31 Ιουλίου 2017

Γέννημα Ρεαλισμού







 Η Παρακάτω ιστορία είναι αληθινή

 Η Τ. είναι μια παράξενη γυναίκα, της εποχής μας όμως. Είναι κι αυτή σκεπασμένη απ’ τα πέπλα της, έχει κι αυτή ένα παρελθόν αρκετά σκοτεινό κι ανεξιχνίαστο, πονά κι αυτή κι έχει μάθει να ζει με τον πόνο της. Επίσης φοβάται, δεν ξέρει πάντα τί αλλά θεωρεί φυσιολογικό το φόβο της. Εντέλει, είναι κι αυτή άτυχη, παιδί μιας κάποιας μοίρας.

 Έχει κι αυτή κοφτερό μυαλό, όμως δεν έχει στη διάθεσή της όλα τα δεδομένα της που χρειάζεται μια επεξεργασία, κι έτσι τα συμπεράσματά της, συχνά, είναι συμπεράσματα της ως τώρα γνώσης της κι εμπειρίας της.
 Ζει κι αυτή σ’ έναν κλειστό κόσμο, μπορεί να υπάρχει και κάτι άλλο γι’ αυτήν, προς το παρών δεν το ξέρει. Αν υπάρχει κάτι άλλο γι’ αυτήν,  υπάρχει πέρα και πίσω απ’ αυτό που αυτή τη στιγμή είναι. Αν υπάρχει κάτι άλλο γι’ αυτήν θα το ανακαλύψει στην πορεία, μα ως να το κάνει δεν υπάρχει.

 Το ζήτημα είναι, πως πάτησε τα τριάντα πέντε  και διαπιστώνει πως δεν μπορεί να κάνει χωριό με άντρα. Δεν μπορεί, να τη σκοτώσουμε γι’ αυτό?

 Αλήθεια είναι πως δεν μπορεί, το πάλεψε αλλά δεν βγήκε. Απ’ την άλλη όμως η Τ. αισθάνεται ένα ισχυρό κάλεσμα της φύσης της, ένα κάλεσμα που της φέρνει νόημα και δύναμη και κουράγιο να ζήσει, να τα βγάλει πέρα, εντέλει να τα καταφέρει. Στο αντίποδα αυτής της κατάστασης εκκρεμεί η απόγνωση κι η απελπισία.

 Η Τ. δεν το ξέρει, προχωρά αντίθετα προς την κατεύθυνση των δύο αυτών αρπαχτικών αισθημάτων που θέλουν να την πιάσουν και να την τυλίξουν στα μαύρα σεντόνια τους. Το βέλος προς την αντίθετη κατεύθυνση δείχνει ένα παιδί, και το δείχνει με τέτοιο τρόπο, που είναι μαζί ελπίδα, διέξοδος γι' αυτήν και σωτηρία!

 Δεν μπορεί να ξέρει στην κατάστασή της, δεν μπορεί να σκεφτεί, τί θα είναι η ίδια για το παιδί. Γνωρίζει μόνο τί θα είναι το παιδί για την ίδια.
Η Τ. είναι στο βάθος της μια κλασσική γυναίκα, επίσης αρπαγμένη αρκετά κι απ’ την παράδοση. Αυτά υπάρχουν ανεξιχνίαστα στην ψυχή της, έτσι με αυτόν τον τρόπο μεγάλωσε, επειδή όμως αυτά τα στοιχεία τα αισθάνεται ασφυκτικά δεσμευτικά - μαζί και τη θρησκεία - το μυαλό της προκειμένου να τη βοηθήσει να ανασάνει, έφτιαξε ένα μεγάλο άνοιγμα, που είναι σαν ρήγμα στην ψυχή της.
 Θα έλεγες πως τη χώρισε στα δυό. Μέσα της υπάρχει το κλασσικό παραδοσιακό κορίτσι με το ανάλογο οικογενειακό μεγάλωμα... όμως στο μυαλό και την έκφρασή της σπάνια φτάνει. Κι όταν φτάνει στην έκφραση, φτάνει με αντίθεση γι’ αυτά - με αντίθεση γι’ αυτά που κρύβει μέσα της και ένταση και θυμό.

 Η Τ, αν τη ρωτούσες με πάσα ειλικρίνεια, θα ήθελε μια κλασσική οικογένεια, ένα γάμο με παιδιά και μια τέτοια ολοκληρωμένη όμορφη κατάσταση. Το προσπάθησε, δεν το βρήκε σε άντρα, υποψιάστηκε ακόμα και πως η ίδια δεν το μπορεί και τελευταία σκέφτηκε μια λύση για να βγει απ’ το αδιέξοδό της. Το να έκανε μια όμορφη οικογένεια στη σκέψη της έπιασε ένα άκρο, το να μην το κάνει και να μην γεννήσει ούτε παιδί, έπιασε το άλλο άκρο, κι υπάρχει κάτι ακόμα στην ψυχολογία της που την πιέζει σαν τη χαριστική βολή, η ηλικία.

 Μέσα σ’ αυτόν τον ορυμαγδό της σκέψης βρήκε μια λύση. Δεν θα την έλεγες φαεινή ιδέα, γιατί ήταν σαν να μπάλωσε πολλά ξέφτια μαζί για να φτιάξει ένα καινούργιο όμορφο φουστάνι. Αποφάσισε λοιπόν, με κάποιον άντρα, να συμφωνήσει να κάνει ένα παιδί.

 Το μυαλό της το δέχεται, η καρδιά της έφερε αρκετές αντιρρήσεις. Του τύπου πως ένα παιδί χρειάζεται και τον πατέρα του κ.λ.π. Ίσως θα μπορούσε να βρει κι άλλο τρόπο να κάνει ένα παιδί... αλλά επειδή δεν αισθάνεται να μπορεί να έχει τον πατέρα του παρών, τον προτιμά έστω στο παρασκήνιο.

 Μιλάει με μερικούς ενδιαφερόμενους αυτό τον καιρό, κι αυτό που την ενδιαφέρει είναι να κλείσει την καλύτερη συμφωνία. Την ενδιαφέρουν σαφώς τα γονίδια. Εξετάζει τους άντρες που μαζί τους μιλά, τους παίρνει μέτρα, ύψος, πλάτος, μήκος, αλλά και ζητά ιατρική εξέταση περισσότερο για κληρονομικές ασθένειες.
 Θα λέγαμε ψέματα αν λέγαμε πως δεν την ενδιαφέρει η περιουσία κι η οικονομική κατάσταση του ανδρός. Είπαμε, θέλει να κλείσει την καλύτερη συμφωνία, να αποκτήσει ένα υγιέστατο παιδί με όσο το δυνατόν εξασφαλισμένο μέλλον, κι όλα αυτά όχι χωρίς συμβολαιογράφο.

 Το παράδοξο - ή το μη παράδοξο ανάλογα πως βλέπεις την εποχή - είναι πως στο κάλεσμά της ανταποκρίθηκαν πολλοί άντρες και χάρηκε γι' αυτό, έχει μεγάλη γκάμα επιλογών. Πολλοί άντρες μόνοι, μιας κάποιας ηλικίας, ευκατάστατοι, που κι αυτοί κοιτάζουν μπροστά και βλέπουν το χάρο να θερίζει με το δρεπάνι του ανεξάρτητα φορολογικής δήλωσης. Κι έχουν πίσω τους έναν αγώνα που δεν έχουν πού να τον αφήσουν, κι αυτοί δεν θεώρησαν εαυτό ικανό για οικογένεια, για το Χ λόγους, δεν το εξετάζουμε. Όμως και σ’ αυτούς μέσα μια πατρότητα κάπου τους καίει. Αλλιώς αν πεθάνουν θα πεθάνουν για τα καλά, αιωνιότητα πίσω τους δεν έχει, το όνομά τους δεν θα αντηχεί πια, θα σιωπήσει.

 Η Τ. θα το κάνει. Πέρασε βέβαια μια ηθική κρίση αλλά βρήκε δεκάδες επιχειρήματα να υποστηρίξει την απόφασή της. Δεν πίστεψε άλλωστε ποτέ στον έρωτα δεν πίστεψε ποτέ στην αγάπη. Στο μόνο που πίστεψε είναι η σκέψη της, το μυαλό της. Θα γεννήσει ένα παιδί λοιπόν απ’ την κοιλιά της, αλλά στη θέση του πατέρα θα βάλει το μυαλό της γι’ αυτό. Τον κόσμο με το μυαλό της τον ξέρει, τις αδυναμίες του με το μυαλό της τις κατάλαβε. Που πάσχει ο κόσμος, τι θέλει και τι χρειάζεται, τί εξασφαλίζει, τι προσφέρει.

 Θέλει να φέρει ένα παιδί μέσα στον αληθινό κόσμο. Είναι μια μάντισσα, έχει μαντέψει το μέλλον κι είναι σίγουρη παρά μια τρίχα πως το παιδί της δεν θα έχει την τύχη της.
 Τίποτα. Απλώς με το ζήτημα του έρωτα, της αγάπης και της καρδιάς δεν έβγαλε ποτέ άκρη, ούτε πίστεψε σ’ αυτά, κι αποφάσισε να φέρει στον κόσμο ένα παιδί γέννημα ρεαλισμού! 




30 Ιουλίου 2017

Πόθος & Σεβασμός



  



 Η Λ. υπήρξε ερωτική γυναίκα, ήταν τέτοια η φύση της. Μετά, ήταν πλούσια το ελέη της, την είχε προικίσει ο θεός με άφθονες καμπύλες. Εξέπεμπε τον ερωτισμό της, όσες φορές προσπάθησε να τον κρύψει τον διπλασίασε.
 Για τους άντρες υπήρξε βάσιμος πειρασμός, άθελά της. Αρκεί να περνούσε δίπλα σου για να σου προκαλεί ένα άχ, δεν ήταν τόσο το σουλούπι της όσο ο αγιάτρευτος πόθος της.
 Ο πόθος της βέβαια υπήρξε ο δυνάστης της. Προσπάθησε να τον τιθασεύσει, να τον υποτάξει, γιατί την έβαζε συχνά σε μπελάδες, στάθηκε όμως αδύνατο, το κορμί της έκαιγε πρώτα την ίδια.
 Το ένα λάθος στη ζωή της διαδέχονταν το άλλο. Προκειμένου να πλαγιάσει με κάποιον έτρεφε πρώτα μια μικρή πλάνη πως την αγαπούσαν, κι οι άντρες έδειχναν να την αγαπούν, και με τα λόγια τους και με τις πράξεις τους. Σύντομα όμως τους περνούσε, αφού την κατακτούσαν, ή νόμιζαν πως την είχαν κατακτήσει.
 Σημασία είχε πως σε λίγους μήνες, είτε θα τη ζήλευαν παθολογικά και παράφορα… είτε θα προσπαθούσαν να την εξουσιάσουν, πράγματα που συνήθως πηγαίνουν μαζί.
 Η σχέση έχανε τη γλύκα της και το άρωμά της, αόρατα ζιζάνια έμπαιναν ανάμεσα σ’ εκείνη και τον άντρα και την τυραννούσαν. Αφού έφαγε, σχεδόν όλη την κρέμα των νιάτων της σε παρόμοιες καταστάσεις…απηύδησε κι αποφάσισε τη μοναξιά, τη σκληρή μοναξιά.

  Έμεινε καιρό μόνη, χρόνια μόνη. Μια μέρα, γνώρισε έναν άντρα που την γοήτευσε παράξενα. Ως τότε την επέλεγαν, τώρα της είχε γυρίσει μια παράξενη διάθεση να επιλέξει εκείνη. Θεώρησε πως έτσι άκουγε περισσότερο την καρδιά της, ενώ όταν την επέλεγαν κάποιος άλλος άκουγε την καρδιά του στο πρόσωπό της, κι αλίμονο τι έκρυβε εκείνη η καρδιά, τί κίνητρα και τί την υποκινούσε.

 Ο άντρας που τη γοήτευσε αυτή τη φορά ήταν μοναχικός. Τον γνώρισε σε ένα μπαρ, ήταν σκυμμένος πάνω απ’ το ποτό του και τα λευκά μακριά μαλλιά του είχαν πέσει μέσα στο ποτήρι του· θα ήταν περίπου εξηντάρης κι εκείνη μόλις τριάντα πέντε.
 Κάθισε διακριτικά σε κάποια απόσταση και τον εξέταζε μυστικά. Αυτό που την είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον ήταν η στάση του σώματός του, δεν είχε την κούραση της ηλικίας του, ήταν ντυμένος με ένα τζίν κι ένα λευκό πουκάμισο, στο στήθος του είχε περασμένο ένα αρκετά μεγάλο χρυσό σταυρό και στο δεξί του πνευμόνι τατουάζ ένα πουλί. Θα είναι κάποιος τύπος με κάποια, ίσως φιλελεύθερη διάθεση, σκέφτηκε αρχικά. Περισσότερο έμοιαζε με έναν ξεπεσμένο καλλιτέχνη.
 Όσο περισσότερο τον εξέταζε την τυραννούσε η περιέργεια· πήγε και κάθισε σε μια γωνιά… όπου εκείνος, αν το ήθελε να σηκώσει τα μάτια απ’ το ποτό του, θα μπορούσε να τη δει· ήθελε κι εκείνη να σιγουρευτεί για τον εαυτό της, αν του έκανε κάποια εντύπωση, επειδή τα χρόνια που πέρασαν, της αποχής, είχε χάσει κάπως την αυτοπεποίθηση της.
 Ο τύπος έμοιαζε τόσο βυθισμένος στο ποτό του όσο και στις σκέψεις του· κάποια στιγμή πέρασε το βλέμμα του αδιόρατα από πάνω της μα δεν σταμάτησε σ’ αυτήν. Κάτι τον απασχολούσε, αλλά τι;
 Δεν θα ήθελε άραγε να το μοιραστεί; δεν θα ήθελε να δεχθεί κάποια βοήθεια ίσως στο πρόβλημά του; δεν θα ήθελε εντέλει να το λύσει; Θα ήθελε, όλοι σε μια παρόμοια στιγμή το θέλουν, λογικό είναι.
 Η Έξυπνη Λ. βρήκε μια αδυναμία στη στιγμή και θέλησε να την εκμεταλλευτεί. Ό,τι κι αν βασάνιζε εκείνον τον γοητευτικό άντρα με το αδρή πρόσωπο και τα αρρενωπά χαρακτηριστικά… η προσφορά μιας λύσης θα ήταν καλοδεχούμενη από μέρους του και θα κέρδιζε την καρδιά του, εκτός κι αν ήταν περήφανος να δεχθεί βοήθεια, κι όπως έκρινε απ’ το σουλούπι του… θα ήταν απλώς άφραγκος!

