30 Ιουνίου 2017

Ερωτική Ιστορία







 Η Μ. ήταν πολύ στεναχωρημένη εκείνη τη νύχτα. Αν όσα είχε μάθει γι’ αυτόν ήταν αλήθεια... αν μόνο ήταν αλήθεια!
 Το στομάχι της είχε δεθεί κόμπο, δεν ήξερε ούτε τί να σκεφτεί ούτε τί να νιώσει. Είχε επενδύσει πολλά σ’ αυτόν, την ίδια της την ύπαρξη, τον είχε εμπιστευτεί, τον είχε ξεδιαλέξει μέσα από ένα πονηρό κόσμο κι είχε αφεθεί στα χέρια του, από μια δικιά της ανάγκη.

 Αν ήταν αλήθεια όσα της είχε ομολογήσει η καλή της φίλη, η Λ. δεν ήταν σίγουρη αν θα μπορούσε να το διαχειρισθεί και να το αντέξει, ήδη ένιωθε κάποιες στιγμές να ανοίγει έναν χάσμα κάτω από τα πόδια της που γύρευε να την καταπιεί. Όχι, δεν ήταν δυνατόν αυτός να την έχει προδώσει, δεν ήθελε να το πιστέψει κι είχε τους λόγους της. Μα και χωρίς της αλήθεια πια δεν μπορούσε να συνεχίζει να ζει μαζί του, έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει.

 Έξω έβρεχε, βγήκε μα ξέχασε να πάρει ομπρέλα. Βάδιζε σαν υπνωτισμένη στην άκρη του δρόμου, όπου συχνά την κορνάριζαν τα αυτοκίνητα και την πιτσιλούσαν με ριπές νερού. Σε μια σχισμή υπονόμου πιάστηκε το ένα τακούνι της και συνέχισε με ένα παπούτσι, παρακάτω έβγαλε και το άλλο και το πέταξε σε κάποια σκουπίδια. Λιγάκι ακόμα πιο κάτω, βρήκε στο πεζοδρόμιο ένα στεγνό κουτί από παπούτσια, πήρε το χαρτόνι και το έβαλε στο κεφάλι της να προστατευτεί απ’ τη βροχή. Ο κόσμος που είχε βρει καταφύγιο σε κάτι εσοχές εμπορικών μαγαζιών την κοιτούσε περίεργα.

 Χωρίς να το καταλαβαίνει λοξοδρόμησε κι άρχισε να βαδίζει στη μέση του δρόμου, μέσα στην καταιγίδα ίσως τα διερχόμενα αμάξια που έτρεχαν να μην την έβλεπαν. Ένας άντρας πετάχτηκε απ’ το πεζοδρόμιο και την άρπαξε, την οδήγησε σε μια κόγχη προστατευμένη απ’ τη βροχή. Την κοίταξε βαθιά με τα μελιά του μάτια και τη φώναξε: μα τι κάνετε! Πρέπει να μάθω! του είπε.

 Καθώς είχε φύγει βιαστικά απ’ το σπίτι της είχε ξεχάσει να φορέσει τα εσώρουχά της. Το όμορφο κορμί της κάλυπτε μόνο ένα αέρινο φουστάνι, που τώρα με τη βροχή είχε κολλήσει πάνω στο σώμα της και το φανέρωνε προκλητικό μες στις καμπύλες του και το περίγραμμά του.
 Η Μ. μέσα στην έντασή της τής ήρθε υπόταση κι έτεινε να λιποθυμήσει. Ο άντρας την κράτησε στα χέρια του, κι ήταν τόσο ερωτική, καθώς είχε γείρει πίσω άνευρο το κεφάλι της, που δεν βάσταξε και τη φίλησε αμυδρά στα χείλη. Η Μ. Το κατάλαβε. Τι κάνετε; του είπε. Συγνώμη αλλά δεν άντεξα, νομίζω σας ερωτεύομαι, της είπε. Είστε τρελός! αφήστε με! του φώναξε. Την άφησε, έκανε να φύγει, μα γλίστρησε κι έπεσε φαρδιά πλατιά στο πεζοδρόμιο. Πήγε και στάθηκε από πάνω της. Να σας βοηθήσω; τη ρώτησε. Δώστε μου το χέρι σας αλλά να λείπουν οι οικειότητες, του είπε. Της έδωσε το χέρι του κι εκείνη πιάστηκε. Εκείνος το  ένιωσε ζεστό κι ένιωσε την καρδιά της να χτυπά στις φλέβες του. Τότε μόνο τον πρόσεξε, πόσο καλόκαρδο πρόσωπο είχε και μια ασύλληπτη ζωγραφισμένη ομορφιά.

 Εκείνη τη στιγμή διχάστηκε, ένιωσε εν μέρη γλυκά. Μα ένας οχετός από σκέψεις πικρές της περίπτωσής της...όρμισε σαν οχετός και την κυρίεψε. Πρέπει να φύγω, πρέπει να μάθω! του είπε.
 Εκείνος στάθηκε σε μια διάθεση αναμονής, με την καρδιά του να μην την αφήνει, μα με το στόμα είπε: ελεύθερα.

 Εκείνη έκανε να φύγει, μα μόλις έκανε πέντε βήματα γύρισε και τον κοίταξε. Τι περιμένετε! του είπε εκνευρισμένη. Εσάς, της απάντησε. Εκείνη βυθίστηκε σε ένα δίλημμα, ήθελε να φύγει, μα κάτι την κρατούσε. Έκανε ακόμα μερικά βήματα και στάθηκε μες στην βροχή αναποφάσιστη. Κοίταξε μπροστά της μα δεν υπήρχε πια δρόμος. Γύρισε πίσω το κεφάλι της, τον κοίταξε κι έτρεξε. Τον φίλησε για ώρα και με πάθος πολύ. Εκείνη την ώρα δεν είχε κόσμο εκεί. Εκείνος σήκωσε το φουστάνι της και της έκανε έρωτα σε εκείνη τη μισοσκότεινη κόγχη.

 Την άλλη μέρα έμαθε όσα ήθελε να μάθει. Ευτυχώς ο σύντροφός της την απατούσε.

29 Ιουνίου 2017

Το Νερό στο Αυλάκι









Εδώ και καιρό το νερό κυλάει σ’ ένα αυλάκι
όμως μυστικά έχω σκάψει ένα νέο αυλάκι, τώρα μένει να κατευθύνω το νερό σ’ αυτό.
Το νερό έχει χαράξει μια πορεία
όμως αυτή η πορεία του νερού στη θάλασσά μου δεν βγάζει
- τουλάχιστον ό,τι για θάλασσα φαντάζομαι -
όπως την έχω στολίσει και την έχω ντύσει
κι όπως την κρυφοκοιτάζω κάτω απ’ το πέπλο της.
Ίσως να είμαι ένας τυφλοπόντικας, μα έσκαψα μια ολόκληρη γραμμή, 
που μπορεί να περάσει ακόμα και λεωφορείο
και τρένο, και καράβι
έχω φτιάξει για το νερό έναν δρόμο
τώρα κάτι περιμένω να γυρίσει
μια τύχη ή μια συγκυρία, κάτι τόσο ανατριχιαστικά λεπτό
γιατί δεν έχω την εξουσία του
να φανταστείς, παίρνω το νερό απ’ το ποτάμι
μ’ ένα κουτάλι και το ρίχνω στο νέο αυλάκι
να φτιάξει την κοίτη μιας νέας συνήθειας - σκληρή δουλειά
να αδειάζω πέλαγος απ’ τη μία

Το νερό κυλάει σ’ ένα αυλάκι
μα εκεί που καταλήγει δεν είμαι πια εγώ
έφυγα απ’ την ίδια μου την κατάληξη, το ίδιο μου το τέλος
κάπου αλλού στάθηκα και με περιμένω με τη φαντασία μου
και με βλέπω να έρχομαι από μακριά

Όμως με την επιμονή και την υπομονή
θα αδειάσω όλο το ποτάμι στη νέα του κοίτη
αν και το κουτάλι δείχνει να έχει φαγωθεί

Απ’ τον παλιό δρόμο τώρα πια
στη θάλασσα  είναι αδύνατον να πάω
κι απ’ το νέο δρόμο μου σχεδόν δεν βαδίζει κανείς
εκτός απ’ τη σκιά μου

Εκεί που προχωρά η σκιά μου
εκεί θα στρέψω και το σώμα
μέχρι να πάρει σάρκα το φάντασμά μου



28 Ιουνίου 2017

Οι Επίδοξοι της Αγάπης









Εισαγωγή: ό,τι προέκυψε μετά την ανάγνωση μιας σελίδας με τα καλύτερα ερωτικά γράμματα.
-
 Αγαπημένη μου, εμείς την αγάπη δεν την ξέρουμε, ας είμαστε ειλικρινείς σ’ αυτό, ίσως είναι το πρώτο βήμα να τη μάθουμε. Καμιά φορά μας συγκινούν οι ιστορίες αγάπης, μα δεν είναι το ίδιο.
 Αγαπημένη, έχω την αίσθηση, πως αν κάτι γνωρίζουμε για την αγάπη, είναι για το πως ξεκινά, αλλά δεν έχουμε ιδέα για το πως συνεχίζει, όσο για την κατάληξή της ας μη το συζητάμε καλύτερα.
  Δεν είμαι βέβαιος πάντοτε, αν η ψυχή μας μπορεί να χαρεί αυτό το απέραντο υπέροχο άνοιγμά της, είμαι όμως απόλυτα βέβαιος, πως χωρίς αυτό δύσκολα θα πεθάνουμε.
 Την αγάπη δεν την ξέρουμε γιατί είναι βίωμα. Το βίωμα μιας απέραντης αιώνιας στιγμής, δυστυχώς, δεν μπορείς να πάρεις γεύση της με τη φαντασία. Και μετά, η αγάπη μας χωρίς εμάς αγαπά. Όσο την ξέρουμε την ξέρουμε από μνήμης, ίσως είναι μια συμφωνία αλλά ψυχών.
 Δεν ξέρω καν το ρόλο της έμπνευσης σ’ αυτήν. Πάντως είμαι βέβαιος πως εφαρμόζει σε ένα απαστράπτον πρόσωπο. Είναι ένα φωτεινό κέρδος που μπροστά του λυγίζεις, κάτω απ’ αυτή τη δυνατότητα δεν ξέρω αν υπάρχει το πίσω. Αγαπάς μάτια με μάτια, όλο το σώμα σου διαφεύγει.

 Ίσως υπάρχει κι εκείνη η αγάπη του καιρού, η αγάπη των τραυματισμένων θα την έλεγα, η σταλιά σταλιά να γεμίσει το ποτήρι της. Αν τα νιώσω όλα αυτά θα στα πω, μα αν τα νιώσω ίσως ξεχάσω να στα πω,  γιατί θα ίπταμαι πέρα των σύννεφων. 
 Υποψιάζομαι πάντως, πως για να αγαπήσει κανείς, είτε θα πρέπει να είναι ετοιμοθάνατος, είτε να παίζει με το θάνατο. Πάντως θα πρέπει διαρκώς να βαδίζει στην τεντωμένη κόψη του κινδύνου. Την αγάπη, δεν μπορώ να τη φανταστώ αλλιώς, απ’ την εκδοχή να ξεπερνάς διαρκώς τον κίνδυνό της. Αν ο κίνδυνός της σε σταματά δεν την αξίζεις και τη χάνεις απ’ τα μάτια σου.
 Κι αν τη χάσεις απ’ τα μάτια σου την έχασες. Δεν έχει άλλη έδρα και στέγη.

 Αγαπημένη, ας μη μιλούμε καλύτερα για πράγματα που δεν κατέχουμε, γιατί έχω την αίσθηση πως η αγάπη πρώτα μας κατέχει, μετά μας ξεπερνά κι ύστερα μας ορίζει. Τη γνώρισα στην εφηβική μου ηλικία, ξέρω πως πρώτα έρχεται, μετά μας γεμίζει κι αρχίζει να πονά, ύστερα ψάχνει με ένα μυστικό τρόπο, αέναο και διάφανο, την ψυχή που της αναλογεί. Η αγάπη μας ανιχνεύει. Τίποτα δεν υπολογίζει σε τίποτα δεν σταματά. Σε ένα σημείο μόνο, παρεμβαίνουμε με την τόλμη μας, είναι σαν να γκρεμίζουμε ένα τελευταίο ίχνος φράγματος, είναι σαν γυρίζει μέσα μας ένα μυστικό κλειδί, μετά απ’ αυτό δεν υπάρχει επιστροφή, η πόρτα άνοιξε και βγήκες έξω στον αιθέρα.

 Αγαπημένη, μην ακούς τί λέει ο κόσμος για τις λάθος αγάπες και τους λάθος έρωτες, αυτά δεν συμβαίνουν στ’ αλήθεια. Δεν υπάρχει κάτι λάθος σ’ αυτά, είναι απλώς λάθος. Όμως στην αληθινή αγάπη, δεν γίνεται να αγαπήσεις λάθος, γιατί την αγάπη, εσύ θα την έχεις, κι ένας άλλος με την αγάπη του θα στην προκαλέσει.  Δεν μπορείς να αγαπήσεις άνθρωπο που δεν έχει αγάπη, αν το κάνεις το κάνεις με τη φαντασία σου και ξεγελώντας τον εαυτό σου. Μα δεν μπορείς να πείσεις τον εαυτό σου πως αγαπάς, επειδή η αγάπη σε πείθει. Το λάθος λοιπόν εξαφανίζεται. Ό,τι στην αγάπη είναι λάθος είναι για να βρεθεί η αγάπη. Γιατί η αγάπη είναι τέλεια.

 Αγαπημένη, αυτό το γράμμα είναι φανταστικό σε ένα φανταστικό πρόσωπο. Θα κάνεις πρώτα υπομονή, θα αγαπήσεις τον εαυτό σου, θα φτάσεις να νιώθεις πως εξαρτάσαι απ’ την αγάπη, μετά η αγάπη θα σε γιατρέψει. Αυτοί που είναι δυό σ’ αυτό, μπορεί κάποτε να αγαπηθούν, αλλά οι μοναχικοί σ’ αυτό, δεν έχουν καμιά ελπίδα να μην αγαπήσουν.

Μην το δεις αυτό σαν ρομάντζο, αλλά κοίτα το για ρομάντζο.
Αν δεν το ζήσεις σου απαγορεύω να πεθάνεις. 



Βαθιά Κοινωνία








- Είναι τελικά άρρωστη η κοινωνία μας?

- Δεν το πιστεύω αυτό, αλίμονο αν το πιστέψουμε. Απλώς οι άνθρωποι έχουμε εθιστεί να καταδεικνύουμε την πάσα αρρώστια, την εντοπίζουμε σαν κυνηγόσκυλα, είναι σαν να λέμε διαρκώς εγώ είμαι έξυπνος και δεν μπορούν να με κοροϊδέψουν, έχουμε ως δεδομένο πως στη γωνιά μάς περιμένει η απάτη. Έχουμε γίνει καχύποπτοι κι αισθανόμαστε μια ικανοποίηση όποτε επιβεβαιώνονται οι καχύποπτες σκέψεις μας.
  
 Όλο αυτό είναι μια υπόθεση δικαίου, ένα δικό μας πρόβλημα, περιμένουμε να μας εξαπατήσουν και μας εξαπατούν, αν δεν το κάνουν κάτι δεν πηγαίνει καλά, κάτι δεν ευσταθεί. Ρίχνουμε το καμένο κι υποψιασμένο μάτι μας μες στην κοινωνία, διψασμένο να βρει την αδυναμία της και τον κακό της εαυτό. Και πάντα αυτά υπάρχουν, στη μονάδα και στο σύνολο. Όμως για να συμπεράνεις αν μια κοινωνία είναι άρρωστη, χρειάζεσαι μονάδα μέτρησης και σύγκρισης, και δεν έχεις κάτι άλλο πέρα της ιστορίας. Ρίξε μια ματιά λοιπόν στην ιστορία των κοινωνιών και μίλα μου για αρρώστιες. Αν αυτή η κοινωνία είναι άρρωστη η κοινωνία του μεσαίωνα τί ήταν? Η κοινωνία που έζησε ο Χριστός τί ήταν? Η κοινωνία που φαρμάκωσε τον Σωκράτη τι ήταν?

- Μήπως τότε η κοινωνία μας είναι αιχμάλωτη?

- Ναι, η κοινωνία μας είναι αιχμάλωτη. Αιχμάλωτη των σειρήνων της, αιχμάλωτη των προσδοκιών της, των επιθυμιών της και των αναγκών της, γενικότερα η κοινωνία μας είναι αιχμάλωτη των υποθέσεών της και των ονείρων της. Μέσα στην κοινωνία υπάρχει μια βαθιά κοινωνία, και μέσα της μια ακόμα βαθύτερη, κι όσο το εξεταστικό μάτι προχωρά βαθύτερα στην κοινωνία βλέπει την υγεία της. Υπάρχουν πολλά θετικά σήμερα σε σχέση με το παρελθόν, υπάρχει βέβαια και το σάπιο, όμως κυρίως υπάρχει ο άνθρωπος που κρύβει αδυναμία αναγνώρισης, που δεν μπορεί να ξεδιαλέξει ούτε τα στοιχεία του ούτε τα στοιχεία. Βλέπει εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια κάποια δευτέρα παρουσία να έρχεται, ανίκανος ο ίδιος να χαρεί ελπίζει σε μια γενική καταστροφή, ανίκανος ο ίδιος να χαρεί δεν μπορεί σε τίποτα να αναγνωρίσει τη χαρά.

  Ανάμεσά μας ζει ο Αχάριστος Άνθρωπος, ο Ανικανοποίητος, ζει μέσα σε ένα βασίλειο που το φτύνει. Συνήθως έχει καλή τροφή, όμορφη στέγη, αυτοκίνητο, όλες τις σύγχρονες οικοσκευές, τελευταίας τεχνολογίας κινητό, όμως είναι δυστυχισμένος ως το κόκαλο. Κι έτσι γίνεται ένας ανιχνευτής κατάρας. Μετά, αυτόν τον άνθρωπο, τον τρώει διαρκώς η κριτική γλώσσα. Δεν μπορεί να σιωπήσει, κι αν δεν μπορείς να σιωπήσεις δεν μπορείς να χαρείς - μαζί πάνε αυτά. Κι αν δεν μπορείς να χαρείς κυνηγάς την ευχαρίστηση, το ρίχνουν στο φαγητό και στο σεξ, κι ενώ τρώνε δυό δυό τις τσιπούρες και τα κοψίδια... και τα λάδια τρέχουν απ’ τα στόματά τους, ταυτόχρονα σχολιάζουν τη φτώχεια και τον ξεπεσμό της κοινωνία μας. Πάνε σπίτι και μετρούν τα λεφτά τους που τα κρύβουν κάτω απ’ τα στρώματα, και βάζουν την κασέτα στο στόμα τους να παίζει αχ και βαχ.
 Αυτοί λοιπόν οι άθλιοι δημιουργούν όλο το σκηνικό της αθλιότητας, την ξέρουν από μέσα, απ’ τους ίδιους και τη βλέπουν παντού. Η αθλιότητα στις μέρες μας έχει αλλάξει πρόσωπο, δεν είναι πια η αθλιότητα του Ουγκώ.  Όμως αυτούς τους ανθρώπους είναι να του λυπάσαι και να τους κατανοείς. Όμως η βαθιά κοινωνία είναι παιδική κι αυτή είναι η υγεία της. Στην παιδικότητα βρίσκεις όλα τα ανθρώπινα χαρίσματα.
Το ζήτημα θα ήταν να έρθει στην επιφάνεια η βαθιά κοινωνία μας, γιατί η βαθιά κοινωνία μας είναι η συμπονετική κι αλληλέγγυα κοινωνία μας.

- Στο βάθος κρύβεται το κακό.

- Με την προϋπόθεση έτσι να το αισθάνεσαι ο ίδιος. Με την προϋπόθεση να σε φοβίζει και να σε τρομάζει το βάθος σου, όταν συμβαίνει αυτό στο βάθος κρύβεται το κακό. Όμως όταν αισθάνεσαι στο βάθος να κρύβεται το κακό κρύβεις το φόβο σου, κι όταν κρύβεις τον φόβο σου τον βλέπεις γύρω σου παντού.
 Όταν όμως στο βάθος σου εντοπίζεις το καλό σου… στο βάθος κρύβεται το καλό. Πως μπορεί να κρύβεται στο βάθος το κακό όταν στο απώτατο βάθος οι άνθρωποι αγιάζουν? Στο απώτατο βάθος, όσοι το άγγιξαν, μεγαλούργησαν, κατέβασαν απ’ τους ουρανούς μέγιστες μελωδίες κι εργάστηκαν με ανιδιοτέλεια για το συλλογικό καλό, έθεσαν ως σκοπό της ζωής τους να ευεργετήσουν, ευτυχισμένοι οι ίδιοι ατένισαν μια ευτυχισμένη κοινωνία και την οραματίσθηκαν, ζώντας στην αγάπη τους γέμισαν πέρα ως πέρα οι λαγκαδιές αγάπη. Γιατί βαθύτερο όλων η αγάπη.

 Η κοινωνία που βλέπεις να πάσχει… δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ανθρώπινο φάλτσο, τόσο ατομικό όσο και συλλογικό. Η βαθιά κοινωνία έχει την ελπίδα με το μέρος της. Ανθρώπινα στοιχεία της κοινωνίας μας διαρκώς επαναστατούν για λάθος λόγους, μα καθώς επαναστατούν και ξύνουν τη φλούδα… μπορούν  να βρεθούν και οι σωστοί λόγοι. Και μετά, όλα όσα δυσάρεστα στον άνθρωπο συμβαίνουν, έχουν έναν και μοναδικό σκοπό: να περιορίσουν και να κρύψουν τον ορίζοντά του, έτσι ώστε να τον εξαναγκάσουν να γυρίσει το βλέμμα μέσα του, κι από κει, χτυπώντας βαθιά μέσα του, να ανοίξει τη μια μεγάλη πόρτα στον απέραντο γαλάζιο ορίζοντα και την ελευθερία του. Γιατί αν κατέβεις και περάσεις μέσα από σένα, θα βγεις σε ό,τι αισθάνεσαι απέναντι. Όμως ο άνθρωπος, εθελοντικά και στην καλοπέρασή του, δεν μπορεί να στραφεί μέσα του και να σπάσει το τσιμεντένιο τοίχος, όμως αν τον περιζώσει η κατάσταση, αν χωρίς λύση βρεθεί, τότε πίσω απ’ το αδιέξοδο, θα αναγκασθεί, θα υποχρεωθεί, να χτυπήσει μέσα του, να βρει τη χρυσή φλέβα και το φως.

 Θα υποχρεωθεί, να κάνει αυτό που η ψυχή του περισσότερο απ’ όλα θέλει, μα ο ίδιος περισσότερο απ’ όλα αποφεύγει, κι ενώ το μπορεί, αρνείται να περάσει όλα όσα χρειάζονται για να το μπορέσει.

  Άρα, μην χτυπάς την κακή εποχή, ευλογία φέρνει. Τη δυσκολία που άνθρωπο σε φτιάχνει...ουδείς αγάπησε.  

 Ο άνθρωπος θα κάνει το πάντα για να μην ρίξει το βλέμμα μέσα του. Μπορεί να το αποφύγει μόνο ρίχνοντας το βλέμμα έξω και βλέποντας έξω το περιεχόμενό του, κι όσο το περιεχόμενό του δεν αλλάζει ο έξω κόσμος παραμένει ίδιος. Θα αντισταθεί με νύχια και δόντια κάποιος να κοιταχθεί στον καθρέφτη του, και μόνο αν τον ζώσει η κατάσταση θα τον υποχρεώσει να στραφεί εντός του. Από κει και πέρα αρχίζει η ζωή κι η περιπέτειά της, όχι πιο πριν. Από κει ξεκινά το ταξίδι του ο Οδυσσέας για την Ιθάκη. 





27 Ιουνίου 2017

Η Λευκή










Εντυπωσιακή καλλονή, εκθαμβωτική όλους τους θάμπωνε
μα εκείνος πρόσεξε μια σκιά στα μάτια της,
Έχετε μια σκιά στα μάτια, της είπε
Ίσως σ’ αυτή οφείλεται το θάμπος του ήλιου, απάντησε εκείνη,
μα το κλάμα δεν τη βγάζει, την κρατάει πια αιχμάλωτη το σώμα
Ετούτη η σκιά που έχετε στα μάτια σάς ομορφαίνει, είπε αυτός,
είναι μια σκιά λύπης, που με φτάνει κι αγγίζει την ευαισθησία μου
Πάρτε μου τη λύπη σας παρακαλώ, είπε εκείνη
Δώστε την σ’ εμένα, είπε εκείνος, είμαι δυνατός, μπορώ να την κρατήσω
κι έβγαλε ένα μαντιλάκι και σκούπισε τα μάτια της
παίρνοντας για έπαθλο ένα της δάκρυ
                               
Τώρα πέφτει η νύχτα, είπε εκείνη κοιτάζοντας τον ορίζοντα
και σε μένα τη νύχτα πονούν τα πουλιά
βγάζω το φουστάνι μα δεν μένω γυμνή
βγάζω τα παπούτσια μα τα πόδια μου ακόμα βαδίζουν
σας χαρίζω το φουστάνι μου, του είπε, γι’ αντάλλαγμα μια λευτεριά
Εκείνος της είπε: θα σας φιλήσω μ’ ένα φιλί που τη θάλασσα όρθια σηκώνει
Είμαι, είπε εκείνη, μια πολυταξιδεμένη, μα υπάρχει ένα σημείο στο σώμα μου που δεν το φίλησε κανείς
ένα σημείο πίσω απ’ το στήθος μου, που ούτε λόγια πια το φτάνουν
Εγώ, της είπε εκείνος, όταν θα φύγω θα σας αφήσω τα χέρια μου
κι έναν λόγο να ζείτε
Τούτη η σκιά που προσέξατε στα μάτια μου, είπε εκείνη, έχει το μεγαλύτερο βάρος, γι’ αυτό σας μιλώ, η σκιά μου βάζει λόγια στο στόμα
Εγώ τη σκιά θα την τραβήξω πάνω, της απάντησε,
τότε δεν θα έχετε μάτια παρά για μένα,
κι ακόμα περισσότερο, θα σας δώσω τα δικά μου μάτια να βλέπετε
Κι εγώ θα σας δώσω το σώμα μου για να ξαποστάσετε διαβάτη, του είπε εκείνη
και θα δώσω ακόμα, ένα απέραντο περιθώριο στη ζωή σας, εκεί θα συναντιόμαστε τις νύχτες,
ένα περιθώριο δικό μας όπου εκεί θα ανταμώνουμε

Είστε για μένα, μια όαση γαλήνης μέσα στον θόρυβο των σκέψεων, είπε εκείνος
το άρωμα που αναβλύζει το σώμα σας, είναι μέρος του παραδείσου που μου λείπει

Σας αγαπώ τόσο που θα δώσω όλη τη θλίψη μου, είπε εκείνη
γιατί εγώ είμαι γυναίκα και χωριστά απ’ την ψυχή μου δεν δίνομαι
μα σας υπόσχομαι, πως θα λιμοκτονήσετε για να αντικρίσετε τη βαθιά ομορφιά μου,
αυτό το σώμα που στα χέρια σας κρατάτε θα περάσει
μα αν καταφέρετε να πάρετε τη σκιά απ’ τα μάτια μου
θα έχετε πάρει όλα τα βάσανά μου
κι εκείνος της είπε: χαρίστέ μου τα βάσανά σας και θα σας ευγνωμονώ·

λευκή θα γίνω αν χαθεί η σκιά μου, είπε εκείνη
Έχετε μήπως άλλο όνειρο; Τη ρώτησε
Όχι, δεν έχω κανένα άλλο όνειρο, του είπε
θέλω μόνο να γίνω λευκή, κατάλευκη!

Εμπιστευτείτε με, της είπε, εγώ τη σκιά την ξέρω
χρόνια πολλά την πάλεψα,
εγώ τη σκιά τη νίκησα, 
τόσο που δεν μπορεί 
ούτε στα μάτια σας να μου κρυφτεί. 





26 Ιουνίου 2017

Έρωτας στη Μέση Ηλικία

 
 
 Στη μέση ηλικία κάποιοι άνθρωποι κατασταλάζουν τελικά - όχι όλοι
άλλοι δεν τη φτάνουν ποτέ, ούτε την περνούν ποτέ, ούτε την ξέρουν, ζουν διαρκώς μια επανάληψη των γεγονότων. 
 Όμως μερικοί, καταφέρνουν να φτάσουν τελικά στη μέση ηλικία,
οι περισσότεροι, αποχτούν μια ήττα που μοιάζει με απαισιοδοξία. Άλλοι πάλι ξέρουν απλώς τί θέλουν.
 Αφού έχουν περάσει πολλά ξεδιαλέγουν τον εαυτό τους
μέσα από τις υποθέσεις τους, ξέρουν πια τί του γλυκαίνει τί τους πικραίνει. Κουρασμένοι να ματαιοπονούν και να σπάνε τα μούτρα τους σε δυσανάλογους καθρέφτες. Κουρασμένοι να βάζουν διαρκώς στοιχήματα, αφού κατανοούν, πως τη ζωή δεν τη χορταίνεις και δεν την καταλαβαίνεις ζώντας ξένα πράγματα.
 Κι ύστερα, κάποιοι απ΄αυτούς, αφού πέρασαν μέσα από πολλά χέρια και μέσα από αρκετά σώματα... κρυφά μεν, με όση ελπίδα τους μένει, αναζητούν τον έναν μοναδικό άνθρωπό τους. Είναι βέβαιοι πια πως κάπου υπάρχει, αφού κι οι ίδιοι κατάφεραν κάπου να υπάρχουν. Κι αναζητούν μια σχέση πια ροής και κελαρυστή, κουρασμένοι απ΄τις μάταιες συγκρούσεις και τις διαφωνίες κι όσα δεν βγάζουν άκρη. Αναζητούν έναν είδος ησυχίας κι αναπαμού, ένα άλλο είδος εξέγερσης πλην αυτό των νιάτων τους, και ξέρουν πια, πως δεν τους ταιριάζουν όλοι, μα ένας σίγουρα είναι ο ταιριαστός τους. 
 Είναι αυτή η τελευταία τους ελπίδα πριν όλα χαθούν. Γιατί ακριβώς όλα ποτέ δεν χάνονται όσο ανασαίνει κανείς. Ίσως πάλι, να γυρεύουν να ρεφάρουν με μια καλότυχη ζαριά όλη την ατυχία της ζωής τους. Όμως βαθιά μέσα τους... αναζητούν τον έναν μοναδικό έρωτα που δεν χάρηκαν ποτέ. 
 
 Πολλά σαν έρωτες έζησαν, όμως ο ένας δεν τους βρήκε. Κι αν έχουν αποχτήσει και λιγάκι θάρρος στο μεταξύ... βρίσκουν την ευθύνη στους ίδιους. ώριμοι πια καιρός για κοροϊδίες δεν είναι. Στο κάτω κάτω το νοιώθουν, πως ίσα που προλαβαίνουν.
 
 Παρόλα αυτά, τους βλέπεις πως δεν βιάζονται, όπως όλοι αυτοί που ξέρουν ακριβώς τι θέλουν, κι έχουν αποχτήσει με τον καιρό, κάτι σαν έκτη αίσθηση για αυτά τα ζητήματα. Δεν χρειάζονται ούτε πεντάλεπτο για να ξέρουν ποιος τους κάνει και σε πιο βαθμό. Εφόσον οι ίδιοι δεν ζουν πια στην πλάνη... καμία πλάνη δεν τρέφουν. 
 Ξέρουν τί σ΄αυτούς είναι ανάγκη, τί κίνητρο μοναξιάς και γενικά αναγνωρίζουν τα κίνητρά τους. Έτσι, δεν μπορεί πια ο εαυτός τους να τους στήσει κάποια παγίδα. Ακόμα κι αν θέλουν για λίγο να χαρούν μια αποπλάνηση... την επινοούν, τη σκηνοθετούν και τη ζουν. Όμως να πέσουν στην παγίδα δύσκολο μετά την αναγνώριση των κινήτρων τους.
 
 Κουρασμένοι απ΄τα ψέμματα, απ΄όσα ποτέ πουθενά να βγάζουν, τους ανταγωνισμούς και τις ίντριγκες, διψούν για μια καθαρή ξεκάθαρη αλήθεια. Για μια διάφανη σχέση, για ένα συναισθηματικό απαύγασμα, όπου δεν θα χρειάζεται να λένε τις λέξεις ειλικρίνεια κ.λ.π. γιατί θα είναι ειλικρινές το ίδιο τους το αίσθημα. Και το μπορούν οι άνθρωποι αυτό, μπορούν να στήσουν μεγαλεία, ακόμα κι αν οι ίδιοι δεν έχουν εισχωρήσει στην τελειότητά τους. 
 Όμως αυτοί οι άνθρωποι, έχουν καταφέρει να κατέβουν αρκετά χαμηλά, έχουν χάσει αρκετές απ΄τις αντιστάσεις τους, μπορούν πια και να δοθούν και να πάρουν. Σέβονται κι εκτιμούν, βλέπουν στα μάτια των συντρόφων τους όλη τους την ηλικία, όλες τους τις εμπειρίες κι όσα τους έφεραν ως εδώ, σπάνια όμως τα συζητούν γιατί δεν το χρειάζονται.
 
 Περνούν σε μια ζωή του παρόντος, τη χαίρονται και την απολαμβάνουν σαν μικρά παιδιά, αισθάνονται υπερβολικά τυχεροί που τελικά συνάντησαν το ταίρι τους, μα η αλήθεια είναι πως το άξιζαν, κι όχι μόνο το άξιζαν αλλά και το κατάφεραν, φτιάχνοντας σε όλη τη διαδρομή της ζωής τους... έναν εαυτό ικανό να αγαπήσει και να αγαπηθεί. 
 Δεν πεθαίνουν με κανένα παράπονο και καμία απογοήτευση. Πρόλαβαν, το έζησαν, ερωτεύτηκαν, άνθισαν, έγιναν ξανά παιδιά, χάρηκαν. Ο κύκλος της ζωής τους έκλεισε πλήρως και μέσα στην ικανοποίηση. Χωρίς έλλειψη, χωρίς περιορισμό, κλείνουν τα μάτια κι ήσυχα, γεμάτοι εμπιστοσύνη πεθαίνουν.

24 Ιουνίου 2017

Ολότητα








 Μου πήρε καιρό για να αναρωτηθώ τί είμαι κι ακόμα το αναζητώ. Πολλά γνώρισα αλλά η ύπαρξή μου μού έμεινε μυστική. Μέσα σε όλα ξέχασα τί είμαι - όχι πράγμα σπάνιο. Μα μια μέρα, μεγάλης σιωπής, κατάφερα να βγω μέσα απ' όλα όσα δεν είμαι.

 Είχα ξαπλώσει κάτω από ένα πεύκο μέσα στο κάμα του μεσημεριού και μ’ έφτανε απεριόριστη η μυρουδιά της ρετσίνης κι ή αύρα η θαλασσινή· πρώτη φορά στη ενήλικη ζωή μου κατάφερα να χαλαρώσω τόσο, σε βαθμό ένωσης με το προαιώνιο χώμα. Το καταπράσινο τοπίο μου θύμιζε έντονα την παιδική ηλικία κι είτε άνοιγα τα μάτια είτε τα έκλεινα το τοπίο δεν άλλαζε.
  
 Τότε, είχα πλήρη συνείδηση της υπάρξεώς και της οντότητας πάνω στον πλανήτη γη, ταυτόχρονα με τη συνείδηση όλη της γης ως πλανήτη, μα και όλου του σύμπαντος κι εξεπλάγην, που όλα αυτό το τεράστιο, χωρούσε σε μια σκέψη.
 Κι ένιωσα πλήρως μικρός. Ήμουν λοιπόν ένα ανθρώπινο πλάσμα, πως είναι τα ζώα αλλά άνθρωπος. Είχα κόκαλα, αίμα, σάρκα κι ήμουν μέρος της φύσης. Μέσα στον πολιτισμό και τη φασαρία το είχα ξεχάσει αυτό. Ζούσα, αλλά όχι με κάτι υπέρτατο όπως είναι οι ελεύθερες αισθήσεις. Επειδή η αίσθηση ήταν παιδική δεν θα το έλεγα κάν πλάσμα αλλά πλασματάκι.

  Κάτω απ’ όλα, τις ιδιότητες κι όσα κατάφερα ποτέ να νομίσω, δεν ήμουν τίποτα άλλο από μια καρδιά που χτυπούσε, και δεν μου συνέβαινε κάτι άλλο εκείνη τη στιγμή, πάρα μια πρωταρχική ένωση με την αρχέγονη φύση μου και το περιβάλλον.
 Η σκέψη, είχε εξασθενήσει κι έτεινε να χαθεί κι η φύση, εισέβαλε λες ξανά μέσα στο αίμα μου·  έπαιρνε την πρώτη της θέση, επειδή εγώ άνοιγα κι έχανα έναν διαχωρισμό, που με κόπο και πόνο είχα καταφέρει να αποχτήσω.

  Ήταν αυτή η αίσθηση μια ολοκλήρωση και μια ολότητα, τέτοια, που η αισθαντικότητα τα έφτιαχνε όλα αισθαντικά. Και ήταν όλα αισθαντικά, από τα λιθάρια ως τα πουλιά σε μια συγχορδία. Όμως σημασία είχε της υποθέσεως το λίγο·  έτεινα να λιγοστέψω για να μπορέσω να συλλάβω την απεραντοσύνη.

  Να αισθάνεσαι πρώτα ανθρώπινο πλάσμα, σκέφτηκα τότε, ίσως αυτό να χρειάζεται κάποια γνώση ως προς τί σημαίνει και η κοινωνικοποίησή του σίγουρα χρειάζεται ένα περιβάλλον γνώσης, όμως η αισθαντικότητά του δεν χρειάζεται καμία γνώση. Είναι καθαρή, ατόφια, παιδική, πηγαία, εγγεγραμμένη απ’ τα πριν της ζωής σου αισθαντικότητα. Η σκέψη, μόνο να τη χαλάσει μπορεί, όμως μπορεί και να τη βρει. Μια άρτια, πλήρης, γεμάτη, φρέσκια αισθαντικότητα· ώστε αυτό λοιπόν χρειάζεται πρωτίστως ο άνθρωπος, σκέφτηκα.

 Είχα συνείδηση του πλανήτη και μαζί όλου του σύμπαντος, και μαζί το λιγοστό της υπάρξεως μου που έτεινε να συναντηθεί και να σμίξει με το όλον, που δεν ήταν τίποτα άλλο από την αισθαντικότητα ενός παιδιού με επίγνωση.
  
 Κάτι τόσο απλό που το ονειρεύτηκα χρόνια. Ένα είδος ονείρου που μέσα του έζησα χρόνια έτεινε να χαθεί, κι η πραγματικότητα επέστρεφε σε μένα πραγματική όσο ποτέ άλλοτε. Πραγματική πραγματικότητα αισθαντική, κι όχι εκείνη η άλλη της σκέψης. Γιατί με τη σκέψη έφτιαξα πολλές πραγματικότητες που τις χάλασα, όμως αυτή η ολότητα είχε μια γαλήνη και κανέναν σύνορο. Τώρα έχω μπερδευτεί λιγάκι ανάμεσα στα εύκολα και τα δύσκολα του κόσμου, όσο αφορά το τί τελικά αξίζει και τι όχι.
  
 Όμως το να νιώθεις ανθρώπινο πλάσμα, κάτω από όλα όσα έζησες, υπήρξες και γνώρισες… κάτω απ’ τη γνώση σου και τις υποθέσεις σου όλες… κάτω απ’ ό,τι ποτέ θα καταφέρεις να γίνεις, και κάτω ακόμα απ’ ό,τι ποτέ θα μπορέσεις να ονειρευτείς… νομίζω τούτη η πραγματικότητα είναι τ' όνειρο κι όλα τ’ άλλα μεταξύ των ανθρώπων είναι.

 Όμως ετούτη η αίσθηση που περιγράφω αν βρεθεί, θαρρώ έχουν βρεθεί όλα, και χωρίς αυτή την αίσθηση όλα χαμένα είναι, ελλειμματικά κι ανεπαρκή. Τίποτα δεν μπορεί να είναι πλήρες χωρίς την πληρότητά σου.

 Μόνο το ον άνθρωπος χάνει τη συνείδησή του ως ανθρώπινο πλάσμα και χρειάζεται να παλέψει για να τη βρει. Τα ζώα γεννιούνται και πεθαίνουν ακέραια. Μόνο το ον άνθρωπος μπορεί να αποκοπεί απ’ τη φύση του και την πηγή της ζωής και να κάνει τη ζωή του υπόθεση της σκέψης του τεχνιτή. Κάτι που γεννά τον ψυχολογικό πόνο. 

 Μόνο ο άνθρωπος μέσα από της νόησής του το προνόμιο, μπορεί να γυρίσει σε άρνηση ολάκερη τη θετικότητα της ζωής, γιατί η ζωή είναι θετική και σ΄αγαπάει μέσα από σένα. Μόνο ο άνθρωπος μπορεί να καταφέρει να μην έχει το σύμπαν μαζί του σ’ αυτή τη διαδρομή της ζωής και να το έχει απέναντι. Ως θυμωμένο θεό, ως τιμωρό θεό ή ως αδικία. Αυτό είναι ανθρώπου "επίτευγμα".

 Μόνο ο άνθρωπος, αυτό το υπέροχο χορευτικό ζώο, μπορεί να τα κάνει όλα στη ζωή του μαύρα κι άραχνα. Μόνο αυτός, δικιά του είναι η επινόηση της κολάσεως.
 
 Γιατί μόνο ο άνθρωπος έχει λυγμό και κραυγή.


23 Ιουνίου 2017

Αταίριαστος Έρωτας





Σ’ αφήνω να βρεις την ειμαρμένη σου
σε χωρίζω δρασκελίζοντας
μην με πιάνεις, τους λογαριασμούς σου
δεν δύναμαι να εξοφλήσω
χρωστάς του πατριού σου, χρωστάς της μάνας σου
χρωστάς και πόνο του θεού σου
σ’ αφήνω μόνη σου στους λογισμούς σου
ψάξε να βρεις το φως
τα αταίριαστα σου δεν ταιριάζουν στα ταιριασμένα μου
περισσεύεις κι υπολείπεσαι της ακεραιότητάς σου
μονομαχούμε σαν πρόσφυγες, το χέρι που σου κρατώ
καρδιά δεν έχει
θα πρέπει τώρα εσύ να αδελφώσεις, με μια άλλη τρικυμία
δεν έχω μαστίγιο να σου δώσω
τα χτυπήματα που σου έταξα τα χτυπήθηκα
στο φλιτζάνι που σου διάβασε η τσιγγάνα
δεν ήμουν εγώ
και μην τρέμεις, δεν χάνεις τίποτα, θα βρεις να μοιραστείς
κομμάτια σου σε άλλα κομμάτια θα ταιριάξουν
μα τον δικό μου κόσμο τον συμπλήρωσα
και το ναυάγιο σου δεν χωρά στα νερά μου
έχω κι εγώ μια βαρκούλα υπόθεση, μα εσύ είσαι τιτανικός
και μη λυπάσαι που φεύγω έτσι θαρρετά
μα το έργο το είδα, και δυό και τρεις φορές
απ’ την καλή και την ανάποδη. Απ’ το άρωμά του
και την δυσοσμία του.
Μα πρέπει να μείνεις μόνη, πολύ μόνη, για να βρεθείς με τους
αγγέλους σου
και μη μου λες πως σε στέλνω στο διάολο
το αντίθετο κάνω, σε στέλνω στο θεό
δεν γίνεται να σε σώσω, γυρεύω να σωθώ
σαν ναυαγός αρπάχτηκες απ’ τα μάτια μου
μην το βαπτίσουμε αυτό αυθαίρετα έρωτα
ένα πεινασμένο είναι μόνο σώμα
γιατί ό,τι δεν κελαηδά έρωτας δεν είναι
και γατί σε μένα κραυγές σ’ έφεραν

Όχι πως θα με βούλιαζες αν στην πλάτη σε κουβαλούσα
αλλά πρέπει να βρεις το δρόμο σου, τον δικό σου δρόμο
κι εγώ πρέπει να βαδίσω στην επιφάνεια της θάλασσας
χωρίς το βάρος σου στις πλάτες μου
δεν μπορώ να πάρω αυτά που σου ανήκουν
ούτε κι αν μου τα δίνεις

Θα πρέπει τώρα μοναχή να ρημάξεις το κλουβί σου
και να ελευθερώσεις το βλέμμα σου
γιατί δεν με κοιτάζεις, και τη σιωπή σου τη ρημάζουν φωνήεντα
και δεν γίνεται να συναντηθούμε μέσα σ’ αυτήν την οχλοβοή·
σε περιμένουν νύχτες μεγάλες γεμάτες ελπίδα

Σε όποιον τον εαυτό σου δώσεις
να το ξέρεις θα σε πονέσει
γιατί έχεις πόνο αβίωτο
και θα στον φέρει στην επιφάνεια·
θα τον κατηγορήσεις σκληρά γι’ αυτό
μείνε μόνη σου και συλλογίσου
δεν ψάχνεις σύντροφο, καθρέφτης σου λείπει.

Και μη φοβάσαι, αν την περάσεις όλη
δεν δαγκώνει η μοναξιά.

Αν με τον εαυτό σου δεν περνάς καλά
εκείνο που σε διώχνει με βρήκε να κάνουμε σχέση.

 


Εσωτερικός Δάσκαλος

     Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορε...