26 Μαΐου 2017

Η Αναγέννηση






- Τι σε απασχολεί σήμερα?
- Ότι με απασχολούσε πάντα, κυρίως ο εαυτός μου.
- Και πως το αντιμετωπίζεις αυτό? Νομίζω χρειάζεται να το αντιμετωπίσεις.
- Νομίζω λες κάτι λάθος, αντιμετώπιση σημαίνει σύγκρουση, θαρρώ να το δεχθείς είναι το ζήτημα.
- Πως λοιπόν το δέχεσαι?
- Με το πλησίασμα. Επιτρέπεις στον εαυτό σου να έρθει κοντά σου, φιλιώνεις μαζί του, τον αγαπάς.
- Πετάει σπίθες αυτό.
- Φυσικά πετάει σπίθες, πηγαίνεις κοντά σε κάτι παραμελημένο. Είναι σαν να βλέπεις για πρώτη φορά το πιο δικό σου, αυτό που αληθινά είσαι το ξέχασες, χρειάζεται να το θυμηθείς.
- Πως το θυμάσαι?
- Με τη χρήση του, ο εαυτός μας είναι σαν ένα εργαλείο, είτε το χρησιμοποιείς σωστά είτε λάθος.
- Πως το καταλαβαίνεις ποια είναι η σωστή χρήση του εαυτού σου?
- Απ’ το αποτέλεσμα που σου φέρνει. Αναφέρομαι σε αισθαντικό αποτέλεσμα, όταν είναι ευχάριστο, ικανοποιητικό και χαρούμενο, χρησιμοποιείς τον εαυτό σου σωστά. Όταν δηλαδή αισθάνεσαι γεμάτος και πλήρεις αλλά κι αντέχεις όσα είσαι και τη μοναξιά σου. Συνήθως παίρνουμε μια πρόσκαιρη ικανοποίηση απ’ τον εαυτό μας, μια έστω νίκη, που γρήγορα ξεφουσκώνει, μα δεν μας αρκεί ποτέ και ξεκινούμε γοργά έναν νέο κύκλο, να νιώσουμε ξανά, όσο πιο σύντομα δυνατόν, αυτό το λίγο όμορφο μέσα στο άσχημο, που καταφέρνει να μας κρατά στη ζωή.
Αυτή όμως είναι μια ικανοποίηση του εγώ και του εγωισμού, ένα σύντομο βεβιασμένο κέρδος, που αισθάνεσαι σαν να το έκλεψες, ή να στο έδωσαν οι άλλοι επειδή σε λυπήθηκαν, μα όταν η ευχαρίστησή σου και η ικανοποίηση σου είναι ακέραια...είσαι εσύ που επιστρέφεις σε σένα μέσα από τις σχέσεις σου με τους άλλους, χωρίς τύψη κι ενοχή.
- Γιατί έχεις τύψη κι ενοχή?
- Σου είπα, επειδή ό,τι όμορφο αισθάνεσαι στο βάθος το κλέβεις, και σπάνια πιστεύεις πως σου αξίζει. Η ενοχή είναι μάστιγα που εμφανίζεται με χίλια πρόσωπα και σε ρημάζει, μόνο απ’ την ενοχή σου να απελευθερωθείς κέρδισες τον κόσμο, τον κόσμο σου.
- Γιατί υπάρχει ενοχή?
- Γιατί είμαστε μεταξύ μας μπλεγμένοι και πλεγμένοι, σαν ένα τεράστιο άχαρο υφαντό, πρέπει να ξεμπλέξεις τις κλωστές σου μέσα απ’ το υφαντό του κόσμου που γνώρισες καθώς ήρθες στη ζωή, αν θέλεις να αποκτήσεις τη ζωή σου. Αυτό το υφαντό είναι όλο μια μεγάλη λίμνη ασυνειδήτου, και πρέπει τώρα με τη συνείδησή σου να ξεκαθαρίσεις το ίδιο σου το ασυνείδητο απ΄ τους λεκέδες του. Καταλαβαίνεις, έχουν πλυθεί μαζί τα λευκά με τα μαύρα και τα χρωματιστά. Θα πρέπει λοιπόν να γίνεις εσύ για τον εαυτό σου, μια «καλή νοικοκυρά».  

- Εγώ όμως θα επιμένω κι άλλο στην ενοχή, μ' ενδιαφέρει, θέλω να μάθω γι’ αυτήν.
- Σου είπα, είναι ύπουλη. Νιώθεις ενοχή για τα πιο αυτονόητα κι όμορφα πράγματα. Ας πούμε, η ευτυχία σου είναι το πιο ενοχικό πράγμα στον κόσμο, σου εμφανίζεται σκληρό κι άδικο να είσαι ευτυχής μες στους δυστυχισμένους. Αν όμως δεν επιδιώξεις την ευτυχία σου μες στους δυστυχισμένους… και το καλό σου μες στο κακό, συμβάλεις με την παρουσία σου στη ζωή, στη δυστυχία και το κακό όλων. Αν όμως ξεκινήσεις αύριο να θέλεις το καλό σου, το αληθινά καλό σου, θα νιώσεις ενοχή, γιατί το μυαλό σου θα σου φανερώσει, πως το καλό σου είναι κακό των άλλων. Δεν είναι όμως έτσι, το αληθινά καλό σου είναι καλό όλων.
  
 Το καλό τους το βλέπουν συνήθως οι άνθρωποι έναντι των άλλων, γιατί δεν μπορούν να ξεμπλέξουν με την ενοχή τους. Θεωρούν πως το καλό τους, είναι να έχουν περισσότερα χρήματα, καλύτερη θέση στην κοινωνία, και γενικά το βλέπουν ως μια άνοδο κι ένα συγκριτικό ανέβασμα. Αυτό πράγματι είναι έναντι των άλλων και χρειάζεται να το πάρουν από εκείνους, έτσι νιώθουν πως το ανέβασμά τους κατεβάζει τους άλλους. Το κάνει βέβαια η ενοχή τους, όμως τη συνηθίζουν και ζουν με αυτή, ανάβουν και μερικά κεράκια κι εξιλεώνονται.

 Όμως παρόλο που προσπάθησαν το καλό τους, η σχέση τους με τον εαυτό τους δεν καλυτέρευσε, δεν νιώθουν καλύτερα, γιατί θα ένιωθαν καλύτερα αν κέρδιζε η διάθεσή τους μια αυτονομία, όμως αυτοί πιάστηκαν περισσότερο απ’ την αράχνη και τον ιστό της και τώρα θέλουν απλώς περισσότερα για τον εαυτό τους, γιατί αντί να προχωρήσουν προς τη χαρούμενη πλευρά τους, προχώρησαν προς την δυσάρεστή τους. Αν είχα προχωρήσει προς τη χαρούμενη πλευρά τους, δεν θα ήθελαν περισσότερα για τον εαυτό τους, γιατί θα τα είχαν ήδη όλα.

- Χαρά ήταν να έχουν περισσότερα.
- Χαρά ήταν να νιώθουν περισσότερα.

- Πόσο εύκολα χάνεις το δρόμο, λοιπόν.
- Δεν χάνεις το δρόμο, είναι ήδη χαμένος ο δρόμος καθώς έρχεσαι στη ζωή.
- Και πως τον βρίσκεις?
- Ξεκινάς με την ατομικότητα.
- Ναι, αλλά αυτό δεν είναι συλλογικό.
- Το συλλογικό είναι ήδη χαμένο, μόνο το ατομικό μπορεί να βρεθεί και να φτιάξει παράπλευρα νέο συλλογικό. Το ήδη συλλογικό είναι πένθος βαρύ κι είναι αξεδιάλυτο, αν συμμετέχεις σ’ αυτό το κάνεις με μέρος της δυστυχίας σου. Για να σχηματιστεί νέο συλλογικό, χρειάζεται πολλές φορές το παλιό να καταστραφεί.

- Έχουμε μια σχηματισμένη κοινωνία, που καλώ ή κακώς, είμαστε μέλη της κι οφείλουμε να συμμετέχουμε ενεργά.

- Οι συμμετέχοντες δεν μπορούν να αλλάξουν την κοινωνία τους, αυτοί που το κάνουν, όσο το κάνουν, το κάνουν απ’ έξω. Από μέσα δεν μπορείς να δεις τα χάλια της, ούτε τα δικά σου, μπορείς μόνο να τα ζεις. Ενεργά να συμμετέχεις ναι, με τους όρους της όμως όχι. 

 Μπορούμε να είμαστε καλύτεροι απ’ την κοινωνία μας, εμείς θέτουμε τους όρους συμμετοχής μας, αν την αφήσουμε να μας πηγαίνει θα κλαίμε με μαύρο δάκρυ. Πάρε τον εαυτό σου απ’ την κοινωνία, ξέπλυνέ τον με τα δάκρυά σου, και ξανά τοποθέτησε τον στην κοινωνία, στο μέρος της που έχει αρχίσει να λευκαίνει. Είναι ο πιο μικρός της τόπος, όμως ακόμα κι η κοινωνία μας, έχει έναν τόπο απρόσβλητο, όπου ακόμα ευδοκιμεί η χαρά. 
 Σου είπα, το μυστικό είναι να ενταχθείς εσύ συνειδητά στην κοινωνία, αλλά για να γίνει αυτό, θα πρέπει να βγάλεις τον εαυτό σου απ’ την κοινωνία που γνώρισες, αυτή δηλαδή που σε έκανε ασυνείδητα κτήμα της και τη βλαστημάς. Η κοινωνία δεν είναι μία, είναι μία για τον καθένα. 
 Καταλαβαίνεις τώρα γιατί κάποιος λέει άτιμη κοινωνία? και γιατί λέει άτιμη εκκλησία κι άτιμη πολιτική? γιατί αυτά τον κρατούν, και τον κρατούν αιχμάλωτο των ορέξεών τους.

 Οι ορέξεις αυτών των πραγμάτων είναι καταστροφικές για τον άνθρωπο και την ατομικότητα. Όμως η ατομικότητα, στο βάθος της, είναι πιο συλλογική απ’ τη συλλογικότητα και την κοινωνικότητα που γνωρίζουμε. Η ατομικότητα προχωράει στο όλον, ενώ η συλλογικότητα που γνωρίζουμε, είναι κατά το συμφέρον του εγώ. Δεν είναι ούτε κοινωνικότητα ούτε συλλογικότητα, απλά τα αποτελούν η ανάγκη που έχουμε τους άλλους, η ανάγκη δηλαδή να είμαστε κοντά για να μην χάσουμε τις αλυσίδες μας κι απελευθερωθούμε. Τρέχουμε κοντά στους άλλους γιατί φοβόμαστε μη χάσουμε τη φυλακή μας. Γιατί η φυλακή μας είναι το γνωστό κι η ελευθερία μας το άγνωστο. Όμως τίποτα πιο γνωστό από το άγνωστό μας, γιατί δεν είναι άγνωστό μας, απλώς το χάσαμε κι έγινε άγνωστό μας. Όμως γεννηθήκαμε να το ξέρουμε, ήταν όλο δικό μας, πριν κερδίσει το βλέμμα μας, και την καρδιά μας ξοπίσω του, το γνωστό μαύρο που ταλαιπωρεί και τυραννά την καρδιά μας.

Κοίτα, δεν είναι διόλου εύκολο να χάσεις το πρόβλημά σου, τον πόνο σου και το βάσανό σου, μετά από σαράντα χρόνια ιδιοκατοίκηση μαζί τους. Είναι πια σπίτι σου και το αναγνωρίζεις, είναι αίμα σου, είναι σώμα σου, είναι σκέψη σου και ζωή σου. Αν χαθεί αισθάνεσαι πως θα χαθείς. Όμως αν θέλεις να ζήσεις, εσύ αγαπητέ μου κι όσα έγινες μετά τη γέννησή σου, πρέπει να πεθάνουν. Εσύ πρέπει να πεθάνεις. Αυτό σημαίνει ανάσταση, που βλέπεις όλοι την ποθούν και σύμβολα πολλά τη συμβολίζουν. Κι όταν λέμε άνοιξη ή αναγέννηση του ανθρώπου, δεν εννοούμε κάτι άλλο. Καταλαβαίνεις λοιπόν πως μια ανάσταση εμπεριέχει εξ ορισμού θάνατο.

- Καλώς, αλλά η αναγέννηση τι είναι?

- Κοίτα, υπάρχει η γέννηση και η αναγέννηση. Η γέννηση, στην πλειοψηφία των ανθρώπων, είναι λάθος. Ο άνθρωπος που προκύπτει στον κόσμο με την γέννησή του... σέρνει φορτίο βαρύ. Πρέπει λοιπόν να καταφύγει στην κοιλιά του, κι απ’ την ίδια την κοιλιά του να γεννηθεί ξανά, με δική του θέληση, επειδή η πρώτη του γέννηση δεν ήταν με τη θέλησή του. Στη δεύτερη γέννηση λοιπόν, αποφασίζει τη γέννησή του, και μόνο μια ζωή που έχεις αποφασίσει εσύ τη γέννησή σου είναι δικιά σου ζωή.

 Μη με ρωτάς τώρα πολλά γιατί, γιατί δεν έχω τις απαντήσεις.
Τα παράπονά σου και τις απορίες σου στον δημιουργό σου. 
 Εγώ γνωρίζω απλώς πως έτσι γίνεται, κι έχω δει ανθρώπους να γεννιούνται απ’ την κοιλιά τους, αργά βέβαια κι όχι μετά από ένα εννεάμηνο εγκυμοσύνης, κι ούτε ακόμα με λιγότερους πόνους από εκείνους της πρώτης γέννησης, όμως το κάνουν, σαν να μην έχουν άλλη ελπίδα στη ζωή. 
 Έρχονται στον κόσμο και γεννιούνται με τη θέλησή τους, κι είτε το κάνουν στην ηλικία των τριάντα, είτε των σαράντα, είτε των πενήντα ετών, κοιτάζουν τον κόσμο γύρω τους για πρώτη φορά.

- Στην ηλικία των πενήντα ετών κοιτάζουν τον κόσμο για πρώτη φορά?

- Ναι φίλε μου, όπως το ακούς: για πρώτη φορά! Ξέρεις εσύ καμία γέννηση, που να κοιτάζεις τον κόσμο για δεύτερη φορά?
- Μα δεν είναι γέννηση η δεύτερη, είναι ανά – γέννηση.

Είναι εκ των έσω. Είναι γέννηση. Κοιτάζεις με τα ίδια μάτια που είδες τον κόσμο για πρώτη φορά. Μόνο που στη δεύτερη γέννηση, όλα τα αισθήματα της πρώτης, έχουν επιφορτιστεί με επίγνωση γέννησης.

 Θα στο πω απλά: δεν γεννήθηκες ποτέ σ' έναν κόσμο που δεν κατάλαβες και δεν ξέρεις. Δεν γεννήθηκες ποτέ αν δεν έχεις αποφασίσει ο ίδιος τη γέννησή σου, οι γονείς σου ένα σώμα έφεραν στον κόσμο. Γι’ αυτό καταφεύγεις στην κοιλία σου αργότερα: για να γνωρίσεις τον κόσμο που ήρθες και να καταφέρεις σ’ αυτόν να γεννηθείς.

 Όμως με όλη την αγάπη σε παρακαλώ, να καταφέρεις να γεννηθείς φίλε μου, πρόσεξε μην αγέννητος πεθάνεις.


Δημοσίευση σχολίου

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία

 Το βλοκγάκι μάλλον θα κλείσει, όμως μια τελευταία ιστορία προλαβαίνω να τη γράψω, για μια γυναίκα διαφορετική, διαφορετική ω...