24 Μαΐου 2017

Το Κέρδος της Απωλείας





  
Έκλεισε το μαγαζί, καβάλησε το αυτοκίνητο και τράβηξε κατά την εξοχή
δεν καταλάβαινε πια τίποτα
ούτε πως έφτασε σ’ αυτή την ηλικία
με τρία παιδιά να μένει σ' ένα υπόγειο
να ΄χει για χόμπι του μοναχικές στιγμές γεμάτες ουίσκι
όσο αγωνίζεται τόσο ν’ αυξάνεται η ανάγκη του
να μαζεύει και να μην έχει τίποτα
να δανείζει και διαρκώς να χρωστά
να υπολογίζει, αλλά να πέφτει έξω ο προϋπολογισμός του
να ορμά, να τολμά, αλλά να μην βγαίνει απ’ το αδιέξοδο
ν’ ανοίγει την πόρτα μα εκείνη να τον χτυπά στο πρόσωπο
ν’ αισθάνεται πως αγγίζει τον ήλιο, αλλά να μένει πάντα μακρινός·
και μέσα σε όλα να νιώθει μια ματαιότητα
να προσπαθεί να κρατηθεί από έναν λόγο
να τον βλέπει στα παιδιά του, να χάνει τη ζωή
να περνά ο χρόνος του ημερολογίου αλλά όχι ο καιρός του
να τον εκβιάζει το ίδιο του το ρολόι
ν’ αισθάνεται δέσμιος μιας κατάστασης και γενικά δέσμιος
να φουσκώνει η κοιλιά του αλλά όχι το πορτοφόλι του·
τράβηξε κατά την εξοχή, όπως είπε, να πάρει μια ανάσα
να κοιτάξει ένα άλλο πέλαγος απ’ αυτό των ανθρώπων·
πήρε τους ίδιους δρόμους που έπαιρνε πάντα
πέρασε απ’ τα παλιά λημέρια να θυμηθεί
μια αίσθηση πως κάτι πίσω ξέχασε ή, πως κάτι προσπαθούσε να ξεχάσει, τον βασάνιζε
κάτι ξέχασε μέσα σε όλη αυτή την αγωνία
κάτι δεν πρόλαβε, κάτι του ξέφυγε
σίγουρα έχασε κάτι - ίσως πολλά
όμως ήθελε μ’ έναν τρόπο και δεν μπορούσε ν’  αλλάξει
τον τρόπο που θέλει
και δεν καταλάβαινε γιατί τα πράγματα δεν γίνονται
με τον τρόπο που θέλει
όπως τα είχε στο μυαλό του
ωραία, στρωτά, τακτοποιημένα
σαν ένα οποιοδήποτε ψέμα
μα η αλήθεια πίεζε·
κι όσο δεν άλλαζαν τα πράγματα με τον τρόπο που ήθελε
άλλο τόσο επέμενε να θέλει με τον ίδιο τρόπο ν' αλλάξουν

Θα την κοιτάξω στα μάτια την αλήθεια μια άλλη μέρα, σκέφτηκε
τώρα απλώς να ξεφύγω, να δραπετεύσω
για λίγο αέρα, να με βοηθήσει η θάλασσα
να ξεχάσω, είπε, ή να θυμηθώ, δεν ξέρω
μα πως να επιστρέψω που με περιμένει
στη γωνιά η πραγματικότητα
να την αλλάξω, ή να με αλλάξει
ν’ αναμετρηθούμε περιμένει

Και πήγε μια μεγάλη βόλτα, πήρε λίγη δύναμη
οπλίστηκε με λίγο κουράγιο
και γύρισε πίσω, χίμηξε ξανά στα στήθια της πραγματικότητας
και στην κοιλιά της
σαν θεριό να την ξεσκίσει
να περάσει από μέσα της
να δει από τί είναι φτιαγμένη

Γύρισε ξανά πίσω
έσκυψε πάνω απ’ το μικρό  γραφείο
ξεκίνησε ξανά τους υπολογισμούς
κάτω χαμηλά, για να του βγει θετικό το άθροισμα
συνυπολόγισε και το θαύμα

μα δεν ήξερε αν το έβαλε στα συν
ή στα πλην

Δεν ήξερε αν να κερδίσει ή να χάσει ήταν το ζητούμενο
γιατί το μυαλό του γύρευε να κερδίσει
η ψυχή του να χάσει·
γιατί το κέρδος της
στην απώλεια το βρίσκει. 


Δημοσίευση σχολίου

Ο Ταξιδιώτης

...Και μετά, αν ξεκαθαρίσει αρκετά το τοπίο, βλέπεις τη ζωή εντελώς διαφορετικά, τη βλέπεις σαν ένα συνειδητό ταξίδι,...