  Ή Λ. παρέμεινε ακόμα μια καλλονή, το είχε μέσα της και δεν θα το έχανε ούτε στα γεράματά της. Μάζεψε την αυτοπεποίθησή της, πήρε μια βαθιά ανάσα και σηκώθηκε και περπάτησε προς το μπαρ, στάθηκε δίπλα του και παρήγγειλε απ’ τον μπάρμαν ένα ποτήρι νερό, ήθελε να διαπιστώσει την αντίδρασή του από απόσταση αναπνοής. Όμως εκείνος της μίλησε πρώτος και της είπε: δεν κουράστηκες τόση ώρα να με φλερτάρεις!

 Γύρισε και τον κοίταξε τάχα παράξενα. Εγώ; Είπε τάχα έκπληκτη, δεν θα είμαστε καλά μου φαίνεται. Εκείνος της είπε: κάθισε κοντά μου! Εκείνη αντιστάθηκε για τα μάτια του κόσμου της, όμως ήθελε να καθίσει και κάθισε. Να ακούς την καρδιά σου, σκέφτηκε, και να επιλεγείς εσύ… άλλος μπελάς σε φτάνει. Ο μπελάς, πως εκ προοιμίων, έχεις βάλει τον εαυτό σου κάτω απ’ την επιλογή σου.
 Ο τύπος την κέρασε ένα τσιγάρο κι εκείνη στάθηκε δίπλα του με αξιοπρέπεια. Τον κατάλαβε να διαβάζει την καρδιά του σε ένα λεπτό σιωπής και να διαπιστώνει όσα εκείνη τον προκαλούσε να νιώσει. Ο άντρας προσπάθησε να το κρύψει μα δεν τα κατάφερε, εκείνη, αισθαντικά, ήταν βέβαιη πως του άρεσε. Ακόμα, αναμετρήθηκαν οι καρδιές τους εκείνη τη στιγμή σαν να αναζητούσαν ένα αέναο ταίριασμα, λες και κουτάκια συγκοινωνούντων δοχείων επικοινωνούσαν νερό.
  Ο καθένας τους σ’ αυτή την ψυχολογική κατάσταση έκανε ένα βήμα πίσω δίνοντας χώρο στον άλλον κι ανιχνεύοντας τον εαυτό του. Δεν όρμησε ο ένας στον άλλον αλλά ο καθένας αποσύρθηκε βαθύτερα μέσα του. Από κει μπορούσε να είναι σε μεγαλύτερη επαφή με τον εαυτό του και να διακρίνει την αλήθεια· έτσι τα περιθώρια να δράση η πλάνη ελαχιστοποιήθηκαν.
  
 Ο άντρας είδε μια καλλονή και την ένιωσε, διέκρινε σ’ αυτήν τον πόνο της και τη μοναξιά της. Εκείνη είδε σ’ αυτόν, έναν μοναχικό άντρα αβάσταχτα τρυφερό και στοργικό, με όλη την τρυφερή ψυχή του αξόδευτη.
 Το πρώτο αίσθημα που ξύπνησε μέσα τους δεν ήταν το ερωτικό παράφορο πάθος αλλά ο σεβασμός. Ο έρωτάς τους, μετά απ’ αυτή την  πρώτη τακτοποίηση των αισθημάτων τους του ενός για τον άλλον… υπήρξε συνειδητά παράφορος. Επειδή γνώριζε ο ένας κι άλλος πού δίνονται· η ψυχή τους ελευθερώθηκε από υπόνοιες κι υποψίες κι έπιαναν ουρανό και άστρα τις νύχτες συχνά.

 Στο τέλος βυθίστηκαν μέσα σε μια αγάπη, σιγουριά κι εμπιστοσύνη, ελεύθεροι ο ένας απ’ τον άλλο κι ελεύθεροι ως προς τον εαυτό τους… άγγιξαν την αγία ένωση.
 Η Λ. είχε κατακτήσει μια πληρότητα που της έφερνε συχνά δάκρυα στα μάτια κι αργότερα έκανε μαζί του ένα παιδί. Δεν παντρεύτηκαν ποτέ και τα ατίθασα νιάτα της είχα φύγει τόσο μακριά της, που συχνά γελούσε και συμπονούσε εκείνο το κορίτσι που υπήρξε κάποτε, το μοιρασμένο ανάμεσα στον πόθο της και τους άντρες.

 Μια νύχτα, αστειευόμενη, του είπε: μη ξεχνάς πως σ’ επέλεξα.
Κι εκείνος της απάντησε: εγώ σε είχα επιλέξει χρόνια πριν στα όνειρά μου και σε περίμενα.  


Πηγαίο Αίσθημα







 Αρχικά αισθάνεσαι μ' έναν τρόπο πηγαίο, δικό σου
μετά έρχεσαι σ' επαφή με τ’ οτιδήποτε
αυτό το πρωταρχικό αίσθημα ανεβαίνει και κεντρίζει τη σκέψη
κι απ’ τη σκέψη παράγεται ένα δεύτερο αίσθημα
που το αισθάνεσαι να σε φτάνει απ’ έξω.
 Όμως δεν σε φτάνει τίποτα απ’ έξω, σε φτάνει πάντα η διάθεσή σου, κι απόδειξη είναι πως αν μια μέρα αισθάνεσαι πηγαία όμορφα κι έρθεις σε επαφή με κάτι, αυτό που θα σε φτάσει θα είναι όμορφο, ακόμα κι αδύναμο ν’ αλλάξει χρώμα στη διαδρομή, θα πρέπει να είναι πολύ ισχυρό και πάλι το κέφι δεν θα στο πάρει.
 Αντίθετα αν  μια μέρα αισθάνεσαι πηγαία άσχημα κι αδύναμος, αυτό το ίδιο κάτι αποχτά τη δύναμη να σε κλονίσει, να σου προκαλέσει εντελώς διαφορετικά αισθήματα μέσα απ’ τη δικιά σου ερμηνεία. Σε κάθε περίπτωση ο καθένας φτάνει ο ίδιος στον εαυτό του αφού έρχεται σε επαφή.

 Όταν η πηγαία διάθεση είναι θετική, σε φτάνει το θετικό πρόσωπο του κόσμου, όταν είναι αρνητική σε φτάνει το αρνητικό του πρόσωπο. Όταν η πηγαία διάθεση είναι θετική και προσπαθήσει το αρνητικό πρόσωπο του κόσμου να σε φτάσει… θα μείνει στις επάλξεις μετέωρο, μπορεί να προβληματίσει, μπορεί να βάλει σε σκέψεις, όμως δεν θα μπορέσει να πέσει το αρνητικό μέσα στο θετικό και το θετικό θα βρει έναν τρόπο με την ερμηνεία να το εξαφανίσει. Για να σε φτάσει το αρνητικό θα πρέπει να το χρειάζεσαι, να υπάρχει φωλιά υποδοχής του μέσα σου, να είναι δηλαδή, αναγκαιότητα.
 Αυτός ο τρόπος θα γίνει συνήθεια σκέψης και το αρνητικό θα εξαφανιστεί απ’ τη ζωή σου. Όχι πως δεν θα συνεχίσει το αρνητικό να υπάρχει, όμως θα εξασθενεί διαρκώς και θα είναι αδύναμο να σε καταβάλει.

 Η πηγαία διάθεση, δεν μπορεί παρά να είναι θετική, το θέλει και το χρειάζεται πρώτα για τον εαυτό της. Εφόσον η ζωή υπάρχει και συνεχίζεται, δεν μπορεί παρά να είναι θετική. Πράγμα που σημαίνει χαρά, σε διαφορετική περίπτωση, αν δεν ήταν η χαρά το πηγαίο αίσθημα της ζωής, η ζωή θα εξαφανίζονταν μόνη της απ’ τον χάρτη, ενώ τώρα μπορεί να  εξαφανιστεί μόνο με την «βοήθεια» των ανθρώπων.

Το πηγαίο αίσθημα επικρατεί όταν ο άνθρωπος ξεσκεπάζεται, όταν ο άνθρωπος – σκέψη φεύγει πάνω απ’ τον άνθρωπο ανατέλλει η αυγή και η χαρά. Αυτό που υπάρχει δηλαδή αν αφεθεί να υπάρξει μόνο του.
Αυτό που υπάρχει μόνο του δίχως εμάς, είναι ευλογία, δοξασία, μουσική, αφθονία και πλούτος. Η δικιά μας δουλειά είναι να φύγει ο δεύτερος άνθρωπος ο παραγόμενος και να φτάσει σ’ ένωση αυτό που ήδη υπάρχει, βαθιά μέσα μας και έξω και παντού.  Δηλαδή η έσω μουσική να συναντήσει τη μουσική και τ’ άστρα το δέος τους. 

 Αυτός είναι ο σκοπός του κάθε κυβερνήτη της ζωής του: Ν' αφεθεί ολοκληρωτικά!  Να πιάσει απ΄τη ρίζα του το τιμόνι! 



26 Ιουλίου 2017

Μαχητής Δωματίου






Μη μου μιλάς για σωστό και λάθος
καλό ή κακό
αυτά είναι μόνο δύο σημεία του μυαλού σου, θετικό αρνητικό
κι όλη μέρα πηγαινοέρχεσαι απ’ το ένα στο άλλο
καλό κακό
σωστό λάθος
κίνδυνος ασφάλεια
άσπρο μαύρο
όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ισορροπία που σου λείπει.

Μείνε για μια στιγμή ακίνητος και πες μου τί σε φτάνει.
- Με φτάνει η θέληση να τρέξω να φύγω μακριά.
- Τρέξε, φύγε μακριά, επέστρεψε όμως ξανά σ’ αυτή την ίδια θέση, μείνε ακίνητος και πες μου τί σε φτάνει.
- Θλίψη, σκοτάδι, μαύρο, πόνος.
- Ωραία, βίωσέ τα μέχρι να εξαντληθούν!

Την άλλη μέρα επέστρεψε πάλι σ’ αυτή την ίδια καρέκλα και πες μου τι σε φτάνει.
- Μια αμυδρή χαρά, ελάχιστο φως, κάτι καλό πάντως, κάτι όμορφο!
- Ωραία, έχεις αρχίσει να παίρνεις μια γεύση του αληθινού εαυτού σου. Μη ξεχνάς, αυτό είσαι, αυτό ψάχνεις να βρεις, το άλλο είναι για να περάσει!

Πέρασε καιρός.

- Πως είσαι τώρα;
- Καλύτερα, δεν έχω πια τόση έντονη διάθεση να τρέξω να φύγω μακριά.
- Αν τη νιώσεις φύγε, σημαντικό είναι να ακούς την καρδιά σου, να σέβεσαι τον εαυτό σου, φύγε μακριά του όσες φορές χρειαστεί, αλλά άλλες τόσες επέστρεψε πίσω, σ’ αυτή τη μία μοναδική ψάθινη καρέκλα, αυτή κρατά το ένα σημείο που πρέπει να φτάσεις.

- Πονώ.
- Πόνα.
- Κλαίω.
- Κλάψε.
- Απελπίζομαι.
- Απελπίσου.
- Είμαι σε απόγνωση.
- Ζήσε στην απόγνωση.
- Χαίρομαι.
- Νιώσε χαρά.
- Θέλω να γελάσω.
- Γέλα! Έτσι πάει.

- Είναι δύσκολα.
- Έτσι όμως αναγνωρίζεις πότε είναι εύκολα.
- Χρειάζεται δύναμη.
- Την έχεις.
- Πως είσαι τώρα;
- Χμ, όμορφα!
- Χωρίς το χμ;
- Χωρίς το χμ δεν ξέρω.
- Θα μάθεις, συνέχισε…

Πέρασε καιρός.

- Πως είναι ο ουρανός σήμερα;
- Θα έλεγα γαλάζιος.
- Χωρίς το θα έλεγες πως είναι; Θέλω να πω σκέψου, πως είναι ο ουρανός χωρίς εσένα, αφαίρεσε εσένα και πες μου πως είναι ο ουρανός.
- Έχει μερικά σύννεφα.
- Δικά σου είναι.

Πέρασε καιρός.

- Πως είσαι σήμερα;
- Χμ, ελαφρύς.
- Πόσο ζυγίζεις;
- Ένα κιλό θαρρώ.
- Βαρύς είσαι ακόμα, συνέχισε. Η ύπαρξή σου είναι πούπουλο!
Και δεν μου λες, έχεις σώμα;
- Λίγο.
- Σε καλό δρόμο είσαι.

Πέρασε καιρός.

- Πως αισθάνεσαι σήμερα;
- Πλήρης.
- Χωρίς χμ πλήρης;
- Θαρρώ χωρίς χμ.
- Χωρίς θαρρώ πως είσαι;
- Πλήρης παρά λίγη πληρότητα.
- Συνέχισε, είσαι σε καλό δρόμο.

- Πέρασε καιρός.

- Πως είσαι σήμερα;
- Χαρούμενος!
- Για ποιο λόγο;
- Δεν ξέρω.
- Συνέχισε, κοντεύεις.

Πέρασε καιρός.

- Πως είσαι σήμερα;
- Ανοιχτός.
- Τι πάει να πει ανοιχτός;
- Η καρδιά μου είναι ανοιχτή.
- Πονάς;
- Όχι.
- Που πήγε ο πόνος;
- Δεν ξέρω.
- Έχεις θλίψη;
- Όχι.
- Που πήγε η θλίψη;
- Δεν ξέρω.
- Έχεις απελπισία, μήπως απόγνωση;
- Όχι.
- Που πήγαν αυτά;
- Δεν ξέρω.
- Χάθηκαν πράγματα;
- Πολλά.
- Τι σου έχει μείνει.
- Ο καθαρός εαυτός μου.
- Πως είναι;
- Λίγος κι απέραντος.
- Τρέξε γρήγορα στην καρέκλα.

Πέρασε καιρός.

- Πως αισθάνεσαι σήμερα;
- Ευτυχισμένος.
- Θέλεις κάπου να πας;
- Όχι, καλά είμαι εδώ.
- Θέλεις μήπως να τρέξεις να φύγεις;
- Από που να φύγω και που να πάω;
- Τι θέλεις τώρα;
- Τίποτα.
- Τι επιθυμείς τώρα;
- Τίποτα.
- Τι ονειρεύεσαι τώρα;
- Τίποτα.
- Τι ελπίζεις τώρα;
- Τίποτα.
- Τι φοβάσαι τώρα;
- Τίποτα.
- Τι σε βασανίζει τώρα;
- Τίποτα.
- Μήπως τώρα δεν είσαι άνθρωπος;
- Τώρα είμαι άνθρωπος!


- Σήκω τώρα απ’ την καρέκλα και περπάτα.
Τώρα ξεκινά η ζωή σου.
- Κι αυτό που έζησα;
- Ήταν απλώς η προθέρμανσή σου, η προετοιμασία σου,
μη το θεωρείς ζωή σου αυτό, ήταν μόνο ο προθάλαμος της ζωής σου, η αληθινή σου ζωή ξεκινά τώρα!




25 Ιουλίου 2017

Η Θλίψη σου πάει






 Η αποψινή μου ηρωίδα είναι μια γυναίκα που αγαπώ και μ’ αρέσει. Η ψυχή μου την αγαπά και της αρέσει. Είναι μια γυναίκα θλιμμένη, όχι όμως με κάποια θλίψη που θα της στοίχιζε τη ζωή, είναι μια θλίψη φυσική, έμφυτη, που μαζί της γεννήθηκε. Δεν είναι τίποτ’ άλλο από ένα κάπως μη ανοιχτό χρώμα. Αν τα κορίτσια αγαπούν το ροζ αυτή αγαπούσε κάποια πιο βαθιά χρώματα.

 Ουσιαστικά, η θλίψη της οφείλεται στην βαθιά μεγάλη της κατανόηση. Σπάνια θα τη δεις να χαμογελά, όμως μέσα της απολαμβάνει βαθύτατες συγκινήσεις, είναι μια βαθιά θάλασσα κι η φύση της είναι μοναχική. Αγαπά τη ζωή, αγαπά βαθιά τη ζωή κι ως θηλυκό την ξέρει καλύτερα απ’ τον καθένα. Η θλίψη της είναι που δεν μπορεί να την πει.

 Τη φτάνει ένα υπόγειο σιωπηλό τραγούδι που δεν το τραγουδά το στόμα της. Είναι μια από εκείνες τις γυναίκες που δεν χρειάζεται να μιλούν για να σου πουν ποιες είναι. Τις σέβεσαι επειδή σέβονται τον εαυτό τους, τα γόνατα των αντρών λυγίζουν μπροστά τους· η ανάσα τους κόβεται.

 Να μπλέξουν μαζί τους... ξέρουν πως είναι ένας δρόμος χωρίς επιστροφή. Δεν είναι γνώση, δεν είναι ύφος, είναι φύση σιωπηλή και δυνατή, φύση απόλυτη. Δεν είναι παιγνίδι, οι άντρες απορρίπτουν τον εαυτό τους μπροστά της, ποτέ δεν χρειάστηει ν’ απορρίψει άντρα.

 Καλλονή και σιωπηλή ομορφιά, την κοιτάζεις και σε φτάνει το δέος σου. Αν είσαι άνθρωπος που εκτιμά στέκεσαι και θαυμάζεις, με τις ώρες θαυμάζεις και θεωρείς μεγάλο σου κέρδος σου που γεννήθηκε. Κι όμως, αυτό το άγαλμα σπάζει, αν σου δοθεί θα πάρεις μια τεράστια ευθύνη στην πλάτη σου, αυτή την ευθύνη τρέμουν οι άντρες.

 Αυτή θα σου δοθεί, γιατί είναι η φύση της να δοθεί, γιατί η φύση της αντίθετα απ’ αυτή την ενέργεια πονάει. Και θα σου δοθεί με τέτοιο τρόπο και τέτοια χάρη... που θα τρέξεις να κρυφτείς. Και ορθά θα κάνεις, γιατί αυτή η γυναίκα ήρθε στη ζωή σου για να ρίξει νοτιά ισχυρό στο καταφύγιό σου. Θα σηκώσει τις σκεπές σου, θα ξηλώσει τα πατώματα σου, θα βρεις μέσα σου μόνο έναν λεπτό ανθό κι από κει μαζί της θα κρατηθείς. Το σώμα της σαν όνειρο θα σε τυλίξει, το αίμα σου θα τη ζητά, κάθε φιλί της θα είναι κι ένας διαφορετικός άνεμος.

 Δεν είναι αυτές υποθέσεις για αντράκια, γιατί αν μπλέξεις μαζί της δεν ξέρεις ποτέ που θα βγεις. Θα σε πάρουν τα κύματα για το άγνωστο. Κάτσε εκεί στο γραφείο σου καλύτερα, εγγράψου σ’ ένα κόμμα και βρίζε τους πολιτικούς. Θα περάσει ο καιρός και θα πεθάνεις, διόλου μην ανησυχείς, όμως άσε αυτές τις δουλειές για κείνους που παίζουν με τη φωτιά και το θάνατο. Άσε, μην διαβάζεις Σαίξπηρ εσύ, περιορίσου στα κοσμοπολίτικα περιοδικά. Τι θέλεις εσύ να μπλέκεις με γυναίκες με κεφαλαίο Γ, περιορίσουν στα ενδιάμεσα γράμματα.

 Εσύ λες, Α, οι γυναίκες είναι πλάσματα μπερδεμένα, συγχυσμένα, δεν ξέρουν τι θέλουν και μπλα μπλά, αυτή είναι μόνο η φωτογραφία σου. Αυτή η γυναίκα που σου μιλώ, όχι μόνο ξέρει τι θέλει, αλλά γνωρίζει και τη φύση της δέκα φορές καλύτερα από σένα, και την ακούει δέκα φορές περισσότερο. Επειδή αρνείται να σε φτύσει θα τη μειώσεις, ωραία, βρες της μερικά κουσούρια και κάνε της τη χάρη να στρίβεις!

 Εσύ τη ζωή την είδες σαν μια πισίνα, αυτή είναι η ίδια η θάλασσα που ονειρεύεται, και φαντάσου βλάκα, ούτε καν σε περιφρονεί!

 Όχι, δεν υπάρχει ο αντάξιός της, δεν γεννήθηκε ακόμα, οι άντρες είναι ακόμα πονηροί, δεν μπορούν να σκύψουν αρκετά, γιατί στην αγάπη βάζεις τον εαυτό σου κάτω, δεν υπάρχει άλλος τρόπος ν’ ανυψωθείς. Δεν γνωρίζουν ακόμα οι άντρες την ταπείνωση, ακόμα ψάχνουν εκείνο το παιγνίδι, που τους αγόρασε κάποτε ο μπαμπάς τους από το πανηγύρι και σε μια νύχτα το ρήμαξαν!

 Δεν τα ξέρεις αυτά αντράκι, δεν έχεις ιδέα καν για τί σου μιλώ. Ζωή για σένα σημαίνει ένα στραβοπάτημα κι ένα ολίσθημα, δεν σηκώθηκες ακόμα στα δυό σου πόδια. Εγώ σου μιλώ για κάτι που και εκατό ζωές να ζήσεις πάλι άπιαστο για σένα θα είναι και μακρινό. Γιατί είσαι φτηνιάρης και σε ό,τι πας κοντά το φτηναίνεις, μεγαλείο για σένα σημαίνει μια χούφτα μυρμήγκια που σε τρώνε.

 Στάθηκες ποτέ ακίνητος να θαυμάσεις την ομορφιά; καταρχήν έχεις μάτια να τη διακρίνεις; έχεις μήπως ιδέα πόσο ψηλά στέκεται; πόσο αγέρωχη είναι; Ωχ αντράκι, έφυγες μακριά απ’ τη φύση σου, μη ζητάς τώρα να αναγνωρίσεις την ομορφιά. Ξέχασες να συγκλονίζεσαι, ξέχασες να μένεις παράμερα και να θαυμάζεις, όλα θέλεις να τα πιάσεις στα χέρια σου να τα μουρνταρέψεις, όλα θέλεις να τα φέρεις στα μέτρα σου, έθαψες τον χορευτή μέσα σου, περπάτα τώρα με τα δεκανίκια που έχεις για πόδια κι άδειασέ μας τη γωνιά!

 Τα φτήνυνες όλα αντράκι, η εποχή σου είναι αηδιαστική, κάνε μια βόλτα στην κόλαση και γέρνα όσο πιο σύντομα μπορείς. Γιατί την κόλαση την ξέρεις καλύτερα απ’ τον καθένα.

 Εσύ αντράκι είσαι η θλίψη της, εσένα χρειάζεται η φύση της να αντέχει, και φαντάσου, μπορεί και σε συγχωρεί αντράκι, που δεν θα μπορέσεις ποτέ να γίνεις αντάξιός της.

 Φαντάσου αγάπη, είσαι η θλίψη της και μπορεί και σε συγχωρεί! 



24 Ιουλίου 2017

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία






 Το βλοκγάκι μάλλον θα κλείσει, όμως μια τελευταία ιστορία προλαβαίνω να τη γράψω, για μια γυναίκα διαφορετική, διαφορετική ως προς το ότι γι' αυτή ευοδώθηκαν τα όνειρά της κι οι προσδοκίες της. Το όνομά της είναι Σπάνια Τύχη, όπως σχεδόν όλοι, άνδρες και γυναίκες, πέρασε κι αυτή τις φουρτούνες της, έζησε κι αυτή μέσα στον πόλεμο, έδωσε κι αυτή σκληρή μάχη. Έχασε κι αυτή, όμως με μια διαφορά, αυτή τα έχασε όλα!

 Έζησε την έλλειψη, τη στέρηση, την ερημιά, όσο λίγοι. Εκδιώχθηκε κι απομονώθηκε όσο ο Χριστός, όμως ακριβώς αυτή υπήρξε η εκλεκτή του θεού, ακριβώς αυτή νοστάλγησε το μέλλον όσο ελάχιστοι. Αυτή, που το χαϊδευτικό της ήταν συντρίμμι.

 Πρώτη της ξαδέρφη η στάχτη, αδερφή της η φωτιά, γονείς της οι θάλασσες, φίλοι της τα πουλιά· για μουσική δυο πέτρες να τη χτυπούν. Το τρίτο όνομά της ήταν: Αυτή που προσπάθησε να περάσει σκυφτή απ’ τις συμπληγάδες.

 Άτυχη στη γέννησή της, άτυχη στον εραστή, άτυχη στο φίλο. Αυτή η γυναίκα, πήρε στην πλάτη της έναν σταυρό τόσο βαρύ, όσο εκατό άντρες να τον σηκώσουν και τον έφτιαξε μόνη της πούπουλο. Βέβαια, ο κόσμος, λέει πως δεν πέθανε. Αυτή όμως το ξέρει πως πέθανε.

 Ποια είναι η νίκη της; Αυτή η γυναίκα κατάφερε ν' αγαπήσει. Κι όχι μόνο κατάφερε ν' αγαπήσει αλλά κατάφερε και να λυπηθεί. Ποια υπήρξε η δύναμή της; Γύρισε τη γη αντίθετα στη φορά της. Ποιο υπήρξε το κέρδος της; Η ίδια, η μοναξιά της. Ποια υπήρξαν τα πλούτη της; Η καρδιά της.

 Πέτυχε πράγματα που δεν μπορείς να τα δεις, πέτυχε πράγματα που δεν μπορείς να τα φωνάξεις, πέτυχε πράγματα που δεν μπορείς στα χέρια σου να το πιάσεις.  Έζησε μια εσωτερική ζωή και τη μοιράστηκε με λίγους, η επιτυχία της δεν έκανε κρότο. Έζησε αθόρυβη κι ελεύθερη, η ψυχή της εκστασιάστηκε τόσο που τα μάτια της συχνά πλημμύριζαν δάκρυα ευγνωμοσύνης. Έζησε για την ψυχή της, ανάμεσα στους ανθρώπους μυστικά. Καμία φωνή, καμία κραυγή δεν την έφτανε, έφυγε μακριά απ’ την απελπισία.

 Όμως παρ όλη την τελειότητα της ένα μικρό όνειρο ποτέ δεν έσβησε απ’ την καρδιά της. Το όνειρο ενός εραστή της σιγαλιάς. Ο πόθος της ποτέ δεν την εγκατέλειψε κι η νοσταλγία την έκανε να ψάχνει μ' ένα κερί μέσα στον κόσμο. Αυτός που αναζητούσε πήρε όλη την προσευχή της. Τον έφτιαξε στο μυαλό της σαν ένα άγγελο του έρωτα.

 Κι η προσευχή της μια μέρα εισακούστηκε, όλη η αδικία της ζωής της γύρισε πρόσωπο με μιας. Το όνομά της είναι Σπάνια Τύχη, όμως δεν ξέρουμε αν αυτό είναι σωστό. Γιατί αυτή ποτέ δεν εγκατέλειψε, ποτέ δεν πρόδωσε, ποτέ δεν γύρεψε κάτι άλλο.

 Η ψυχή της μαζί του άνθισε, έγινε κρίνος, άγγιξε την ευτυχία. Κι όταν τη ρωτούσαν αργότερα πως τα κατάφερε, απαντούσε γελώντας: δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο, απλώς όταν όλοι γύρω μου εγκατέλειπαν, εγώ επέμενα λιγάκι περισσότερο στην ουτοπία. Κι όταν τη ρωτούσαν έφτασες στην ουτοπία; Απαντούσε: θαρρώ την ξεπέρασα λιγάκι. 


19 Ιουλίου 2017

Ο Ταξιδιώτης








...Και μετά, αν ξεκαθαρίσει αρκετά το τοπίο, βλέπεις τη ζωή εντελώς διαφορετικά, τη βλέπεις σαν ένα συνειδητό ταξίδι, έχεις την επίγνωση όλη της διαδρομής, αρκεί να καταφέρεις να την ενώσεις, να μην σου λείπουν κομμάτια της κι άλλα σου είναι κρυφά.
 Μετά βλέπεις, πως το μόνο που έχεις πραγματικά δικό σου, είναι τούτο το σώμα, και σ’ αρέσει να αποχτάς μια κοντινή και φιλική σχέση με τον εαυτό σου, ικανή να σε κάνει να χαμογελάς με τις σκέψεις σου. Και λες πολλά αστεία από μέσα σου, γιατί σ’ αρέσει να είσαι χαρούμενος και να γελάς και να μην πονάς άδικα τον εαυτό σου.
 Κατόπιν, κάποια στιγμή, θα πρέπει του εαυτού σου να του υποσχέθηκες και θέλεις να τηρείς τις υποσχέσεις σου, αρχίζεις να διακρίνεις ένα παιδί μέσα σου, που θέλεις να το γιατρέψεις τις πληγές του και να το φέρεις στα μάτια σου. Και το οδηγείς στην αγάπη σου.
 Κι αλλάζουν όλα, γίνονται ολότελα διαφορετικά, παίρνουν το ύφος και το στυλ μιας μοναδικής περιπέτειας. Τοποθετείς τη χαρά σου ψηλά, δεν επιτρέπεις πράγματα, πικρίες κι ανόητους ανθρώπους να σε στεναχωρούν κάθε λίγο, γίνεσαι κάθε μέρα και πιο ικανός, ανεβάζοντας τον εαυτό σου στη χαρά όλα χαμηλώνουν γύρω σου. Προβλήματα, αδιέξοδα, φόβοι, όλα γίνονται εργαλεία εξέλιξης.
 Γίνεσαι ικανός γι' αποφάσεις που άλλοτε θα σε τρόμαζαν. Μα τώρα μπορείς να τα παρατάς όλα και να φεύγεις αν σε πληγώνουν, γίνεσαι ικανός να χαρίζεις τεράστια ποσά, γίνεσαι ικανός ν' αλλάζεις τόπους.     
 Προτεραιότητα παίρνει να είσαι καλά, να είναι η ψυχή σου καλά, κι αυτή, μερικές φορές είναι μια ακριβώς αντίθετη προτεραιότητα. Γιατί οι άνθρωποι συνήθως φροντίζουν να είναι όλα τα άλλα καλά κι οι ίδιοι μέσα σε όλα τα καλά υποφέρουν. Μα κάποτε, η πυξίδα και το τιμόνι γίνονται να είναι η ψυχή σου καλά, και με τέτοια πυξίδα και τέτοιο τιμόνι δεν γίνεται να χαθείς.

 Αν καταφέρεις να συμφιλιωθείς με τη μοναξιά σου τότε η ψυχή σου γλυκαίνει, και σε μια γλυκιά ψυχή μπορείς να μείνεις αιώνια δίπλα και να την πλησιάζεις, μέχρι να αφεθείς στα χέρια της. Μα σε μια ψυχή τρομαγμένη, πληγωμένη, σκοτεινή, δεν μπορείς να πας κοντά, πρώτος εσύ και κατά συνέπεια κανείς άλλος. Ζεις σε μια απόσταση απ’ την ψυχή σου κι είναι πάντα σαν να σε παραμονεύει κάτι άγριο, κάτι επικίνδυνο, κάτι σκληρό.
 Οι περισσότεροι άνθρωποι τότε, περνούν αυτά που πέρασες. Άλλοι περνούν αυτά που περνάς. Άλλοι έχουν φτάσει εκεί που πηγαίνεις. Αποχτάς την κατανόηση, χάνεις την κριτική χάνεις και την καταδίκη, εφόσον, όντας εσύ μη καταδικασμένος δεν τη χρειάζεσαι.
 Περνάς στη ζωή της καρδιάς και της απλότητάς της, και της σοφίας της. Χάνεις τη μικρή σπαραχτική ευφυΐα σου και περνάς στη ζωή με τα μεγάλα μάτια. Αναγνωρίζεις πολλά πράγματα στους άλλους αλλά δεν θέλεις να κάνεις κουβέντα γι' αυτά. Αναγνωρίζεις ακόμα κι ανθρώπους που κατανοείς πως έχουν χάσει ολότελα το παιγνίδι της ζωής, μα δεν έχεις λόγια να τους πεις. 
 Αναγνωρίζεις ακόμα και τους μαχητές που μάχονται, τους λευκούς μαχητές με την λατρεία και τη λαχτάρα στο φως, με στραμμένο το βλέμμα στην υπέρλαμπρη κορφή. Επιπλέον, αναγνωρίζεις κι εκείνο το φως το ηλεκτρικό, της λάμπας, εκείνη την αδιάφορη λάμψη την επιδερμική.
 Μα είναι ο κόσμος που βρέθηκες αυτός και δεν έχει γιατρειά, εσύ χρωστάς μια δυο χαρές, έναν έρωτα ίσως, μια αγάπη και λίγο από κείνο το βαθύ άγγιγμα της ευτυχίας στον εαυτό σου. Το χρωστάς στα ίδια σου τα μάτια. Χρωστάς στον εαυτό σου μια διαφάνεια, μια λύτρωση, ένα τέλος όλων των δεινών σου, μια ξεκούραση και μια ελευθερία της ψυχής και της σκέψης σου. Του χρωστάς τη γαλήνη. Του χρωστάς, ένα κατά την κρίση σου και τη γνώση σου άγιο πνεύμα, κι έναν θάνατο ευχάριστο χωρίς χρέη κι οφειλές πίσω σου.
 Κι απ’ αυτό όλο το όμορφο που παλεύεις να φτιάξεις για τον εαυτό σου... δεν γίνεται για σένα να το κρατήσεις, πολύ απ’ το όμορφό σου θα σου ξεφύγει και θα το πάρουν οι άλλοι με τις χούφτες. Αρκεί να ξεχειλίσεις εσύ, μα αν εσύ χρειάζεσαι θέλεις.

 Τη ζωή την έχουν φτιάξει δυσάρεστη και πράγματι είναι καημός και πόνος μέσα της να σεργιανάς. Όμως υπάρχει ένα ύψος να κατακτάς, όπου μέσα του η μοναξιά γυαλίζει και το όνειρο είναι ολοζώντανο.

 Κι έχεις μόνο αυτή τη μία μοναδική ζωή, όμως αυτό δεν πρέπει να σε αγχώνει μήπως χάσεις τελικά τη ζωή σου, γιατί οφείλει να χαθεί κι αν σε παρηγορεί όλοι την έχουν χάσει. Όμως αυτή είναι η ευκαιρία σου!

 Κάπου σίγουρα στη διαδρομή έχεις δώσεις μια υπόσχεση στον εαυτό σου, αυτή να την τηρήσεις, κι αν όλοι σε προδώσουν, αν τον εαυτό σου δεν προδώσεις και του μείνεις πιστός, οπωσδήποτε θα δικαιωθείς. Γιατί άλλος κανείς δεν μπορεί να σε δικαιώσει. Μα αν εσύ τον εαυτό σου προδώσεις, όλη τη γη, όλους τους ανθρώπους κι όλον τον ουρανό τον πρόδωσες!





17 Ιουλίου 2017

Γυναίκα από Μουσική




Ένιωθε παράξενα εκείνη την εποχή, μετά από αρκετές ερωτικές απογοητεύσεις την καλούσε μια ενδοσκόπηση. Ήταν βέβαια αλήθεια πως οι άντρες ήταν κάτι πλάσματα ακατανόητα, αρνούνταν την αγάπη, αρνούνταν την αφοσίωση κι είχαν αδυναμία στο να δοθούν. Δοκίμασε πολλές τεχνικές μαζί τους· στο τέλος τους πλησίαζε απ’ τ' ανοιχτά για να μην τρομάζουν, ξεκινούσε μια σχέση ανάλαφρα, μα η ίδια η σχέση με τον καιρό εμβάθυνε και τότε ξυπνούσαν παράξενα πράγματα μέσα στους άντρες αλλά και στην ίδια.

 Πάντως, αυτή την εποχή ένιωθε τη συνείδησή της να ανεβαίνει σκαλί, ίσως έξω απ’ τους άντρες που γνώριζε άλλοι άντρες να ζούσαν, ίσως ακόμα κι έξω απ’ τη ζωή της άλλη ζωή να υπήρχε.
 Ήταν έξυπνη γυναίκα και με επίγνωση, συχνά παρατηρούσε πως οι εσωτερικές της αλλαγές άλλαζαν το περιβάλλον της ζωής της· τελικά πείσθηκε πως σε κείνη υπήρχε το πρόβλημα των αντρών· σκληρό να το δεχθεί... μα καθώς το δέχονταν άλλαζαν οι προοπτικές της ζωής της. Η ζωή της αποχτούσε, αυτό που θα λέγαμε δυνατότητα. Αφού, αν όλα άλλαζαν από σένα, το μόνο που χρειάζονταν ήταν να αλλάξεις τον εαυτό σου. Η σκέψη αυτή έφερνε μαζί της μια νέα ελπίδα, ίσως τίποτα να μην είχε τελικά χαθεί. Αφού κι ο εξωτερικός κόσμος ήταν ένα πιστό αντίγραφο του εσωτερικού, τότε θα μπορούσε πράγματι να ελπίζει. Δεν ένιωθε να είναι έρμαιο των καταστάσεων, των συνθηκών και των πραγμάτων κάτω απ’ αυτή τη νέα οπτική.

 Με τον καιρό το βλέμμα της γύρισε μέσα, πέρασε αρκετές σκληρές νύχτες σκαλίζοντας σκονισμένα συρτάρια, όμως μέσα στην οδύνη της έβρισκε και πράγματα ανθηρά, αισθήματα ανέγγιχτα απ’ το χρόνο, αθωότητες γαλβανισμένες με ατσάλι κι αστραπή.

 Καθώς άλλαζε μέσα της, άρχισε να αντιλαμβάνεται τις εσωτερικές και τις εξωτερικές συνδέσεις των πραγμάτων, όλες τις αλληλουχίες και τις μεταγγίσεις κι αναγκάσθηκε να απομακρυνθεί από αρκετούς ανθρώπους, που δεν την αφορούσαν πια, γιατί εκείνη, ήδη είχε πάρει να χαράζει έναν δρόμο, το δικό της δρόμο. Με κάποια λύπη αποχαιρέτισε πολλούς που δεν ακολουθούσαν. Αναγκάσθηκε να γίνει σκληρή, ακόμα και κακή, όμως δεν υπήρχε άλλος τρόπος αν ήθελε πράγματι να προχωρήσει στη ζωή της. Με τον καιρό, το μισό απ’ το ίσως της μετακινήθηκε προς το ναι της και το άλλο μισό προς το όχι της. Το ναι της και το όχι της... τώρα πια γίνονταν ολοένα και πιο ξεκάθαρα και στεντόρεια. Έμπαινε σε μια περιοχή ακεραιότητας, όπου το μεσοβέζικο δεν είχε θέση.

 Πέρασαν χρόνια, όταν άρχισε να αισθάνεται, πως δεν μπλέκονταν πια με τα πράγματα, αλλά πετούσε πάνω απ’ τα πράγματα και τους ανθρώπους.
Αντιμετώπισε τη μοναξιά και τη νίκησε, τον περισσότερο απ’ το χρόνο της τον αφιέρωνε τώρα στον εαυτό της, διάβαζε, μελετούσε, κι ένιωθε αργά το μαύρο της να εξασθενεί, να μπαίνει ολοένα και περισσότερο σε μια λευκή περιοχή. Τα μισά της αισθήματα, τα μαύρα, έχαναν διαρκώς την εξουσία στην ύπαρξή της, δεν μπορούσαν πια να την τραβήξουν κάτω όπως σε άλλες εποχές, κι όταν έχανε την απελπισία της άρχισε να μπαίνει στο δρόμο της αγάπης.

 Κοίταξε δεξιά της, κοίταξε αριστερά της, μα δεν υπήρχε τίποτα. Μόνο ένα πλατύ μονοπάτι είχε ανοιχθεί μπροστά της χωρίς κανένα εμπόδιο.
Τότε διαπίστωσε πως ήταν όλα κατάλληλα, και ρίχνοντας πίσω μια ματιά στη ζωή της, επίσης διαπίστωσε πως σε όλη τη διαδρομή της, ήταν πάντα όλα κατάλληλα, γιατί πάντα ήταν αυτή κατάλληλη για όλα.

 Ήταν τόσο εύκολο λοιπόν; Όχι, δεν ήταν εύκολο, μα είχε καταφέρει, αυτή η γυναίκα, να ευλογήσει όλη τη ζωή της, κι όταν τη ρωτούσαν τώρα πια για το παρελθόν της, δεν είχε κανένα ενδιαφέρον γι' αυτό.

 Συνέβησαν κι άλλα πολλά, περιληπτικά τα έγραψα, λίγα μόνο απ’ όσα μου είπε μια μέρα που την είδα καθισμένη σε ένα βράχο να κοιτάζει τη θάλασσα. Δεν ξέρω αν τελικά βρήκε τον άντρα της ζωής της, δεν τη ρώτησα γι' αυτά, δεν ήθελα να διακόψω τη σιωπή της. Μετά περπάτησε πάνω στα κύματα και χάθηκε. Ένιωσα πως αυτή η εμπειρία την άλλαξε τόσο βαθιά και καθοριστικά, που κοίταζα μόνο ένα λευκό νυφικό να βαδίζει πάνω στη θάλασσα λουσμένο στο φως. Κι άκουγα μια μουσική να αναδεύει η ύπαρξή της.

 Την ονόμασα γυναίκα από μουσική, γιατί μ’ αρέσει να δίνω το αληθινό τους όνομα στους ανθρώπους.

Εσωτερικός Δάσκαλος

     Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορε...