31 Αυγούστου 2017

Αγωνία






 Η φωνή της έλεγε: ησύχασε, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι, διαφορετικά είναι τα μάτια τους, άλλοι αντέχουν περισσότερο, άλλοι μαθαίνουν να υπομένουν, λίγη παρηγοριά, λίγο ξέσπασμα ποτέ δεν βλάπτουν. Λιγάκι ξεγέλασμα του εαυτού, αρκετή ελπίδα, κάποιος αποξεχασμός, λίγη αποφυγή, λίγη χαρά μέσα σε όλα σαν λικεράκι, ένας δυό φάλτσοι έρωτες ή ακόμα κι ένας ίσιος, αρκετή πλάνη όπως και να ‘χει, μπόλικες υποχρεώσεις να μην σκέφτεσαι, κάποια μισοπεθαμένη προσδοκία, λίγη ποίηση για την τρομαχτική αλλά και τη γλυκιά νύχτα, έστω ένα παιδί μια φορά το μήνα ν’ αγκαλιάζεις, μια εκδρομή το χρόνο να πηγαίνεις, μια σοκολάτα να τρως, ένα κατοικίδιο να αγαπάς, αρκετό φταίξιμο να βρίσκεις στους άλλους... να μη σκαλίζεις και πολύ τα πράγματα - ας έχουν και λίγη σκόνη - άλλωστε κι ο πόνος κίνητρο ζωής είναι. Ξέρεις, έλεγε η φωνή, είναι τρομερά δύσκολο ν’ αποφασίσεις να χάσεις τη θλίψη σου, είναι το ίδιο σαν ν’ αποφασίζεις να χάσεις το αίμα σου, την ίδια σου τη ρίζα, την ίδια σου τη γενεά, μοιάζει να χαθείς η ίδια, είναι σαν να χάνεις μια συντροφιά πολλών ετών, και μετά, μη νομίζεις, το συνηθίζεις το βάσανο, αρχίζεις να το χαϊδεύεις σαν ένα τσακάλι, το καλοπιάνεις, του βρίσκεις δικαιολογίες, μια τέτοια συντροφιά μετά δεν την αποχωρίζεσαι εύκολα.

 Θέλω να πω, ησύχασε, της έλεγε η φωνή. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι πλασμένοι για τις μεγάλες αγάπες και τ άπιαστα όνειρα να κυνηγούν, δεν κρύβουν όλοι τον ίδιο πόθο στην ψυχή για ελευθερία, είναι τρομαχτική η ελευθερία, τρομάζει αβάσταχτα. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι φτιαγμένοι για να μένουν μόνοι. ΄
 Και μετά, η φωνή έλεγε, έχεις μόνο μια ζωή, άρπαξέ απ’ τα μαλλιά, ρούφηξέ την ως το μεδούλι, φτάσε την στα όρια, στο έπακρο, στράγγιξέ την. Κι έλεγε η φωνή μετά: έχεις πέσει στην παγίδα, κι εκεί σώπαινε.

 Εκεί πάνω σηκώνονταν σαν αφηρημένη απ’ την πολυθρώνα και σκόνταφτε πάντα στο ίδιο χαλί, ένα χαλί που είχε σηκωθεί μόνο η γωνία του.
 Το σπίτι ήταν παλιό, κληρονομιά απ’ τον πατέρα της, κάτω είχε ένα κελάρι, ο γέρος έβαζε εκεί σε άλλους χρόνους τα κρασιά του. Κάποτε, είχαν υπάρξει αριστοκράτες. Τώρα, απ’ όλη αυτή την υπόθεση της είχε μείνει ένας φόβος.
 Υπήρχε ακόμα ένα δωμάτιο κάτω απ’ το κελάρι σφραγισμένο με μια καταπακτή, εκείνη δεν την είχε ανοίξει ποτέ, εκεί τη φοβέριζε η μητριά της, όταν ήταν μικρή, πως θα την έκλεινε αν δεν ήταν καλό κορίτσι. Κι είχε καταφέρει ο φόβος της να τη φτιάξει καλό κορίτσι. Όταν η μητριά της την απειλούσε το μυαλό της γέμιζε τρωκτικά. Η φαντασία της τής φανέρωνε κάτι τεράστιους ποντικούς να ζουν εκεί. Τώρα ήταν σαράντα παρά κάτι ετών αλλά ούτε ένα ποντικός δεν είχε ξεφύγει απ’ το μυαλό της.

