02 Ιουλίου 2017

Το Νησί

 
 
 Η απόφαση ήταν στιγμιαία. Καιρό κλωθογύριζε στον εαυτό του. Ήταν νέος, όμορφος, είχε αρκετά έσοδα, μα είχε πέσει σε ένα είδος αποχαύνωσης, δεν είχε όρεξη για πολλά πράγματα κι απέφευγε τις προκλήσεις, με ένα ωχ, με ένα ουφ, με ένα δεν βαριέσαι.
 Τη γνώρισε στο ίντερνετ, ήταν ωραία και σέξι, επιπλέον τον κάλεσε για σαββατοκύριακο στο σπίτι της στο νησί, θα ήταν μόνη.
 
 Όταν έκλεισε το τηλέφωνο τον συνάντησαν οι γνωστές σκέψεις. Μετά πήγε στην τουαλέτα, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του και σαν να ξύπνησε. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και τον έφτυσε.
 
 "Σε προσκαλεί στο σπίτι της μια όμορφη γυναίκα κι εσύ μουρμουρίζεις και μαραζώνεις", είπε στον εαυτό του και σαν να τον κοίταξε απ΄έξω να σέρνεται. Μετά αναλογίστηκε όσα είχε, ίσως να ήταν ένας απ΄τους τυχερούς ανθρώπους του κόσμου, όμως αφχαρίστητος και τότε πήρε την απόφαση. Μάζεψε λίγα ρούχα σε μια βαλίτσα... κλείδωσε το σπίτι του... έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο κι έφυγε.
 Στο καράβι σκέφτηκε να μην την ειδοποιήσει, θα της έφτιαχνε έκπληξη. 
 
 Όταν έφτασε στο νησί αγόρασε αρκετά δώρα κι έψαξε το σπίτι της. Ήταν στην πλαγιά ενός λόφου, μοναχικό κι είχε στα πόδια του τη θάλασσα. Προχώρησε ως την πόρτα και χτύπησε το κουδούνι. Εκείνη του άνοιξε ντυμένη με ένα παρεό και του χαμογέλασε. "Η διαίσθησή μου μού έλεγε πως τελικά θα 'ρθεις", του είπε. Χαμογέλασε αμήχανα και πέρασε στο σαλόνι. Δίπλα, σε έναν ανοιχτό χώρο, υπήρχε ένα μεγάλο διπλό κρεβάτι σκεπασμένο με ένα τούλι. Η ώρα ήταν δειλινό και σε λίγο θα νύχτωνε. Εκείνη άνοιξε ένα μπουκάλι κρασί και σύντομα το ήπιαν. 
 
 Ήταν και οι δυό συγκρατημένοι, επιφυλακτικοί κι ανιχνεύονταν μιλώντας με γενικότητες. Εκείνου του άρεσε αλλά εκείνης δεν ήξερε αν της άρεσε. Δεν ήταν ούτε διάχυτη ούτε εκδηλωτική. Αργότερα του είπε πως θα του έστρωνε να κοιμηθεί σε ένα δωμάτιο κι εκείνη θα κοιμόταν μόνη στο διπλό κρεβάτι. Έτσι κι έγινε, μα εκείνος δεν μπορούσε να κοιμηθεί.
 
 Αργά τη νύχτα την άκουσε να σηκώνεται, μετά είδε το χερούλι της πόρτας να κατεβαίνει και την είδε στο άνοιγμά της. Ήταν τρομαγμένη, " είδα ένα κακό όνειρο και φοβήθηκα, μπορώ να κοιμηθώ πλάι σου;" τον ρώτησε.
Χωρίς να της απαντήσει της έκανε χώρο. Εκείνη ξάπλωσε πλάι του και του γύρισε αμέσως πλάτη, όμως πήρε το χέρι του μέσα στα δικά της και το κράτησε, το έφερε μπροστά στο στήθος της.
 
 Εκείνος συνειδητοποιούσε πως αλλάζει με μια απόφαση ο καιρός. Πριν μερικές ώρες ήταν μόνος σε ένα άδειο σπίτι και μαράζωνε, κι έτρωγε τις σάρκες του, τώρα ήταν ξαπλωμένος σε ένα μόνο κρεβάτι, συντροφιά με μια όμορφη γυναίκα που κρατούσε στα χέρια της το χέρι του. Τόσο κολλημένος σ΄αυτήν που τη μύριζε και τον τρέλαινε. Της έκανε σιγανά έρωτα και μετά κοιμήθηκαν. 
 
 Το πρωί τον καλωσόρισε στο μπαλκόνι με ένα εξαιρετικό πρωινό και φρέσκο καφέ. Μπήκε αμέσως στο κλίμα μιας σχέσης. Απ΄το μπαλκόνι έβλεπε τη θάλασσα και τα γύρω βουνά, αναστέναξε με μια βαθιά ανάσα, είχε σωθεί.

 Θα περνούσε καιρός για να καταλάβει πως την είχε σώσει. Από κάπου, απ΄το πουθενά και το τίποτα, φανερώθηκε στα πρόσωπά τους χαμόγελο. 


Δημοσίευση σχολίου

Ανάταση Πτώσεως

Μη μου πέφτεις τώρα επιστράτευσε όλες τις ζωγραφιές κοντά είναι ο κήπος με τα κυπαρίσσια Λύγισε αν θες, άφησε να ...