06 Μαΐου 2017

Ο Αγώνας



  


 Μιλούμε γι' αλλαγές, εσωτερικές αλλαγές. Μιλούμε για ιάσεις, για μια καλύτερη ζωή, για λιγότερο βάσανο, για μεγαλύτερη χαρά, για πρόοδο, ευημερία, κατάκτηση του ονείρου, πλατιά χαμόγελα και γελαστές ψυχές. Μιλούμε και για αγάπη - και τί δεν λέμε. Όμως μεταξύ μας τώρα, συμβαίνουν αυτά τα πράγματα και πέρα των λόγων τους; Γίνονται πράξεις, γεγονότα; Γίνονται ζωή; Μπορεί να υπάρξει μια νέα ζωή απαλλαγμένη απ’ το ίδιο της το παρελθόν; Ή θα πρέπει κανείς να το πάρει απόφαση; Πως ό,τι έγινε έγινε για πάντα, ό,τι τον σημάδεψε τον σημάδεψε, ό,τι τον χάραξε τον χάραξε.

 Μιλούμε για υποσυνείδητο φίλε, για βάθη σκοτεινά κι ίσως αμετάκλητα, που ορίζουν και καθορίζουν τη ζωή μας, από ένα παρασκήνιο που δύσκολα έχουμε πρόσβαση, πίσω από μια κουρτίνα που δύσκολα κοιτάζεις πίσω απ’ την κουρτίνα. Ως πού λοιπόν φτάνει η φιλολογία κι ως που εμφανίζεται αποτέλεσμα; Θέλω να πω, μπορείς να φτάσεις στην αιτία σου και να την αλλάξεις; Και τι θέλει από εμάς αυτό; Σκέψου: να φτάσεις στην αιτία σου, την ίδια την αιτία σου και να την αλλάξεις, για να έχεις διαφορετικό αποτέλεσμα, να είσαι εσύ το διαφορετικό αποτέλεσμα. Μα μήπως αυτή είναι δουλειά για μάγους;

 Τι ωραία θα ήταν να μπορούσες να πατήσεις ένα κουμπί και να εξαφανιστούν όλα όσα σε βασανίζουν, να πατήσεις ένα κουμπί και ν’ αλλάξεις τον εαυτό σου. Όμως αυτό το κουμπί δεν υπάρχει και οι περιβόητες αλλαγές, που τις αναγνωρίζεις απ’ την προσπάθειά τους, μήπως είναι τελικά μια πλάνη, για να συνεχιστεί, κουτσά στραβά η ζωή; Βγήκε κανείς ποτέ απ’ τη ζώνη του πυρός; Άλλαξε κανείς από φίδι και σκαντζόχοιρος σε χελιδόνι και πεταλούδα; Είδε κανείς στα μάτια την άνοιξη; Ξέρετε εσείς έστω έναν τέτοιο άνθρωπο; Κι εντέλει, μήπως γνωρίζετε εκείνον που η ευτυχία του πήρε τη θέση του πόνου του;

 Αν γνωρίζετε έστω έναν τέτοιον άνθρωπο, θα πρέπει κύριοι να το πείτε, έτσι θα βοηθήσετε σχεδόν όλη την ανθρωπότητα, θα της δώσετε κουράγιο να συνεχίσει, γιατί ποιος δεν θέλει το καλύτερο για τον εαυτό του. Διαφορετικά, θα πρέπει να καταργήσουμε τη μισή και πλέον βιβλιογραφία, που ασχολείται με το θέμα.

 Εντάξει, ας παραδεχτούμε ομοφώνα ως αλήθεια, τουλάχιστον, πως δεν είναι εύκολο. Γίνεται όμως, μπορεί να γίνει; Τουλάχιστον γι’ αυτούς που σκοπεύουν να αγωνιστούν σκληρά, για να πετύχουν μια διάθεση όμορφη κι απαλλαγμένη από τρωκτικά και μύκητες. Γιατί, όσοι περίτρανα διαλαλούν αυτά τα πράγματα... συνήθως μαντεύουμε σ’ αυτούς, πως περισσότερο αυτοί υποφέρουν. Μα αν το ξεκινήσεις το ξεκίνησες, μετά μπορείς να το αναιρέσεις; Αν μάθεις, μπορείς μετά να πεις δεν ξέρω; Κι όμως μπορείς. Μπορείς μια καλή αρχή να την σκεπάσεις, να την πνίξεις, μέσα στο αλκοόλ και την νοητική κίνηση.

