12 Μαΐου 2017

Ο Άγγελος της Προθέσεως






 Δεκάδες πράγματα σε ζώνουν καθημερινά, πληροφορίες, ερεθίσματα, κεντρίσματα, όλα σαν μέλισσας καρφιά. Μέσα σε όλα, που φτιάχνουν έναν μαντρότοιχο, έχεις και τα λίγα δικά σου, ένα ανθρώπινο σχέδιο, κι ένα ακόμα βαθύτερο σχέδιο.
 Η καρδιά ποθεί, λαχταρά, αισιοδοξεί κι ελπίζει, θέλει να δυναμώσει να δώσει μια και να σπάσει όλους τους τοίχους του σήμερα, ν’ αρχίσει να καλπάζει, η αδύναμη καρδιά μπρος στα τεράστια περιστατικά, όπως η σκέψη τα παρουσιάζει.
 Φρονίμεψε, που θα πας? ακούγεται μια φωνή σύνεσης να μιλά, έξω πέφτουν χαλάζι οι σφαίρες, μείνε πίσω και φτιάχνε τ’  όνειρο.
 Ο καιρός περνά, ο κλοιός σφίγγει περισσότερο, η καρδιά δυστροπεί, ο θυμός τη φανερώνει, η εύνοια εναντίον σου, η τύχη εναντίον σου, περιμένεις σαν άγγελο μια καλή είδηση.
 Θα σαπίσεις, σου λέει η άτολμη καρδιά, επιχείρησε την έξοδό σου, φτιάξε μια απόφαση. Έχω ήδη μια απόφαση, της λες, μα τη ζώνουν φίδια. Πως θα μπορούσε να μην έχω μια απόφαση γι’ ανάσα μέσα στην ασφυξία? μα μου λείπουν οι σύμμαχοι κι οι καιροί είναι εναντίον μου. Έχω καιρό, της λες, θα στριφογυρίσω κι άλλο στα σπλάχνα μου μέχρι να βρω τη λύση.
 Ποια λύση? σου λέει η καρδιά, εσύ είσαι η λύση, σπάσε το σχοινί που σε δένει με την ατολμία σου. Έχω μάθει να λέω εξαρτάται, της λες, και με τον καιρό καταλαβαίνω όλο και περισσότερο, πως δεν εξαρτάται από μένα. Όμως εσύ, σου απαντάει, εξαρτάσαι από σένα, δεν το ξέρεις αυτό?
 Το ξέρω, της λες, μα για να φτάσω σ’ εκείνο, πρέπει ν’ αφήσω αυτό, και πως ν’ αφήσω αυτό, που είναι ζεστά εδώ σαν φωλιά, κι έξω κάνει κρύο.  Δεν είμαι δειλός, της λες, μα στην αβεβαιότητα πως να προχωρήσω και πως ν' αφήσω τη σιγουριά? όμως κάτι μέσα μου με τρώει, θέλω.
 Θέλεις? απορεί εκείνη, και τι κάνεις γι’ αυτό που θέλεις? περιμένω, της απαντάς. Να θέλεις και ταυτόχρονα να περιμένεις το βρίσκεις συνετό? σου λέει. Ίσως να φοβάμαι λιγάκι, της απαντάς, έξω τα πράγματα αγρίεψαν. Εμένα δεν με σκέφτεσαι, σου λέει, τί θα απογίνω εγώ σ’ αυτό το μικρό κάθισμα στην ψυχή σου? να το ξέρεις, θ' αρχίσω να σου φέρνω στο νου εφιάλτες.
 Σε νοιάζομαι, λες στην καρδιά σου, μα περιμένω τον άγγελο, εσύ ως καρδιά θα έχεις άγγελο, έτσι δεν είναι?
 Άγγελο? δεν ξέρω αν έχω άγγελο, σου λέει, είσαι σίγουρος γι’ αυτό? Κοίτα, της λες, μέσα σε τόσα που με ζώνουν, θα πρέπει να έχεις άγγελο οπωσδήποτε, αλλιώς δεν θα μ’ έζωσαν τόσα. Ακόμα κι άγγελο να μην έχεις, θα πρέπει άγγελος να βρεθεί, γιατί τώρα είναι των αγγέλων η ώρα, μα χασομεράει κι αυτός κι ο καιρός περνά. Κι ύστερα, έχω ακούσει πως παίρνουν ανθρώπινη μορφή, περιμένω λοιπόν τον άνθρωπο, ίσως ακόμα να περιμένω τον άνθρωπο που στέλλουν οι άγγελοι. Αλλιώς, ποια η χρησιμότητα των αγγέλων αν δεν είναι εδώ όταν τους χρειάζεσαι?
 Μπορείς εσύ, ένας φτωχός άνθρωπος, σου λέει η καρδιά, να ξέρεις δα πως δουλεύουν και με ποιους  νόμους, ετούτες οι δυνάμεις που επικαλείσαι? σάμπως φανερώνονται αυτοί όταν τους χρειάζεσαι, ή σάμπως ξέρεις πάντα τι χρειάζεσαι? άλλα πράγματα λαμβάνουν υπόψη τους αυτοί, συνήθως λένε το καλό της ψυχής σου και σε δοκιμάζουν ως το ύστατο, θέλουν ν' αυξήσουν τις αντοχές σου και την πίστη σου. Ελάχιστοι είδαν ποτέ άγγελο κι ακόμα λιγότεροι τον πήραν στη δούλεψή τους. Μήπως σκέφτηκες ποτέ ως που μπορεί να σκύψει το γονάτισμα, φίλησες ποτέ χώμα?
 Σε διπλώνουν στα δύο οι άγγελοι, θέλουν μεγάλη ταπείνωση, που πάντα δεν την αντέχεις τόση, κανένας με υπερηφάνεια δεν είδε ποτέ άγγελο. Κι αναρωτιέσαι, μήπως γι’ αυτό με χτυπούν, για να λυγίσω? κράτησα καιρό χωρίς να σπάσω μα τώρα, νιώθω να θέλω να ξεσπάσω σε λυγμούς. 
 Θα έβαζα στοίχημα, της λες, πως το αόρατο κάνει τα καπρίτσια του μαζί μου, κι εμένα, τον σεβάσμιο που με βλέπεις, έχω αρχίσει να θυμώνω με το θεό.

