25 Μαΐου 2017

Επιστολές





Τι Πνεύμα! Μα τι Πνεύμα! Το ερωτεύεσαι!


---

               Επιστολή 261 προς τον κ. Χίγκινσον, 25 Απριλίου 1862

Κύριε Χίγκινσον,
    Η καλοσύνη σας απαιτούσε ευγνωμοσύνη νωρίτερα – μα ήμουν άρρωστη – και γράφω σήμερα, από το μαξιλάρι μου.
    Σας ευχαριστώ για την εγχείριση – δεν ήταν τόσο οδυνηρή όσο υπέθετα. Σας φέρνω κι άλλα – όπως ζητήσατε – αν και δεν διαφέρουν –
     Όταν οι σκέψεις μου είναι ξέντυτες – μπορώ να κάνω τη διάκριση, μα όταν τις βάζω σε Ενδύματα – μοιάζουν όμοιες, και μουδιασμένες.
     Ρωτήσατε πόσο χρονών είμαι; Δεν έγραψα κανένα στίχο – εκτός από κάνα δυο
— μέχρι φέτος το χειμώνα – Κύριε — 
     Έζησα έναν τρόμο – από το Σεπτέμβριο – που δεν μπορούσα να τον πω σε κανένα – και γι αυτό τραγουδώ, όπως κάνει τ' αγόρι όταν περνάει απ' το Κοιμητήριο – επειδή φοβάμαι – Ζητάτε να μάθετε τα Βιβλία μου – Για Ποιητές – Έχω τον Κιτς – και τον Κύριο και την Κυρία Μπράουνινγκ. Από Πεζά – τον Κύριο Ράσκιν – τον Σερ Τόμας Μπράουν – και την Αποκάλυψη. Πήγα στο σχολείο – μα με τον τρόπο που εσείς το εννοείτε – δεν είχα καμία μόρφωση. Όταν ήμουν Κοριτσάκι, είχα ένα φίλο, που μου δίδαξε την Αθανασία – μα τολμώντας να φτάσει πολύ κοντά, ο ίδιος – δεν επέστρεψε ποτέ – Λίγο μετά, ο Δάσκαλός μου, πέθανε – κι εδώ και αρκετά χρόνια, το Λεξικό μου – ήταν ο μοναδικός μου σύντροφος – Μετά βρήκα έναν ακόμα – μα δεν του έφτανε που ήμουν μαθήτριά του – γι αυτό άφησε τη Γη.
    Ρωτάτε για τους Συντρόφους μου οι Λόφοι – Κύριε – και το Λιόγερμα – κι ένας Σκύλος – μεγάλος σαν κι εμένα, που μου αγόρασε ο Πατέρας μου – είναι καλύτεροι από Ανθρώπους – επειδή ξέρουν – μα δεν μιλούν – κι ο θόρυβος στη Λιμνούλα, το Μεσημέρι – σκεπάζει εκείνον του Πιάνου μου. Έχω έναν Αδελφό και μια Αδελφή – Η Μητέρα μου δεν ενδιαφέρεται για τη σκέψη – και ο Πατέρας, πολύ απασχολημένος με τις Δικογραφίες του – για να δώσει σημασία σε ό,τι κάνουμε – Μου αγοράζει πολλά Βιβλία – μα με εκλιπαρεί να μην τα διαβάζω – επειδή φοβάται πως τραντάζουν το Μυαλό. Είναι θρησκευόμενοι – εκτός από εμένα – κι απευθύνονται σε μια Έκλειψη, κάθε πρωί – την οποία αποκαλούν «Πατέρα» τους. Μα φοβάμαι πως η ιστορία μου σας καταπονεί – θα ήθελα να μάθω – Θα μπορούσατε να μου πείτε πώς να μεγαλώσω – ή μήπως αυτό δεν μεταδίδεται – όπως η Μελωδία – ή Μαγεία;
    Μιλάτε για τον Κύριο Γουίτμαν – δεν διάβασα ποτέ το Βιβλίο του – μα μου είπαν πως ήταν επαίσχυντος –
    Διάβασα την «Περίσταση» της Δεσποινίδας Πρέσκοτ, μα με ακολουθούσε, στο Σκοτάδι – γι αυτό την απέφυγα –
      Δύο εκδότες Περιοδικών ήρθαν στο Σπίτι του Πατέρα μου, φέτος το χειμώνα – και ζήτησαν το Μυαλό μου – κι όταν τους ρώτησα «Γιατί», μου είπαν πως ήμουν φιλάργυρη – κι εκείνοι, θα το χρησιμοποιούσαν για τον Κόσμο –
      Δεν μπορούσα να ζυγίσω ή ίδια – τον Εαυτό μου –
      Το μέγεθός μου φαινόταν μικρό – σε μένα – διάβασα τα Κεφάλαιά σας στον Ατλαντικό — και ένιωσα τιμή για εσάς – ήμουν σίγουρη πως δεν θα απορρίπτατε μια εκμυστηρευτική ερώτηση –
    Αυτά είναι – Κύριε – ό,τι μου ζητήσατε να σας πω;
                                                                                                                       Η φίλη σας,
                                                                                                                   Ε – Ντίκινσον.




Επιστολή 184 προς τον Τζον Γκρέιβς, τέλος Απριλίου 1856
Είναι Κυριακή – τώρα – Τζον – κι όλοι έχουν πάει στην εκκλησία – οι άμαξες πάει πέρασαν, κι εγώ βγήκα στο φρέσκο γρασίδι να ακούσω τα τροπάρια.
    Τρεις τέσσερις από τις Κότες μας μ' ακολούθησαν, και καθίσαμε πλάι—πλάι – κι ενώ κακαρίζουν και ψιθυρίζουν, θα σου πω τι βλέπω σήμερα, και τι εύχομαι να 'βλεπες κι εσύ –
    Θυμάσαι τον ετοιμόρροπο τοίχο που μας χωρίζει από τον κ. Σουίτσερ – και τις ετοιμόρροπες λεύκες και τα αειθαλή – κι άλλα ετοιμόρροπα – που πετάνε βλαστούς, και ξεθωριάζουν, και ρίχνουν τα άνθη τους μέσα σε ένα απλό δωδεκάμηνο – λοιπόν – εδώ είναι, κι οι ουρανοί πάνω μου πιο αίθριοι κι από Ιταλία, ρίχνουν τη γαλανή τους ματιά κάτω – πάνω – κοίτα! μακριά – μια λεύγα από εδώ, στο δρόμο για τον Παράδεισο! Κι οι Κοκκινολαίμηδες είναι εδώ – μόλις γύρισαν σπίτι – και τα τρελόχαρα Κοράκια – κι οι Καρακάξες — και θα με πιστέψεις – στη ζωή μου, να 'την μια αγριομέλισσα — όχι σαν κι αυτές που φέρνει το καλοκαίρι – Τζον – σοβαρά, ανδροπρεπείς μέλισσες, μα ένα είδος Δανδή, ντυμένες με ρούχα φανταχτερά. Έχω πολλά εύθυμα — να σου δείξω, αν ήσουν μαζί μου Τζον, πάνω σ' αυτό το Απριλιάτικο χορτάρι – μετά υπάρχουν πιο λυπηρά στοιχεία – εδώ κι εκεί, λείψανα φτερών, που τόσο φτεροκόπησαν, πέρυσι – φτέρωμα σε αποσύνθεση, σπίτι αδειανό, όπου διέμενε ένα πουλί. Εκεί που οι περσινές μύγες, έκαναν τις αγγαρείες τους, και σωριάστηκαν τα περσινά τριζόνια! Κι εμείς επίσης, πετάμε – φυλλορροούμε – Τζον – και το τραγούδι «ενθάδε κείται», χείλη που τώρα μας αγαπούν σύντομα – θα το έχουν σιγοτραγουδήσει και θα έχουν τελειώσει.
   Να ζεις, και να πεθαίνεις, και να ανυψώνεσαι ξανά θριαμβευτής, και την επόμενη φορά, να δοκιμάζεις τα φτερά σου στα υψίπεδα τ' ουρανού – δεν είναι θέμα αυτό για σχολιαρόπαιδα!
    Η σκέψη πως μπορούμε να είμαστε Αιώνιοι είναι φαιδρή – τη στιγμή που ο αιθέρας κι η γη είναι γεμάτα με ζωές που χάθηκαν – και τέλειωσαν – κι αλαζονική επίσης, αυτή η επαγγελία της Ανάστασης! Δώσε μου συγχαρητήρια – Τζον – Παλικάρι – και «στην υγειά σου» — έχουμε ο καθένας ένα ζευγάρι ζωές, και δεν υπάρχει χρεία να φειδόμαστε, εκείνο «που τώρα είναι» —



Δημοσίευση σχολίου

Το Πλήθος των Μοναχικών

Υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίζονται μες στους ανθρώπους φέρνουν στα μάτια τους το φως προσπαθούν αλη...