31 Μαΐου 2017

Η Φλόγα κι ο Πάγος







  Σου ‘χει τύχει κάποια στιγμή να θέλεις κάτι πολύ να αγκαλιάσεις; τον ρώτησε. Κάτι ζωντανό, με ψυχή, να το σφίξεις πάνω σου, να το κρατάς, να μην θέλεις να το χάσεις κι από κείνο ν’ αρπάζεσαι.
 Την κοίταξε με τη συνηθισμένη του απορία, με την ίδια πάντα απάθεια, μ’ ένα βλέμμα που σήμαινε με κουράζεις, με ταλαιπωρείς, οργιάζουν οι βλαστοί σου προσπαθώντας να βρουν σ’ εμένα καρδιά, μα δεν θα τη βρεις όσο κι αν σκάψεις. Άλλωστε, έλεγαν τα μάτια του, με αγάπησες γι’ αυτόν τον πάγο, αυτόν δεν έχεις, αυτός σου λείπει. Όμως μέσα απ’ όλη αυτή την έκφραση, μια συρτή φράση του ξέφυγε: είσαι αδύναμη, της είπε, αναζητάς τον οίκτο μου, θα σε χωρίσω τώρα κιόλας, θέλω να σε δω να τρέχεις ξανά πίσω μου.

- Είσαι πράγματι ένα κομμάτι πάγος, δεν αστειεύεσαι, είπε εκείνη.
- Μπορώ, με μια κίνηση της σκέψης να σε ξεχάσω, είπε ο πάγος.
- Δεν θα με πεθυμήσεις; δεν θα με νοσταλγήσεις στο ελάχιστο;
- Θα περάσω μακριά σου μερικές άδειες νύχτες,  όμως κι εγώ άδειος είμαι, δεν θα μου κάνει καμία διαφορά.
Πιάστηκε απ’ αυτή του τη φράση.
- Δεν γεμίζω τις άδειες νύχτες σου λοιπόν;
- Οι άνθρωποι γεμίζουν μόνο απ’ τον εαυτό τους, για μένα είσαι ένα εκνευριστικό νύχι που γρατζουνά τον πάγο.
- Γιατί με κρατάς; γιατί δεν με διώχνεις! του ούρλιαξε. Νεκρό τέρας!
Ο τύπος, έκανες μια γκριμάτσα κι είπε: είσαι το παιγνίδι μου!
- Είσαι τόσο ωμός!
- Αν θέλεις πράγματι να λύσεις μια απορία αναρωτήσου γιατί με επέλεξες.
- Γιατί πίσω απ’ τη μάσκα σου κάτι είδα.
- Δεν υπάρχει σε μένα μάσκα, ούτε βάθος, ο πάγος με κυρίεψε.
Εσύ είσαι μαλακή, εύπλαστη, στα χέρια μου σε πλάθω, σ’ αρέσει να με παρακαλάς.
Τον κοίταξε με ένα βλέμμα παράξενο, σαν μέσα της να γίνονταν μια τεράστια πάλη.
- Πάγε, θα σε λιώσω, είπε σιγανά.
Σαν να τον κατάλαβε να τρομάζει.
Όμως εκείνος αναρωτήθηκε: πως θα το κάνεις αυτό; μήπως με το φλογερό σώμα σου;  ή με τα λόγια σου που χτυπούν αδύναμα την επιφάνεια; το λιώσιμο του πάγου χρειάζεται μια τέχνη που δεν την κατέχεις, τα εφτά στρώματα πάγου δεν τα διαπερνάς με τον λόγο σου, και το ουρλιαχτό σου με αφήνει αδιάφορο.
- Έχεις τόση αυτογνωσία, είπε εκείνη, δεν λυγίζεις ποτέ;
- Ο πάγος δεν λυγίζει, δεν έχει ελαστικότητα.

- Εγώ, λέω, πως ο πάγος φοβάται, κι ο φόβος αποτελείται από πάγο. Μια νύχτα θα κλάψεις και θα κλάψεις πικρά, ηφαίστεια θαμμένα μέσα σου θα ξυπνήσουν κι η λάβα σου θα σε κατακάψει. Πόθοι κι άγρια πάθη θα σε κατακλύσουν. Θα πέσεις στα γόνατα και θα βαδίζεις γονατιστός, θα εκλιπαρείς κάτι να σ’ αγαπήσει. Θα νιώσεις τόσο μόνος που η κραυγή σου θα διαπεράσει τον ουρανό. Τώρα, βρίσκω μια απέραντη δύναμη και σε χωρίζω, μην τρέξεις ξοπίσω μου, γιατί άλλωστε; ο φόβος σου δεν θα σ’ αφήσει. Ως πάγος, τη φλόγα φοβάσαι περισσότερο.

 Εκείνος προσπάθησε να μείνει απαθείς, κάτι όμως μέσα του έτρεμε. Το έκρυψε, το έπνιξε, όμως εκείνο έτρεμε διαρκώς περισσότερο. Στο τέλος ένα τρέμουλο φανέρωσε το χέρι του, σαν να ήταν έτοιμος να πει: παρακαλώ.
  Στα χείλη το είχε, το κρατούσε με όλα τα τεντωμένα νεύρα. Εκείνη προχώρησε προς την πόρτα, κάθε βήμα της διαρκούσε μια αιωνιότητα. Αλήθεια ήταν, έφευγε, για πάντα κι οριστικά, η καρδιά της είχε γυρίσει.
 Μόλις τώρα ένιωθε, πως όση ώρα του μιλούσε του είχε γυρισμένη πλάτη.
Ένας τρόμος τον κυρίεψε. Η νύχτα, η μοναξιά, του έτριξαν τα δόντια άσχημα. Γύρισε σαν θηρίο μες στο στομάχι του, τα μάτια του φούσκωσαν κι έκλαψε. Σε παρακαλώ, είπε.

 Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε, χωρίς κάποια ματιά νίκης, ή λύπης, μόνο με μια μεγάλη κατανόηση. Δεν είσαι έτοιμος για μένα, του είπε. Κρύο κι άνανδρο πλάσμα, τώρα θα γνωρίσεις τον πόνο που θα σου ζεστάνει την καρδιά.

Κι έφυγε
τελειωτικά.

Όμως τελειωτικά
και χωρίς καμία ανάμνηση.


Δημοσίευση σχολίου

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία

 Το βλοκγάκι μάλλον θα κλείσει, όμως μια τελευταία ιστορία προλαβαίνω να τη γράψω, για μια γυναίκα διαφορετική, διαφορετική ω...