  Αχ άνθρωπε, σου λέει η καρδιά σου, απ’ όλα τα μυστήρια εσύ ο πιο μυστήριος, που εσένα δεν καταλαβαίνεις, κι είσαι γεμάτος με χίλιες ροπές, ν’ ακολουθήσεις πιά δεν ξέρεις. Κι είναι τα γόνατά σου φθαρμένα αλλά γονατίζεις, σχεδόν πάντα, σε λάθος πράγματα. Και σου έρχεται συχνά να ουρλιάξεις έλεος και παρακαλώ, μα δεν το κάνεις, θα ήθελα να ξέρω σε τί επιμένεις.
 Επιμένω στην υπομονή μου, λες στην καρδιά σου, για ν’ ανοίξεις εσύ και να μπορέσω να δεχθώ. Μα κάτι σε μένα ουρλιάζει και θέλει να πάρει τους δρόμους, θ' ακολουθήσω μια νύχτα μια φυγή και θα τρέχω πίσω της κι όπου θέλει ας με βγάλει. Ή θα πιαστώ απ’ το πρώτο λάθος χέρι και θα το αφήσω να με οδηγήσει, γιατί στένεψε ο καιρός και τρώω τις σάρκες μου. Κι έχουν φτιάξει οι εχθροί μου απέναντί μου ένα μέτωπο, μα πότε συμμάχησαν έτσι οι εχθροί μου και τι είναι αυτό που τους πολλαπλασιάζει? δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι πως ένας είμαι μπροστά τους, αναζητώ τη δύναμη που σπάει κρίκους, κι εσύ φτωχή καρδιά μου, που δεν με ξέρεις, μου μιλάς σαν να είμαστε χώρια. Εγώ για σένα τα κάνω όλα, λες της καρδιάς σου να την καλοπιάσεις.

 Μου έχεις δώσει το πιο μικρό κάθισμα στο σαλόνι, σου λέει, και τολμάς να λες για μένα τα κάνεις όλα? Θα πάρω μια νύχτα το λάβαρο απ΄τα χέρια σου και θα αρχίσω να τρέχω μπροστά, γιατί οι σκέψεις σου με θλίβουν και μ’ εξαναγκάζεις να παίρνω μια πένα στα χέρια μου και να γράφω. Γιατί μ’ έκρυψες? σου λέει. Μα για να μη σε βρουν οι εχθροί σου, πολύτιμή μου, απαντάς. Μα, εχθρός δικός μου, είναι όποιος με θάβει, σου λέει.
  
 Ήμαρτον καρδιά μου της λες, τι είναι αυτά που λες? είναι δυνατόν, καρδιά δικιά μου εσύ, να είμαι εγώ εχθρός δικός σου? μα μόνο εσύ μπορείς να με θάψεις, σου απαντάει, κι όλοι οι εχθροί μου έχουν το πρόσωπό σου. Δεν νομίζεις πως έτσι δικαιολογούνται οι νύχτες σου?

 Σκύβεις το κεφάλι και λες, περιμένω τον άγγελό σου. Αυτός θα κόψει με το σπαθί του τη σχέση μας, γιατί αν η σχέση που έχω μαζί σου σε πληγώνει, δεν θα μπορούσε εγώ ποτέ, να επιδίωκα κάτι τέτοιο. 


Δημοσίευση σχολίου

Οι Θέσεις της Καρδιάς

Καμιά φορά τους πιέζουμε όλους προς τα έξω ανοίγοντας το χώρο μας και το αισθανόμαστε Όμως το χρειαζόμαστε το ...