 Φαίνεται, όμως, πως γίνεται. Οι μεταμορφώσεις είναι ένα γεγονός. Υπάρχει ο εσωτερικός μηχανισμός. Φυσικά, το καλύτερο προς εσένα αποτέλεσμα, θα σου ζητήσει τη μεγαλύτερη δυνατή θυσία. Με ημίμετρα και τσιμπολογήματα δουλειά με τον εαυτό σου δεν κάνεις. Όταν λέμε κάτι να χάσεις, εννοούμε να χαθεί. Όταν λέμε κάτι να κερδίσεις, εννοούμε να κερδισθεί.  Όταν λέμε κάτι νέο ν’ αναγείρεις, την ίδια στιγμή εννοούμε κάτι να κατεδαφιστεί. Δεν μπορείς να χτίσεις πάνω σε ερείπια, πρέπει να μείνει καθαρό χώμα. Πρέπει να σημαδεύεις μέσα στ’ αγριόχορτα μια πασχαλιά μέχρι να τη δεις να ανθίζει.

 Όχι φίλε,  ο εαυτός σου θα σου ζητήσει τα μέγιστα. Δεν θα μείνει ψίχουλο δύναμης σε σένα ανεκμετάλλευτο κι ενταφιασμένο, δεν θα μείνει δάκρυ σε σένα κρυφό. Δεν θα μείνει συρτάρι σε σένα ανεξιχνίαστο. Εσύ, που το ξεκίνησες, θα καταστρέψεις ολοσχερώς το φόβο σου.
 Θέλησες να δώσεις μια νέα ευκαιρία στον εαυτό σου και τη ζωή σου. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο, από το δίλημμα: ζωή ή θάνατος?

 Καλέ μου, για να χάσεις τον πόνο σου θα πρέπει να τον βιώσεις, να στραγγίξεις και την τελευταία του σταγόνα, θα πρέπει να κρατιέσαι στη ζωή, μόνο από ένα αόρατο νήμα ευλογημένης αγωνίας, θα πρέπει να γίνεις συνειδητός ως το κόκαλο, να γίνεις συνείδηση μέσα στην απανταχού συνείδηση, να γίνεις κατ εικόνα κι ομοίωση.  Η επίγνωσή σου δεν θα σ’ εγκαταλείψει ποτέ, δεν θα μπορείς στιγμή να χαθείς, όπως το συνήθιζες. Θα γίνεις τόσο παρών στη ζωή σου, που θα σου φανεί αβάσταχτο, αλλά και το αβάσταχτο θα πρέπει να το ξεπεράσεις. Λίγο βελτίωση δεν έχει, θα πρέπει να φτάσεις ως το τέλος, εκεί που ο κόσμος διάπλατα ανοίγει, στη μεγάλη του σύμπαντος έκρηξη και να μείνεις μόνος κάτω απ’ τα αστέρια, ολομόναχος με μια απορία αλλά χωρίς ερώτηση. Και θα πρέπει να αρχίσεις απ’ την αρχή να δίνεις στα πράγματα τη σημασία σου και να χτίζεις νέο νόημα.

 Δεν είναι μια υπόθεση για δράκοντες αυτή αλλά γι’ ανθρώπους, ανθρώπους κουρασμένους απ’ την επανάληψη. Ανθρώπους που τους εγκατέλειψε η φρέσκια δροσερή ζωή κι έζησαν μουχλιασμένοι σ’ ένα κλειστό μπαούλο, παρέα μ’ έναν θησαυρό από πυρίτιδα, που μια νύχτα τους ανατίναξε. Στο δρόμο, κατάλαβαν ένα πράγμα: το όλα ή τίποτα. Κουρασμένοι απ’ τις μεσοβέζικες λύσεις, τα παράπονα, τις παρηγοριές, το θυμό  και τους ανάπηρους έρωτες. Κουρασμένοι να ψάχνουν πάντα ένα ανταλλακτικό που δεν ταιριάζει στην κατασκευή τους. Κουρασμένοι να πετούν απ’ το ένα φτερό, κουρασμένοι να σέρνουν πίσω τους μια τραγωδία. Πίστεψαν, πως ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για να περπατά στην επιφάνεια της θάλασσας.

 Όμως πίστεψαν. Και τα έδωσαν όλα, κι αφοσιώθηκαν σ’ έναν σκοπό· δεν θέλησαν για τον εαυτό τους τίποτα λιγότερο κι ακολούθησαν την καρδιά τους ως το τέλος. Και σημάδεψαν ως το τέλος την αγάπη τους, για τον εαυτό τους και τον άνθρωπο.
  
 Αυτά συμβαίνουν, κάθε μέρα δίπλα μας, πίσω απ’ τα βλέφαρα των ανθρώπων, πίσω απ’ τις πύλες τους, εκεί όπου οι μαργαρίτες τους μάχονται για μια δροσιά, και τα ξερά δέντρα αναζητούν έναν ξυλοκόπο. Και γίνονται, ίσως, με γνώμονα το πόσο υπόφερες. Γιατί αν δεν υποφέρεις αρκετά δεν το ξεκινάς, γιατί αν δεν σου γίνει αβάσταχτος ο πόνος, δεν αποφασίζεις να τον χάσεις. Γιατί αν δεν σε εκμηδενίσει ο φόβος σου… δεν τον βλέπεις για στοιχείο ξένο. Γιατί όσο έχεις περιθώριο να ξεγελάς τον εαυτό σου… θα τον ξεγελάς. Όμως κάποτε, αρνείσαι να υπακούσεις στην ίδια σου τη σκέψη. Κι αλλάζεις, από ένα βάθος που σε φανερώνει στα νέα σου μάτια. Κι όλα έξω είναι ήρεμα και γαληνεμένα, σαν πρώτα. Και ξεκινάς ξανά απ’ την αρχή, χωρίς καν φορτωμένος εμπειρία.

 Συμβαίνουν αυτά φίλε μου, μέσα σε σκοτεινά δωμάτια, πίσω από κλειδωμένες πόρτες. Και δεν είναι ήρωες αυτοί οι άνθρωποι ούτε ξεχωριστοί. Μοιάζουν με όλους σαν δυό σταγόνες νερό. Όμως λαχτάρισαν, πόθησαν, αγάπησαν πολύ το φως. Και πάλεψαν φίλε μου, πάλεψαν. Και δεν το βλέπεις, εκτός ίσως στον εαυτό σου.
 Γιατί η ζωή στο φως είναι μια τεράστια ανακούφιση, είναι η ίδια η λύτρωση και δεν γίνεται κάτι να θέλεις περισσότερο. Και τι αξίζει περισσότερο φίλε για την ψυχή σου; και τι είσαι φίλε μου εκτός από ψυχή; Για να σκεφτείς κάτι άλλο και το βάλεις, πριν απ’ αυτήν προτεραιότητα.

 Για την ψυχή σου φίλε, αλλιώς μη το ψάχνεις. Για σένα, για τα μάτια σου. Αλλιώς δεν ωφελεί να το δεις. Αν η ψυχή σου δεν κερδίσει, θα χάσεις στη ζωή οπωσδήποτε.

 Α, ναι, κι όπως λένε στα καλλιστεία, και για την παγκόσμια ειρήνη! Παραλίγο να το ξεχάσω αυτό. 


Δημοσίευση σχολίου

Ανάταση Πτώσεως

Μη μου πέφτεις τώρα επιστράτευσε όλες τις ζωγραφιές κοντά είναι ο κήπος με τα κυπαρίσσια Λύγισε αν θες, άφησε να ...