Για μια Βαθιά Ανάσα







 Γιατί τα κάνω όλα αυτά? αναρωτήθηκε η Τ. Το μυαλό της έτρεξε αμέσως σε διαδρόμους να φέρει απαντήσεις. Η ίδια ήταν που αναρωτήθηκε ή ίδια είχε τρέξει μέσα στο μυαλό της να φέρει απαντήσεις. Όμως σαν να μετάνιωσε, κοντοστάθηκε κι έκανε να γυρίσει πίσω. Όμως η απάντηση, από κει που την είχε αναζητήσει, είχε ξεκινήσει το δρόμο της κι άρχισε να τη φτάνει. Έμεινε για μια στιγμή μετέωρη, να δεχθεί ή να μην δεχθεί μια σκέψη. Εντωμεταξύ τα νερά θόλωσαν, ούτε για την απάντηση ήταν πια βέβαιη ούτε για την πρόθεση. Ιδιαίτερα για την πρόθεση, αυτή κατάλαβε να τη φοβάται, ήταν η ίδια η αλήθεια.
  
 Ακολουθώντας αυτό το μονοπάτι ένιωθε να βγαίνει στην αλήθεια της, κι ένιωθε να μη τη συμφέρει. Καλά, ίσως, ζούσε καιρό μηχανικά κι από κεκτημένη ταχύτητα, τί την ήθελε την ερώτηση που έφερνε απάντηση? Καθώς μπερδεύτηκε πήρε μια βαθιά ανάσα, όση μπόρεσε. Θα έδινε όλα τα υπάρχοντά της για μια βαθιά ανάσα, ίσως πάλι όχι, είχε αρκετά για να τα ξοδέψει όλα σε μια βαθιά ανάσα. Ίσως τα χαλάλιζε όλα όμως, για ένα ξεκάθαρο βάθος, για ένα λαμπερό κι ανακουφιστικό, για ένα βάθος χωρίς ερώτηση κι απάντηση. Για ένα βάθος Βούδα.

 Το χέρι της κινήθηκε μόνο του, μ' εκείνο τον τρόπο, που καμιά φορά κινούνταν μόνο του κι έκανε το σταυρό της, όταν περνούσε μπροστά από μια εκκλησία. Μια φορά στάθηκε ακίνητη και το σκέφτηκε. Είπε, αν ήταν δυνατόν, αν μπορούσε, να απαγορέψει το χέρι της να κινηθεί και να κάνει τον σταυρό της. Τότε αναρωτήθηκε μέχρι ποιο βάθος έφτανε η θέλησή της, μήπως το βάθος μας μάς εξουσιάζει τελικά? είχε αναρωτηθεί.

 Όμως τώρα, το χέρι της είχε κινηθεί κι έπιασε ένα τσιγάρο. Στάθηκε για μια στιγμή ακίνητη και θέλησε να του αντισταθεί, επειδή ένιωσε κι αυτό να την εξουσιάζει, να της επιβάλλεται. Το κράτησε στο χέρι της κι είπε: αν θέλω σε καπνίζω, αν δεν θέλω όχι. Το σκέφτηκε για λίγο, όμως μετά η θέλησή της χάθηκε και το κάπνισε το σώμα της. Μια μέρα θα σε κόψω, του είπε. Μα μετά σκέφτηκε: αφού σε καπνίζω που σε καπνίζω, ας σε απολαύσω τουλάχιστον. Εσύ με σκοτώνεις εγώ σε απολαμβάνω, του είπε σαν να μιλούσε σε κάτι ζωντανό. Με τον ίδιο τρόπο μιλούσε, τώρα τελευταία και σε μια σοκολάτα. Μα τώρα άρχιζε καλοκαίρι και θα άνοιγε διάλογο με τα παγωτά.

 Έμεινε για λίγο ήρεμη κοιτάζοντας τον απέναντι τοίχο. Προσπάθησε να μείνει ακίνητη και να χαλαρώσει, μια σκέψη να σηκωθεί της παρουσιάστηκε αλλά δεν την υπάκουσε. Κι άλλες σκέψεις την έφτασαν αλλά δεν τις έδωσε σημασία. Μετά το σώμα της σηκώθηκε μόνο του. Ασυνείδητα, σκέφτηκε, είμαι πιο ολοκληρωμένη, στη συνείδηση τα χαλώ.
Μετά σηκώθηκε χωρίς να έχει κάπου να πάει - επειδή το σώμα της τη σήκωσε - γύρισε πίσω και κάθισε ξανά στην πολυθρόνα. Μετά το φώναξε: γιατί τα κάνω όλα αυτά!

Ένιωσε μια μικρή ανακούφιση, της άρεσε τώρα τελευταία να φωνάζει μερικές σκέψεις της, αλλιώς ένιωθε πολλά να κρατά μέσα της που τη βάραιναν. Περίμενε τον αντίλαλό της να φέρει την απάντηση. Μετά είπε: ζω για να ζω, ή μάλλον, ζω για να ζήσω! μα δεν ήξερε αν το σκέφτηκε ή το μίλησε. Μετά για να είσαι σίγουρη το μίλησε. Αυτή είναι η αλήθεια, είπε, η ζωή μου δεν έχει χαρά, δεν έχει ικανοποίηση κι ευχαρίστηση, είμαι ένα ελεεινό κουφάρι!
 Μετά το σκέφτηκε λίγο, τώρα το παρακάνω , είπε, αν το συνεχίσω θα περάσω στην αυτολύπηση. Είμαι καλά, πρέπει να το πιστέψω!
 Τόσοι άνθρωποι... όχι όχι, είναι λάθος να αρχίσω τώρα τις συγκρίσεις!
Τί τρέλα! τι τρέλα! να στήνω απέναντί μου έναν Γιάννη ή μια Χρυσούλα για να είμαι καλά. Όχι! θέλω να είμαι καλά όπως σηκώνεται το χέρι μου μόνο του και φτιάχνει τον σταυρό του. Μου αξίζει να είμαι καλά! φώναξε.

 Μετά, από μια μπουκαπόρτα του μυαλού της, ήρθε ένα κύμα προβλήματα, που λόγο αυτού του διαλόγου τα είχε σκεπάσει. Θεέ, έχω τόσα προβλήματα! είπε. Και μετά έτρεξε στη μνήμη της. Τα τελευταία είκοσι χρόνια πάντα είχε τόσα προβλήματα. Προσπάθησε να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς αυτά και τρόμαξε. Ποια θα είμαι μετά? αναρωτήθηκε.

 Της ήρθε να κλάψει κι έκλαψε, ένα κλάμα ζορισμένο που όμως λιγάκι την ανακούφισε. Πέλαγος, πέλαγος, μαύρο και ταραγμένο πέλαγος, είπε μετά. Όμως στη συνέχεια το ελάφρυνε, πάχυνα, είπε. Μετά σκέφτηκε: τη νύχτα θα περάσει ο Λευτέρης να μου κάνει έρωτα. Η σχέση μας είναι σεξουαλική, τον συμπαθώ λιγάκι, αλλά όχι και τόσο που θα έκλαιγα αν τον έχανα. Άλλωστε, πηγαίνει και με άλλες, τα ξέρουμε αυτά. Σκέφτομαι όμως να αγαπήσω. Μετά αναρωτήθηκε: σκέφτωμαι να αγαπήσω? μα είναι δυνατόν να το σκέφτομαι! φώναξε μέσα στη σκέψη της. Είμαι ηλίθια! συμπέρανε.

 Μάλλον τρέμω την αγάπη, όπως και τόσοι άλλοι, ο Λευτέρης μου ταιριάζει περίφημα, σ’ αυτή τουλάχιστον την περίοδο. Είμαστε δύο ζώα, με μυρίζει όπως ένα σκύλος, αγάπη και πράσινα άλογα, δεν ξέρω αν πιστεύω στην αγάπη.
Μετά είπε: ίσως να ζω μια κόλαση. Σηκώθηκε και πήγε ως το ψυγείο, πήρε εκείνη τη σοκολάτα και την ξετύλιξε, μετά την έβαλε κάτω από το μπούτι της να ζεσταθεί. Την ένιωσε να κρυώνει εκεί η σάρκα της κι αυτή η αίσθηση την απορρόφησε ολόκληρη. Ίσως γι' αυτό πονούμε, κατέληξε, γιατί ένας δυνατός πόνος καταφέρνει και σε κερδίζει απ’ την ίδια σου τη σκέψη.
Ύστερα είπε: θεέ μου, θέλω να πάω ένα μακρινό ταξίδι και να τα αφήσω όλα αυτά πίσω μου! πίσω μου, πίσω μου! είπε να το βεβαιώσει.

 Πίσω μου πίσω μου, συνέχισε, να μπορούσα να τα αφήσω πίσω μου όλα αυτά, να τα χάσω! όμως ποια θα είμαι τότε? ίσως ένα γραμμάριο άνθρωπος, όμως αυτό το βάρος, αχ αυτό το βάρος, πως το αντέχω πως!

 Ύστερα είπε: θέλω να κάνω ένα παιδί, αλλά δεν ξέρω αν είμαι καλή για μητέρα, μούτρα για μητέρα! ένα παιδί θέλει και τον πατέρα του, εγώ περιμένω το Λευτέρη να κάνουμε σεξ, μούτρα για μητέρα. Κι ο Λευτέρης μούτρα για πατέρας. Κάτι, κάτι δεν πάει καλά με μένα, θα το βρω, που θα μου πάει.

 Φτωχό μου μυαλό, πόσο να αντέξεις κι εσύ? και ξανάβαλε τα κλάματα. Μετά κουρνιάστηκε στην πολυθρόνα και τυλίχτηκε με την αγάπη της, ένιωσε για λίγο όμορφα και παιδικά. Μέχρι που την πήρε ο ύπνος.

 Τη σήκωσε το κουδούνι της εξώπορτας. Δεν είμαι καλά, είπε του Λευτέρη, το κεφάλι μου πονάει, το στομάχι μου ανακατώνεται, άσε μας κι εσύ, του είπε πίσω απ’ την κλειστή της πόρτα, εδώ ο κόσμος χάνεται βαρκούλες αρμενίζουν.

 Θα καθίσω εδώ μόνη μου να βρω της άκρη μου, αι σιχτίρ πια!
κίνησε για τη σοκολάτα, ο νους της έπεσε στο τσιγάρο, αι σιχτίρ πια, είπε. Κίνησε για το τηλέφωνο, η μοναξιά την έζωνε, αι σιχτίρ πια, είπε και κατέβασε το τηλέφωνο. Αι σιχτίρ κι εσύ μοναξιά. Μα δεν ήξερε αν το σκέφτηκε ή το μίλησε.

 Αρχίζουμε δουλειά, είπε στην μοναξιά της. Η μοναξιά της την αγριοκοίταξε.
Αργά τη νύχτα κατάφερε να πάρει μια βαθιά ανάσα και τα μάτια της έλαμψαν. Μα αυτή τη λάμψη σύντομα την έχασε.

 Για μια βαθιά ανάσα, συλλογίσθηκε λιγάκι πριν κοιμηθεί.  Θα τα έδινα όλα στον κόσμο, για μια μόνο βαθιά, βαθιά γαλάζια ανάσα! 



Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία