18 Ιουνίου 2017

Το Μη Εγκώμιο του Πατέρα







 Δεν είμαστε παιδιά μιας τυχερής γέννησης, μα ποιος ξέρει τί είναι μια τυχερή γέννηση? Δεν είμαστε  παιδιά μιας εύκρατης οικογενείας με όλες τις προϋποθέσεις μιας αξιόλογης ανάπτυξης. Όμως ποιος τα ξέρει όλα αυτά που η ζωή συχνά τα αναποδογυρίζει.
 Ωστόσο στα σπίτια μας είχαμε λουλούδια που καμιά φορά δάκρυζαν. Και μια σκάλα ορφανή που κανένας δεν την ανέβαινε κι όλοι την κατέβαιναν. Κι έναν εξωτερικό φούρνο - εκεί ψηθήκαμε όλοι λίγο πολύ. Η φωτιά, συχνά μας έφτανε κι απ’ τη γειτονιά, το περιβάλλον, χοντρά τα ντουβάρια στα σπίτια μας μα δεν κρατούσαν έξω τον αλαφιασμένο κόσμο. Είχαμε νύχτα κοινή και χωρισμένη μέρα.
 Την ψυχολογία τη σπουδάσαμε νωρίς, και πριν ακόμα τη μάθουμε, σπεύσαμε να την ασκήσουμε. Κάναμε την πρακτική μας στο σώμα μας.
 Ο πατέρας συχνά έρχονταν σπίτι φορτωμένος, ζήτημα είναι να άφηνε κάπου για λίγο τα βάσανά του, αν τα ακουμπούσε τα ακουμπούσε για λίγο στη μητέρα και σ’ εμάς.
 Κάποια κληρονομήσαμε άλλα μας ξέφυγαν, όμως σίγουρα με τον καιρό αποκτήσαμε δικά μας. Αργότερα μάθαμε τη χρήση του μη μέτρου, ζυγίσαμε τον εαυτό μας, ζυγίσαμε και τους άλλους και καταλήξαμε πως η σωτηρία μας ήταν το κενό.

 Μνήμες, αναμνήσεις σκυλιά λυσσασμένα. Στα σπίτι μας θα πρέπει να πέθαναν πέντε άνθρωποι κι όλοι από πέντε φορές. Πέθαιναν μια απ’ την καλή τους και μια απ’ την ανάποδή τους, το μόνο που δεν πέθανε σ’ αυτούς είναι η αγάπης τους, συχνά η ανομολόγητη, καταφέρνουν να μας αγαπούν είκοσι χρόνια πεθαμένοι.

 Ξεκινήσαμε από νωρίς τη συγχώρεση στα μέρη μας - πλην κάποιων που την παίρνουν μαζί τους στο θάνατο. Συχνά φτάνει στο στόμα των παιδιών: καλός πατέρας ήταν μα...
 Σ’ αυτό το μα τρεις άνθρωποι χώρεσαν ανεξερεύνητοι. Τρεις άγνωστοι, τρεις που ούτε γεννήθηκαν ποτέ ούτε πέθαναν. Καλός ήταν μα...
στο μα πέφτει το ερωτηματικό.
Καλός ήταν μα...
στο μα πέφτει η έλλειψη.
Καλός ήταν με τελεία σπάνια το ακούς στους τόπους μας.

 Καλοί υπήρξαν οι πατεράδες μας - κάποια καταφέραμε από μόνοι μας να μην έχουμε παράπονο. Δεν ξέρουμε τί λέει βέβαια η ψυχή μας. Δεν μας άφησαν πολλά τραύματα, ούτε λιγότερα ούτε περισσότερα απ' τα δικά τους. Άλλωστε υπήρξαν άνθρωποι της γενεάς του πολέμου κι εμείς τα τραύματά μας τα καλλωπίζουμε.

 Καλοί ήταν, κομματάκι σκληροί κι απότομοι. Άγαρμποι και διαρκώς είχαν εκείνο το αίσθημα του κινδύνου, πέθαναν κι ακόμα ο κίνδυνός τους παραμένει. Πάντα κινδύνευαν μα σπάνια πέθαιναν απ’ τον κίνδυνό τους, ποτέ δεν καταλάβαμε τι τους απειλούσε, μάλλον η ίδια η ζωή.

 Για να γιατρευτούμε, χρειάστηκε να κατέβουμε πιο κάτω απ’ αυτούς, στη θάλασσα και τη ζητήσαμε να μας υιοθετήσει. Τώρα τους αποκαλούμε γονείς των σωμάτων μας και βρίσκουμε την προέλευση του πνεύματός μας στην άμμο, ή στ’ αστέρια.
( Άλλοι το κάνουν με νεράιδες ή αγγέλους )

 Καλοί άνθρωποι, βράχοι στάθηκαν δίπλα μας, αυτό ήταν και το κουσούρι τους, εμείς τους θέλαμε μαλακούς. Όμως ήταν άνθρωποι σκυθρωποί, αγέλαστοι, κατηφείς, σαν κάτι από μέσα τους να τους έδερνε και να τους τιμωρούσε.

 Δεν θα πρέπει βέβαια τέτοια λόγια να λέμε, ημέρα σήμερα του πατέρα που είναι, γιατί τί θα σκεφτούν οι πατεράδες που μας διαβάζουν, ίσως τους δημιουργήσουμε κάποια ενοχή. Όμως αυτό είναι το λιγότερο, οι νεκροί ακόμα δέρνουν.
 Βαριά χέρια, τραχιά, δεν τα ξόδεψαν στο χάϊδεμα και τα χάρισαν στο χαστούκι.
 Βαριά χέρια, ανεπούλωτα, χέρια βαριάς καρδιάς και το άρωμά τους μαρμάρινο.

 Ας είναι καλά εκεί στα ψηλά τώρα που μας γελούν. Κι ευτυχώς, εκείνη η πλευρά τους η αδέξια, ποτέ δεν κατάφερε να τους κερδίσει ολόκληρους. Άθελά τους υπήρξαν, και στη ζωή και στη συμπεριφορά τους.

Αιωνία τους η μνήμη, η μισή. 

Δημοσίευση σχολίου

Θερινό Ηλιοστάσιο

Μεγάλη μέρα και στο βίωμά της ακόμα, ατέλειωτη μήτε θυμάμαι το πρωί φαντάσου, λέει, μια τόσο μεγάλη μέρα σαν τη σημερ...