24 Ιουλίου 2017

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία






 Το βλοκγάκι μάλλον θα κλείσει, όμως μια τελευταία ιστορία προλαβαίνω να τη γράψω, για μια γυναίκα διαφορετική, διαφορετική ως προς το ότι γι' αυτή ευοδώθηκαν τα όνειρά της κι οι προσδοκίες της. Το όνομά της είναι Σπάνια Τύχη, όπως σχεδόν όλοι, άνδρες και γυναίκες, πέρασε κι αυτή τις φουρτούνες της, έζησε κι αυτή μέσα στον πόλεμο, έδωσε κι αυτή σκληρή μάχη. Έχασε κι αυτή, όμως με μια διαφορά, αυτή τα έχασε όλα!

 Έζησε την έλλειψη, τη στέρηση, την ερημιά, όσο λίγοι. Εκδιώχθηκε κι απομονώθηκε όσο ο Χριστός, όμως ακριβώς αυτή υπήρξε η εκλεκτή του θεού, ακριβώς αυτή νοστάλγησε το μέλλον όσο ελάχιστοι. Αυτή, που το χαϊδευτικό της ήταν συντρίμμι.

 Πρώτη της ξαδέρφη η στάχτη, αδερφή της η φωτιά, γονείς της οι θάλασσες, φίλοι της τα πουλιά· για μουσική δυο πέτρες να τη χτυπούν. Το τρίτο όνομά της ήταν: Αυτή που προσπάθησε να περάσει σκυφτή απ’ τις συμπληγάδες.

 Άτυχη στη γέννησή της, άτυχη στον εραστή, άτυχη στο φίλο. Αυτή η γυναίκα, πήρε στην πλάτη της έναν σταυρό τόσο βαρύ, όσο εκατό άντρες να τον σηκώσουν και τον έφτιαξε μόνη της πούπουλο. Βέβαια, ο κόσμος, λέει πως δεν πέθανε. Αυτή όμως το ξέρει πως πέθανε.

 Ποια είναι η νίκη της; Αυτή η γυναίκα κατάφερε ν' αγαπήσει. Κι όχι μόνο κατάφερε ν' αγαπήσει αλλά κατάφερε και να λυπηθεί. Ποια υπήρξε η δύναμή της; Γύρισε τη γη αντίθετα στη φορά της. Ποιο υπήρξε το κέρδος της; Η ίδια, η μοναξιά της. Ποια υπήρξαν τα πλούτη της; Η καρδιά της.

 Πέτυχε πράγματα που δεν μπορείς να τα δεις, πέτυχε πράγματα που δεν μπορείς να τα φωνάξεις, πέτυχε πράγματα που δεν μπορείς στα χέρια σου να το πιάσεις.  Έζησε μια εσωτερική ζωή και τη μοιράστηκε με λίγους, η επιτυχία της δεν έκανε κρότο. Έζησε αθόρυβη κι ελεύθερη, η ψυχή της εκστασιάστηκε τόσο που τα μάτια της συχνά πλημμύριζαν δάκρυα ευγνωμοσύνης. Έζησε για την ψυχή της, ανάμεσα στους ανθρώπους μυστικά. Καμία φωνή, καμία κραυγή δεν την έφτανε, έφυγε μακριά απ’ την απελπισία.

 Όμως παρ όλη την τελειότητα της ένα μικρό όνειρο ποτέ δεν έσβησε απ’ την καρδιά της. Το όνειρο ενός εραστή της σιγαλιάς. Ο πόθος της ποτέ δεν την εγκατέλειψε κι η νοσταλγία την έκανε να ψάχνει μ' ένα κερί μέσα στον κόσμο. Αυτός που αναζητούσε πήρε όλη την προσευχή της. Τον έφτιαξε στο μυαλό της σαν ένα άγγελο του έρωτα.

 Κι η προσευχή της μια μέρα εισακούστηκε, όλη η αδικία της ζωής της γύρισε πρόσωπο με μιας. Το όνομά της είναι Σπάνια Τύχη, όμως δεν ξέρουμε αν αυτό είναι σωστό. Γιατί αυτή ποτέ δεν εγκατέλειψε, ποτέ δεν πρόδωσε, ποτέ δεν γύρεψε κάτι άλλο.

 Η ψυχή της μαζί του άνθισε, έγινε κρίνος, άγγιξε την ευτυχία. Κι όταν τη ρωτούσαν αργότερα πως τα κατάφερε, απαντούσε γελώντας: δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο, απλώς όταν όλοι γύρω μου εγκατέλειπαν, εγώ επέμενα λιγάκι περισσότερο στην ουτοπία. Κι όταν τη ρωτούσαν έφτασες στην ουτοπία; Απαντούσε: θαρρώ την ξεπέρασα λιγάκι. 


Δημοσίευση σχολίου

Εσωτερικός Δάσκαλος

     Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορε...