που ο αιθέρας κι η γη είναι γεμάτα με ζωές που χάθηκαν – και τέλειωσαν – κι αλαζονική επίσης, αυτή η επαγγελία της Ανάστασης! Δώσε μου συγχαρητήρια – Τζον – Παλικάρι – και «στην υγειά σου» — έχουμε ο καθένας ένα ζευγάρι ζωές, και δεν υπάρχει χρεία να φειδόμαστε, εκείνο «που τώρα είναι» —



24 Μαΐου 2017

Το Κέρδος της Απωλείας





  
Έκλεισε το μαγαζί, καβάλησε το αυτοκίνητο και τράβηξε κατά την εξοχή
δεν καταλάβαινε πια τίποτα
ούτε πως έφτασε σ’ αυτή την ηλικία
με τρία παιδιά να μένει σ' ένα υπόγειο
να ΄χει για χόμπι του μοναχικές στιγμές γεμάτες ουίσκι
όσο αγωνίζεται τόσο ν’ αυξάνεται η ανάγκη του
να μαζεύει και να μην έχει τίποτα
να δανείζει και διαρκώς να χρωστά
να υπολογίζει, αλλά να πέφτει έξω ο προϋπολογισμός του
να ορμά, να τολμά, αλλά να μην βγαίνει απ’ το αδιέξοδο
ν’ ανοίγει την πόρτα μα εκείνη να τον χτυπά στο πρόσωπο
ν’ αισθάνεται πως αγγίζει τον ήλιο, αλλά να μένει πάντα μακρινός·
και μέσα σε όλα να νιώθει μια ματαιότητα
να προσπαθεί να κρατηθεί από έναν λόγο
να τον βλέπει στα παιδιά του, να χάνει τη ζωή
να περνά ο χρόνος του ημερολογίου αλλά όχι ο καιρός του
να τον εκβιάζει το ίδιο του το ρολόι
ν’ αισθάνεται δέσμιος μιας κατάστασης και γενικά δέσμιος
να φουσκώνει η κοιλιά του αλλά όχι το πορτοφόλι του·
τράβηξε κατά την εξοχή, όπως είπε, να πάρει μια ανάσα
να κοιτάξει ένα άλλο πέλαγος απ’ αυτό των ανθρώπων·
πήρε τους ίδιους δρόμους που έπαιρνε πάντα
πέρασε απ’ τα παλιά λημέρια να θυμηθεί
μια αίσθηση πως κάτι πίσω ξέχασε ή, πως κάτι προσπαθούσε να ξεχάσει, τον βασάνιζε
κάτι ξέχασε μέσα σε όλη αυτή την αγωνία
κάτι δεν πρόλαβε, κάτι του ξέφυγε
σίγουρα έχασε κάτι - ίσως πολλά
όμως ήθελε μ’ έναν τρόπο και δεν μπορούσε ν’  αλλάξει
τον τρόπο που θέλει
και δεν καταλάβαινε γιατί τα πράγματα δεν γίνονται
με τον τρόπο που θέλει
όπως τα είχε στο μυαλό του
ωραία, στρωτά, τακτοποιημένα
σαν ένα οποιοδήποτε ψέμα
μα η αλήθεια πίεζε·
κι όσο δεν άλλαζαν τα πράγματα με τον τρόπο που ήθελε
άλλο τόσο επέμενε να θέλει με τον ίδιο τρόπο ν' αλλάξουν

Θα την κοιτάξω στα μάτια την αλήθεια μια άλλη μέρα, σκέφτηκε
τώρα απλώς να ξεφύγω, να δραπετεύσω
για λίγο αέρα, να με βοηθήσει η θάλασσα
να ξεχάσω, είπε, ή να θυμηθώ, δεν ξέρω
μα πως να επιστρέψω που με περιμένει
στη γωνιά η πραγματικότητα
να την αλλάξω, ή να με αλλάξει
ν’ αναμετρηθούμε περιμένει

Και πήγε μια μεγάλη βόλτα, πήρε λίγη δύναμη
οπλίστηκε με λίγο κουράγιο
και γύρισε πίσω, χίμηξε ξανά στα στήθια της πραγματικότητας
και στην κοιλιά της
σαν θεριό να την ξεσκίσει
να περάσει από μέσα της
να δει από τί είναι φτιαγμένη

Γύρισε ξανά πίσω
έσκυψε πάνω απ’ το μικρό  γραφείο
ξεκίνησε ξανά τους υπολογισμούς
κάτω χαμηλά, για να του βγει θετικό το άθροισμα
συνυπολόγισε και το θαύμα

μα δεν ήξερε αν το έβαλε στα συν
ή στα πλην

Δεν ήξερε αν να κερδίσει ή να χάσει ήταν το ζητούμενο
γιατί το μυαλό του γύρευε να κερδίσει
η ψυχή του να χάσει·
γιατί το κέρδος της
στην απώλεια το βρίσκει. 


Εσωτερικός Δάσκαλος

     Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορε...