30 Ιουνίου 2017

Ερωτική Ιστορία







 Η Μ. ήταν πολύ στεναχωρημένη εκείνη τη νύχτα. Αν όσα είχε μάθει γι’ αυτόν ήταν αλήθεια... αν μόνο ήταν αλήθεια!
 Το στομάχι της είχε δεθεί κόμπο, δεν ήξερε ούτε τί να σκεφτεί ούτε τί να νιώσει. Είχε επενδύσει πολλά σ’ αυτόν, την ίδια της την ύπαρξη, τον είχε εμπιστευτεί, τον είχε ξεδιαλέξει μέσα από ένα πονηρό κόσμο κι είχε αφεθεί στα χέρια του, από μια δικιά της ανάγκη.

 Αν ήταν αλήθεια όσα της είχε ομολογήσει η καλή της φίλη, η Λ. δεν ήταν σίγουρη αν θα μπορούσε να το διαχειρισθεί και να το αντέξει, ήδη ένιωθε κάποιες στιγμές να ανοίγει έναν χάσμα κάτω από τα πόδια της που γύρευε να την καταπιεί. Όχι, δεν ήταν δυνατόν αυτός να την έχει προδώσει, δεν ήθελε να το πιστέψει κι είχε τους λόγους της. Μα και χωρίς της αλήθεια πια δεν μπορούσε να συνεχίζει να ζει μαζί του, έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει.

 Έξω έβρεχε, βγήκε μα ξέχασε να πάρει ομπρέλα. Βάδιζε σαν υπνωτισμένη στην άκρη του δρόμου, όπου συχνά την κορνάριζαν τα αυτοκίνητα και την πιτσιλούσαν με ριπές νερού. Σε μια σχισμή υπονόμου πιάστηκε το ένα τακούνι της και συνέχισε με ένα παπούτσι, παρακάτω έβγαλε και το άλλο και το πέταξε σε κάποια σκουπίδια. Λιγάκι ακόμα πιο κάτω, βρήκε στο πεζοδρόμιο ένα στεγνό κουτί από παπούτσια, πήρε το χαρτόνι και το έβαλε στο κεφάλι της να προστατευτεί απ’ τη βροχή. Ο κόσμος που είχε βρει καταφύγιο σε κάτι εσοχές εμπορικών μαγαζιών την κοιτούσε περίεργα.

 Χωρίς να το καταλαβαίνει λοξοδρόμησε κι άρχισε να βαδίζει στη μέση του δρόμου, μέσα στην καταιγίδα ίσως τα διερχόμενα αμάξια που έτρεχαν να μην την έβλεπαν. Ένας άντρας πετάχτηκε απ’ το πεζοδρόμιο και την άρπαξε, την οδήγησε σε μια κόγχη προστατευμένη απ’ τη βροχή. Την κοίταξε βαθιά με τα μελιά του μάτια και τη φώναξε: μα τι κάνετε! Πρέπει να μάθω! του είπε.

 Καθώς είχε φύγει βιαστικά απ’ το σπίτι της είχε ξεχάσει να φορέσει τα εσώρουχά της. Το όμορφο κορμί της κάλυπτε μόνο ένα αέρινο φουστάνι, που τώρα με τη βροχή είχε κολλήσει πάνω στο σώμα της και το φανέρωνε προκλητικό μες στις καμπύλες του και το περίγραμμά του.
 Η Μ. μέσα στην έντασή της τής ήρθε υπόταση κι έτεινε να λιποθυμήσει. Ο άντρας την κράτησε στα χέρια του, κι ήταν τόσο ερωτική, καθώς είχε γείρει πίσω άνευρο το κεφάλι της, που δεν βάσταξε και τη φίλησε αμυδρά στα χείλη. Η Μ. Το κατάλαβε. Τι κάνετε; του είπε. Συγνώμη αλλά δεν άντεξα, νομίζω σας ερωτεύομαι, της είπε. Είστε τρελός! αφήστε με! του φώναξε. Την άφησε, έκανε να φύγει, μα γλίστρησε κι έπεσε φαρδιά πλατιά στο πεζοδρόμιο. Πήγε και στάθηκε από πάνω της. Να σας βοηθήσω; τη ρώτησε. Δώστε μου το χέρι σας αλλά να λείπουν οι οικειότητες, του είπε. Της έδωσε το χέρι του κι εκείνη πιάστηκε. Εκείνος το  ένιωσε ζεστό κι ένιωσε την καρδιά της να χτυπά στις φλέβες του. Τότε μόνο τον πρόσεξε, πόσο καλόκαρδο πρόσωπο είχε και μια ασύλληπτη ζωγραφισμένη ομορφιά.

 Εκείνη τη στιγμή διχάστηκε, ένιωσε εν μέρη γλυκά. Μα ένας οχετός από σκέψεις πικρές της περίπτωσής της...όρμισε σαν οχετός και την κυρίεψε. Πρέπει να φύγω, πρέπει να μάθω! του είπε.
 Εκείνος στάθηκε σε μια διάθεση αναμονής, με την καρδιά του να μην την αφήνει, μα με το στόμα είπε: ελεύθερα.

 Εκείνη έκανε να φύγει, μα μόλις έκανε πέντε βήματα γύρισε και τον κοίταξε. Τι περιμένετε! του είπε εκνευρισμένη. Εσάς, της απάντησε. Εκείνη βυθίστηκε σε ένα δίλημμα, ήθελε να φύγει, μα κάτι την κρατούσε. Έκανε ακόμα μερικά βήματα και στάθηκε μες στην βροχή αναποφάσιστη. Κοίταξε μπροστά της μα δεν υπήρχε πια δρόμος. Γύρισε πίσω το κεφάλι της, τον κοίταξε κι έτρεξε. Τον φίλησε για ώρα και με πάθος πολύ. Εκείνη την ώρα δεν είχε κόσμο εκεί. Εκείνος σήκωσε το φουστάνι της και της έκανε έρωτα σε εκείνη τη μισοσκότεινη κόγχη.

 Την άλλη μέρα έμαθε όσα ήθελε να μάθει. Ευτυχώς ο σύντροφός της την απατούσε.
Δημοσίευση σχολίου

Το Πλήθος των Μοναχικών

Υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίζονται μες στους ανθρώπους φέρνουν στα μάτια τους το φως προσπαθούν αλη...