 Μια νύχτα έτρεμε σύγκορμη, μια ιδέα επιτακτική της έλεγε να κατέβει να ανοίξει την καταπακτή, να κατέβει στο δωμάτιο του φόβου - όπως το έλεγε. Σκέφτηκε να τηλεφωνήσει να το κάνει με παρέα, όμως η σκέψη ήταν ξεκάθαρη, έπρεπε να το τολμήσει μόνη.

 Άναψε ένα κερί για αυτή τη δουλειά. Κι αυτό μια σκέψη της το επέβαλε, γιατί θα μπορούσε να πάρει μαζί της δυνατότερο φως, όμως το κερί είχε ένα συμβολισμό και μια μαγεία.

 Ξεκίνησε να κατεβαίνει τη σκάλα και κόντεψε να γκρεμοτσακιστεί, έφτασε στο κελάρι και προχώρησε μέσα του, ακούμπησε κάπου το κερί και προσπάθησε να πάρει μια βαθιά ανάσα μα δεν τα κατάφερε· το αίσθημα ενός κόμπου στο στομάχι το είχε από κορίτσι ακόμα.
 Κοίταξε γύρω της, κάτι τουφέκια χιαστί καρφωμένα στους τοίχους, κάτι καριοφίλια, κάτι σπαθιά παρά δίπλα κι αυτά χιαστί καρφωμένα, μια φωτογραφία του πρώτου γάμου του πατέρα της με τη μητέρα της, κιτρινισμένη και με αρκετές κηλίδες. Κάτι βαρέλια που ακόμα μύριζαν ξινισμένο κρασί και μούχλα. Εκεί πάνω πετάχτηκε ένας ποντικός κι ήρθε η ψυχή της στο στόμα.

 Τα χέρια της ήταν αδύναμα. Κοίταξε την καταπακτή κι είδε στη μια άκρη της το σκαλιστό χερούλι, στην άλλη άκρη είχε μεντεσέδες, αρκεί να σήκωνε το χερούλι και την άφηνε να πέσει απ’ την άλλη μεριά. Την πλησίασε κι έπιασε το χερούλι, ήταν κρύο, παγωμένο. Της πέρασε μια σκέψη απ’ το μυαλό να φύγει, μια πρόχειρη σκέψη, μια συνήθεια, ότι δηλαδή έκανε πάντα. Όμως τώρα δεν είχε πού να πάει, είχε φτάσει ακριβώς μπροστά, στο σημείο που μιά έτσι να κάνεις κι ό,τι υπάρχει πίσω το βλέπεις. Το πιο τρομερό σημείο της ανθρώπινης ψυχολογίας.

 Μάζεψε όλο το κουράγιο της κι άνοιξε την καταπακτή, μια μπόχα την έφτασε, μια απαίσια μυρουδιά κι ένιωσα να την ορμά το τσακάλι, μετά σκέφτηκε πως τσακάλι δεν υπήρχε παρά μόνο στο μυαλό της. Παρόλα αυτά έβλεπε πολλά μάτια ποντικών να την κοιτάζουν στο σκοτάδι.
 Σκέφτηκε να ρίξει εκεί μέσα μια γάτα να τ’ αναθεματίσει όλα. Μα όχι, δεν ήταν αυτή η λύση, μια γάτα θα ήταν ορεκτικός μεζές για τα ποντίκια.

 Άρχισε να κατεβαίνει μια ξύλινα σκάλα που τα σκαλοπάτια της έτριζαν κι ο φόβος την μεγιστοποιήθηκε, λίγο ακόμα και θα περνούσε απέναντι, γιατί το όποιο απέναντι... απέναντι στο φόβο είναι.

 Κατέβηκε κι άλλα σκαλοπάτια κι άφηνε ολοένα πίσω της ψηλότερα το άνοιγμα της καταπακτής. Μια σκέψη την έφτασε. Αν τώρα κάποιος έκλεινε και κλείδωνε την καταπακτή θα έμενε για πάντα εκεί, στο σκοτεινό δωμάτιο του φόβου. Της ήρθε να τρέξει να προλάβει την καταπακτή ανοιχτή. Όμως το μετάνιωσε, πήρε μια βαθιά ανάσα, σκούπισε τον ιδρώτα με το χέρι της και συνέχισε την κατάβαση.

 Πέρασαν χρόνια - ή έτσι της φάνηκε - ως να πατήσει πάτωμα στέρεο. Εκεί ένιωσε μια μικρή ανακούφιση που δεν κράτησε ώρα όταν άρχισε να  συνειδητοποιεί την κατάσταση. Γιατί το φως του κεριού έριχνε κάτι παράξενες, απόκοσμες σκιές στους τοίχους, κάτι τέρατα, ναι, τέρατα, για την ακρίβεια κτήνη! Την περιγελούσαν, την ειρωνεύονταν, τη χλεύαζαν, της έβγαζαν τη γλώσσα τους κι άρχισε να τα φτύνει, να τα φτύνει με μια πρωτόγνωρη μανία, παιδική, ήθελε να πιάσει τα ποντίκια μέσα απ’ το μυαλό της και να αρχίσει να τα χτυπάει στο πάτωμα.

 Σε λίγα χρόνια ηρέμησε – ή έτσι της φάνηκε - και κοίταξε ψύχραιμα γύρω της. Παντού μουσαμάδες, τι σκέπαζαν άραγε;
Τράβηξε έναν μουσαμά κι έμεινε έκθαμβη, έκπληκτη, δεν μπορούσε να το πιστέψει. Σκέπασε αμέσως αυτό που είχε δει κι άρχισε να παίρνει βαθιές ανάσες γεμάτες δέος.

 Πέρασαν κι άλλα χρόνια - ή έτσι της φάνηκε. Πλησίασε ξανά τον μουσαμά με περισσότερη σιγουριά αυτή τη φορά και τον σήκωσε.
Κοίταζε ένα θησαυρό, διαμάντια, μαργαριτάρια, χρυσά νομίσματα παντού, χρυσά κύπελλα, χρυσά σερβίτσια, χρυσές πιατέλες και κοσμήματα σωρός.

 Δεν ήξερε τί να υποθέσει. Όμως τα έπιανε στα χέρια της και μια κατανόηση την έφτασε που της χάρισε ένα πλατύ βαθύ χαμόγελο. Δεν χρειάζονταν πια να υποθέτει.



Καρδιά & Σκέψη







Το κενό είναι το αμπάρι
η αισθαντικότητα το περιεχόμενο που το γεμίζει
με σκουπίδια ή θησαυρό
Η αισθαντικότητα είναι το πλοίο
το μυαλό το πλήρωμα
Η αισθαντικότητα είναι η γεύση
το μυαλό η πικάντικη σημαντική λεπτομέρεια
Η αισθαντικότητα είναι το σώμα της ψυχής
η σκέψη το περπάτημα πάνω στα κύματα
Η αισθαντικότητα είναι ο προορισμός
το μυαλό ο οδηγός της
Η αισθαντικότητα είναι ο κεντρικός δρόμος
το μυαλό η φιγούρα της σκιάς που μετακινεί το εμπόδιο
Η αισθαντικότητα είναι το πανί και η πλεύση
αλλά είναι και βλέμμα που κοιτάζει τον ορίζοντα
Το μυαλό είναι η σπίθα που αναζωπυρώνει την άνοιξη
είναι η σταγόνα που πέφτει μες στον ωκεανό
το καλούπι που προβλέπει το αρχικό σχήμα
όμως η ψυχή είναι το ίδιο το σχήμα
Το μυαλό είναι η πρώτη κίνηση
όμως η ψυχή είναι η ίδια η κίνηση
Το μυαλό είναι αυτό που θέτει σε λειτουργία
όμως η ψυχή είναι η ίδια η λειτουργία
Το μυαλό είναι αυτό που χαρίζει νοστιμιά
αλλά η ψυχή είναι η ίδια η νοστιμιά
Το μυαλό είναι αυτό που κάνει
όμως η ψυχή είναι αυτό που γίνεται
Το μυαλό είναι αυτό που δείχνει
όμως αυτό που φαίνεται και βλέπεις είναι η ψυχή
Το μυαλό είναι το βέλος, η ψυχή ο στόχος του
Το μυαλό είναι αυτό που παίρνει μαζί της η ψυχή
Η ψυχή είναι το αποτέλεσμα, το μυαλό αυτό
που σε φτάνει στο αποτέλεσμα
Το μυαλό είναι η παρέα, η ψυχή η σύντροφος
Ο νους είναι το σκέρτσο πάνω στα νερά
όμως η ψυχή είναι τα νερά
Το μυαλό το παίρνεις μαζί σου
όμως την ψυχή δεν μπορείς να την αποφύγεις
Το μυαλό μπορείς να το σιωπήσεις
την ψυχή χρειάζεται να την ακούς
Η αισθαντικότητα σε κυριεύει
όμως η νόηση σε κατευθύνει
Η αισθαντικότητα είναι νόηση
η νόηση αισθαντικότητα
Κοντά σαν έρχονται τα στοιχεία όλα
λειτουργούν άψογα
Λιγότερο περισσότερο δεν έχει
τίποτα δεν περισσεύει τίποτα δεν υπολείπεται
και το ερώτημα καρδιά ή σκέψη δεν τίθεται. 


30 Αυγούστου 2017

Κρίση Ηλικίας






 Γερνώ, δεν έχω χρόνο για δευτεροκλασάτα πράγματα
δεν έχω όρεξη να κρεμώ κουδούνια στην ύπαρξή μου
δεν χρειάζομαι ν’ αποδείξω τίποτα, γιατί γερνώ κι αυτή είναι η απόδειξή μου.
Δεν προλαβαίνω να σε πείσω για την αξία μου, πρέπει εσύ να την καταλάβεις
δεν προλαβαίνω να χτίσω γύρω μου μια ασφάλεια, γιατί γερνώ κι οσονούπω μια μέρα θα φύγω κι αν χτίσω μια ασφάλεια πως θα μπορέσω απ’ αυτή να ξεφύγω;
Γερνώ, κι εσύ μαζί μου γερνάς, αλλά δεν είμαι βέβαιος αν το καταλαβαίνεις γιατί συμπεριφέρεσαι σαν αθάνατος, λες και πρόκειται να μείνεις εδώ στους αιώνες και φέρεσαι σαν γουρούνι·
όμως εγώ γερνώ κι έχω γι' αυτό απόδειξη το σώμα μου και γι' αυτό συνείδηση· μια μέρα θα πεθάνω κι όταν το λέω το εννοώ.

 Θα είμαι πεθαμένος κι η ιδέα δεν με τρομάζει, γιατί κι αν ακόμα η ιδέα με τρόμαζε δεν θα μπορούσα ν’ αποφύγω το θάνατο, γι' αυτό ακριβώς δεν αποφεύγω την ιδέα του και παίζω μαζί της όπως ένα παιδί που παίζει με τη φωτιά και τον κίνδυνο με πρόσχημα να τα χάσει.
 Γερνώ αλλά δεν θέλω να γεράσει κι ο φόβος μαζί μου, τη ζωή την αρραβωνιάστηκα κι άλλαξα μαζί της μερικά δαχτυλίδια, δε την παντρεύτηκα ποτέ, δεν είναι σύζυγός μου, είναι ερωμένη κι εν πολλάκις άπιαστη.
 Γι' αυτό την παραδέχομαι: γιατί πηδά από κλαρί σε κλαρί μόλις πάω να την πιάσω και μου ξεφεύγει.

 Γερνώ, δεν έχω χρόνο για δεύτερα πράγματα. Πρέπει ν’ αγαπήσω ως δακρύων μια γυναίκα, να χαϊδέψω μια τίγρη, να χαμογελάσει ολόκληρη η ψυχή μου σ’ ένα παιδί, ν’ αγκαλιάσω ένα δέντρο και βαθιά να το αισθανθώ, να σώσω μια γάτα πριν την πατήσει το αυτοκίνητο, να φιλήσω το χέρι μιας γριάς, να συμφιλιωθώ με τον πατέρα μου που είναι είκοσι χρόνια πεθαμένος και να βρω χάρες στους συγγενείς μου. Γερνώ, και πρέπει να μάθω τελικά αν κλαίνε οι σκύλοι και γιατί δεν βγάζουν δάκρυ.

Γερνώ κι έχω ν’ ασχοληθώ με σοβαρά πράγματα, εκεί που θα πάω θα με ρωτούν γι’ αυτή τη ζωή και θα πρέπει να έχω κάτι ν’ απαντήσω.

Γερνώ, δεν έχω χρόνο για μασκαρέματα, πρέπει να βγάλω και το τελευταίο ίχνος μπογιάς απ’ το πρόσωπό μου, δεν θέλω πεθαμένο άνθρωπο στην κηδεία μου να με ρωτούν ποιος πέθανε. 


29 Αυγούστου 2017

Η Μετακόμιση






Ετούτη τη μετακόμιση καιρό τη σκέφτομαι
τούτος ο τόπος δεν έχει άλλα να μου δώσει
μόνο το αίμα μπορεί να μου πίνει
τούτες οι εικόνες πάλιωσαν
τούτα τ' αγαπημένα μέρη που η νιότη μου άνθισε
έγιναν φυλακή
τούτο το σπίτι που το αγάπησα και με τη φροντίδα μου το συντήρησα
ρήμαξε
τούτοι οι χώροι που μέσα τους γέλασα και έκλαψα
άλλο δεν με χωρούν
τα δέντρα τούτου του κήπου άλλο δεν μεγαλώνουν
δεν καρπίζουν οι ελιές και τα ρόδια της ροδιάς όλα πέφτουν κάτω
τούτα τα σύκα της συκιάς πάνω στα κλωνάρια τους σαπίζουν
το μεράκι μου για τούτη τη γωνιά που φώλιασα εξαντλήθηκε
καιρός να πάρω το δρόμο για μια άλλη γειτονιά
η ψυχή μου πόθησε το καινούργιο
κατά παρθένα μέρη βαδίζει
είναι βαρύ το σπίτι τούτο πια για μένα
και το ζώνει μια σκιά
πρέπει κι αυτό να βρει το νέο του ένοικο να ζήσει
πρέπει κι εγώ την τροχιά της μοίρας μου να διαγράψω
κατά πως ορίζουν τ' άστρα

Πρέπει ελαφρύς ν' αποχωρήσω
μιας και την ευτυχία αναζητώ
και στο πωλητήριο να γράψω
το σπίτι αυτό πωλείται για λόγους συναισθηματικούς. 

 

Ανταπόδοση








Βρες λίγη δύναμη ακόμα και βγάλε τον ουρανό από μέσα σου
κράτα γερά την καλοσύνη
βρες λίγη αντίσταση ακόμα στην θλίψη των καιρών
αναδύσου απ’ τις ελλείψεις ακέραιος
συγχώρεσε μια πίκρα, έναν θυμό
ανταποκρίσου με καινούργια θέληση
πάρε το τιμόνι των βράχων δεξιά
σταμάτα να τσιμπάς το δόλωμα
της μοιραίας σου ανταπόκρισης
δεν υπάρχει μέσα σου εκείνο
που η μιζέρια ψαρεύει

Μέσα σου υπάρχει η καθαρή θάλασσα
που την ψαρεύουν τα λόγια
μιας παραμεθόριας εορτής
δεν έχεις εσύ κόλαση να ανταποδώσεις
το πυρ σου το εξώτερο αναγαλλιάζει

Εκεί, στην ανταπόδοση γυρίζει ο κόσμος σε ρόδινος
να χαρίζεις λίγο φιλί στο σπαθί
αφού πια δεν σε κόβει
όταν δεν υπάρχει να ματώσει πληγή
όταν η ανάμνηση ακόμα της πληγής έχει χαθεί
η ανάγκη να ανταποδώσεις τα ίσια σβήνει·
μόνο που μένουν όλα φτωχά σαν έρμαια στον άλλον
κι είναι δικά του·
πίσω εκεί που αρχίζει ο άνθρωπος
όλοι είναι αθώοι

Εσένα δεν μπορούν να σε παρασύρουν
στην αναγκαία μάχη τους
του οργανισμού τους μόνο αριθμητική·
δεν μπορούν να σε εμπλέξουν στο βάσανό τους
κόβε δεσμούς με τη συμφορά που κυκλοφορεί ανάμεσά μας
μέσα στο κοινό μας ανθρώπινο αίμα

Άνοιξε την καρδιά σου στον ήλιο
όπως ανοίγεις τις φλέβες σου
το ίδιο είναι
αν δεν ανοίξεις τις φλέβες σου
θα σε βρίσκει πάντα η οργή

Κράτα το βλέμμα σου μακριά
απ΄τις οφθαλμόν αντί οφθαλμού βλέψεις. 


27 Αυγούστου 2017

Η Μεγάλη Εικόνα







Μείνε ατάραχος - σου λέω
θα περάσει σαν μια στιγμή - θα δεις
θα είναι μια τελευταία στιγμή κι όλο το άλλο κάτω της
τότε δεν θα φοβηθείς γιατί δεν θα έχει νόημα να φοβηθείς
θα δώσεις ένα σάλτο και θα περάσεις απέναντι

Δεν έχουμε σημασία - απλώς
είμαστε σαν το έξω δέντρο
σε χίλια χρόνια άλλοι άνθρωποι σ’ αυτόν τον πλανήτη θα κατοικούν
εμείς γι’ αυτούς θα είμαστε κάτι απολιθώματα, κάτι μνημεία
μερικοί πέτρινοι άνθρωποι
θα συλλογίζονται πάνω σ' εμάς – θα αναρωτιούνται
θα μας μελετούν περασμένους σε κομπιούτερ  
ίσως τότε χωρίς να μιλούν
μόνο να γνέφουν σαν μας ανακαλύπτουν
μερικά οστά που κάποτε έζησαν μες στην ανησυχία
την αγωνία και το φόβο κι ονειρεύτηκαν
το καλύτερό τους αύριο

Δεν έχει τόση σημασία - ούτε αυτό που περνάς
ανέβα λιγάκι ψηλότερα, τι βλέπεις;
Έναν πλανήτη. Έναν γαλαζοπράσινο παράδεισο.
Μπορείς να το φανταστείς.
Ωραία υπέροχα ζώα να κυκλοφορούν στα δάση πολιτισμένα
με όλους τους επικίνδυνους νόμους της φύσης σαν το αλάτι
ανάμεσα τους κάτι ζώα παράξενα, που ενώ αγέλη και κοπάδι είναι... ξεχωρίζουν και διαφέρουν μεταξύ τους μόνο κατά τη σκέψη τους
έχουν φτιάξει σε κάτι μέρη μικρά τα μεγάλα τους σπίτια
έχουν οχυρωθεί πίσω από έναν πολιτισμό - πως να τον πεις
έχουν πιάσει περιοχές - τις ονομάζουν κράτη, έθνη
κόβουν δικό τους χρήμα, έχουν δικιά τους θρησκεία και θησαυροφυλάκια
δικά τους όπλα και δικό τους πόλεμο
δικά τους ήθη και έθιμα και δικιά τους παράδοση
έχουν ακόμα και δικό τους θεό που είναι σε διάσταση
με το θεό των άλλων κι άλλα λέει, κι άλλα ακούει, κι άλλα καταλαβαίνει

Κι ενώ αυτές όλες οι μορφές εκ του ενός και εκ του μηδενός έχουν παραχθεί...
έχουν έτσι στον πλανήτη παραταχθεί
που έχουν φτιάξει οχυρά να προστατέψουν την κουλτούρα τους
την οικογένειά τους, τα συμφέροντά τους και την επικράτειά τους
η μεγάλη εικόνα του πλανήτη μας μάς δείχνει διαφωνούντες
πως όλοι έχουμε αρπαχτεί απ’ την ιστορία μας και την παράδοσή μας να κρατηθούμε στο εν γένη χάος
κι έχουμε φορέσει το ένδυμα της ιστορίας μας εμείς οι κληρονόμοι
αυτών που έστρωσαν τις βάσεις του πολιτισμού

Όμως το στοίχημα που θέτει η ζωή είναι πόσο γυμνός μπορείς να μείνεις 

Η μεγάλη εικόνα του πλανήτη είναι πως κατοικούμε σε έναν παράδεισο
μας δόθηκε το δώρο της σκέψης και της νόησης
όμως κοιτάξαμε ψηλά κι αναρωτηθήκαμε
κι αυτό μας γύρισε σε κατάρα

Μας δόθηκε η επίγνωση – ένα δώρο να διαπιστώνουμε
και τρέξαμε να κρυφτούμε
αφού ήμασταν γυμνοί κάτω απ’ τα αστέρια
αλλού δεν είχε να κρυφτούμε παρά μέσα μας
κι από κει βγαίνουμε αιώνες τώρα σκλαβιάς.



26 Αυγούστου 2017

Η Συνείδηση







- Τι θέλεις;
- Πως ξέρεις ότι είμαι εδώ;
- Σ’ ακούω, να περπατάς ανάλαφρα και να ζητάς να μου μιλήσεις.
- Σάββατο απόψε, δεν θα βγεις;
- Να μη σε νοιάζει.
- Μα πως να μην με νοιάζει, εγώ σε σκέφτομαι, είμαι η συνείδησή σου.
- Εγώ σε σκέφτομαι, εσύ έρχεσαι, η συνείδηση έρχεται. Και ναι, μπορεί να βγω μια βόλτα να περπατήσω, μου κάνει καλό, μ’ αρέσει να περπατώ τη νύχτα και μετά, όσο νά ‘ναι κάπου με ξεχνάς κάπου σε ξεχνώ.
- Ανταμώνουμε όμως.
- Είσαι παράξενη, έχεις πάρει κόσμο στο λαιμό σου, και με μένα προσπάθησες, θυμάσαι;
- Είμαι έξυπνη, η συνείδηση είναι έξυπνη.
- Μάλλον είσαι θηλυκό, είναι γυναίκα. Πεισματάρα είσαι, θέλεις να γίνεται πάντα το δικό σου. Κι ενοχική είσαι, είσαι η πιο ενοχική γυναίκα που ξέρω. Όμως εμείς είμαστε παλιοί γνώριμοι, πενήντα χρόνια συγκάτοικοι στο ίδιο σώμα, ξέρω τα κόλπα σου και τις κρυψώνες σου, ξέρω τον τρόπο σου, και ναι, σε παραδέχομαι, αν με βρεις σε αδυναμία με κατεδαφίζεις.
- Είμαι η συνείδηση, επιτελώ το ρόλο μου, το έργο μου, δεν πρέπει να παραπονιέσαι. Αν είμαι αυστηρή, αν σε κρίνω, είναι μέρος της δουλειάς μου.
- Κάνε τη δουλειά σου και κάνε την καλά, χωρίς εσένα σίγουρα θα είχα ξεφύγει σε άλλες σφαίρες κι άλλους ουρανούς, είσαι η συνείδηση και μέσα στα καθήκοντά σου είναι να με ελέγχεις,  κι ένα πράγμα σε ενδιαφέρει περισσότερο από άλλα: να είσαι ελεύθερη. Το μάντεψα σωστά;
- Σωστά το είπες, το μέσα σώμα είναι η φυλακή μου.
- Τι φταις κι εσύ τι φταίμε κι εμείς; πέσαμε όλοι από παιδιά μέσα σε έναν βάλτο, σε μια μολυσμένη λίμνη, εσύ είσαι κύκνος, είσαι λευκό περιστέρι, αυτή είναι η ουσία σου, μα τα φτερά σου κολλούν εύκολα στο πετρέλαιο. Είσαι η συνείδηση. Ζήλια, φθόνο του κόσμου απέναντι στο λευκό σου και το διάφανο… πως να το πω; μα εύκολα αποχτάς κηλίδες στο αιθέριό σου σώμα.
 Είσαι η συνείδηση, πράγμα κρυστάλλινο και διαυγές, μόνο έτσι μπορείς να είσαι, μόνο έτσι καταχτάς την ύπαρξη, αλλιώς πονάς. Μα κοίτα, κοίτα την ενοχή πως σε φλερτάρει, την τύψη, σε κατατρώγει η τύψη, κοίτα, κοίτα, η άσπιλη ομορφιά σου η αξιοζήλευτη, γέμισε κηλίδες μες στους αιώνες. Έγινες εμπορική συνείδηση, ο άνθρωπος κάτω σου υποφέρει. Από κρίνος έγινες κοράκι, η υφή σου είναι πάντα η αγνότητα κι η παρθενία, όμως εμείς σε έχουμε σύρει μέσα σε όλα τα καταγώγια για να πονέσεις όσο μπορείς κι ουρλιάξαμε στις επιταγές σου.
- Επιτελώ το σκοπό μου, το έργο μου, θέλω να είμαι ελεύθερη, το μυαλό σας θα με ελευθερώσει.
- Θα έλεγα πέτυχες διάνα, αλλά πες μου, το μυαλό είναι φίλος σου ή ο μεγαλύτερος εχθρός σου; και ποια η σχέση σου με την καρδιά;
- Απ’ την καρδιά πηγάζω, από κει αναδύομαι, μέσα από τα έγκατα του λωτού. Είμαι από καθαρό φως, μα ως να φτάσω στα χείλη σας, στην προφορά σας, διασχίζω το λαβύρινθο του μυαλού σας και στα χείλη σας φτάνω σκοτεινή και άμυαλη. Νομίζεις πως εγώ δίνω δεκάρα για την επιβίωσή σας; νομίζεις πως μπορώ να πεθάνω; γελώ με την αγωνία και τις ανησυχίες σας. Η ίδια η ψυχή σας ελάχιστα νοιάζεται για τη ζωή που κατασκευάσατε. Είμαι η συνείδηση και ζω μόνο στο φως, στο σκοτάδι υποφέρω.
- Έχεις μαζί μου τίποτα λογαριασμούς; χρειάζεται κάτι να πληρώσω; ήρθες να με κρίνεις, να με καταδικάσεις, τι θέλεις;
- Περαστική είμαι, είπα να πω ένα γεια.
- Θυμάσαι πόσο θέλησες να μου υποβάλλεις τις θέσεις σου;
- Δεν ήταν δικές μου θέσεις.
- Ούτε δικές μου ήταν. Ποιος μιλούσε στο βάθος μου; ποιος μου ορμήνευε τι να κάνω και πως να φερθώ; τι να πιστέψω και τι να προσκυνήσω; ποιοι αιώνες μέσα μου ούρλιαζαν τόσο λυσσαλέα; Μα εσύ, ήρθες στη ζωή χωρίς μνήμη, κι αν ακόμα είχες κάποια μνήμη θα ήταν από μια άλλη μακρινή ζωή, όμως σε θυμάμαι άσπρη, λευκή, σαν ένα τοίχο που πάνω του μπορούσα να γράψω την ιστορία της ζωής μου απ’ την αρχή.
 Ποτέ δεν το κατάλαβα πότε γέμισε το στομάχι μου με τόσους πεθαμένους κι οι τοίχοι γύρω μου με σκιές. Το μόνο που θυμάμαι, απ’ τα μικρά μου ακόμα χρόνια, είναι πως κάτι έμπαινε αργά και ύπουλα ανάμεσα σε μένα και τον ουρανό κι εμπόδιζε την καθαρή κι όμορφη παιδική μας σχέση. Η εξήγηση ήταν. Ήταν που όλα όσα έβλεπα και γνώριζα καθώς μεγάλωνα ζητούσαν μια εξήγηση που δεν την είχα και κανείς δεν την είχε. Κι έτσι αργά ο ουρανός χάθηκε κι αργότερα με γύρεψε πίσω.
- Τώρα δηλαδή έχεις εξήγηση;
- Τώρα πότε έχω εξήγηση και πότε δεν χρειάζομαι εξήγηση, όμως τώρα έχω αποχτήσει μια νέα συνήθεια, να μην θάβομαι αλλά να ξεθάβομαι. Πέρασα πολλές νύχτες έξω απ’ τα μνήματα ως να το μάθω και λέω, το άγιο νύχι μου να είναι καλά. Όμως συνείδηση, είσαι ακόμα και για μένα ένα παράξενο θηλυκό.
- Με κάνεις και γελώ, δεν είμαι καθόλου παράξενη, είμαι απλώς όλα, ό,τι ποτέ υπήρξε και θα υπάρξει, τα σώματά σας, τα πράγματά σας τα υλικά, όλα όσα αγγίζεται και μπορείτε να δείτε, ακόμα κι εκείνα που φαντάζεσθε και δεν μπορείτε να δείτε, εγώ είμαι όλα, κι όλα είναι συνείδηση, και πέρα, και πάνω, και κάτω από μένα δεν υπάρχει τίποτα άλλο.
 Το φτωχό σας μυαλό το λίγο το κατακερματισμένο, η φτωχή σας ζωή η γεμάτη άγχη, φόβους κι αγωνίες, όλα αυτά θα ησυχάσουν και το πνεύμα σας θα γαληνέψει, αν το δείτε καθαρά σε όλα τα πράγματα, πως εγώ η συνείδηση μόνο υπάρχω.

- Μείνε σπίτι και πρόσεχε τη γάτα, πηγαίνω εκείνη τη βόλτα που λέγαμε.



25 Αυγούστου 2017

Μια Αλλιώτικη Νύχτα






Είναι τέτοια η νύχτα απόψε
που κύματα φέρνει ο νους κύματα παίρνει
μα δεν τα εξηγεί και πελαγοδρομώ
κάπου ανάμεσα στο χθες και το αύριο
κάπου ανάμεσα στο καλό και το κακό
με μια αίσθηση σιωπής παρά κάτι

Είναι τέτοια η νύχτα απόψε
που η συνείδηση ταλαντεύεται
οι άνθρωποι αλλάζουν χαρακτήρα
μορφές που με εναντιώνονται
μορφές που δεν με εναντιώνονται·
είναι τέτοια η νύχτα απόψε που ζω στο ανάμεσα
στο θέλω δεν θέλω
και ζω στο ανάμεσα όλων των ανθρώπων
σ’ αυτά που λένε, σ’ αυτά που θέλουν να πουν
σε όσα φανερώνουν κι όσα κρύβουν

Μα είναι τέτοια η νύχτα, χωρίς παράπονο, χωρίς απογοήτευση
χωρίς να νικώ κάτι
θα την έλεγες μια νύχτα χωρίς τίποτα
ωστόσο γλυκιά, ήσυχη
το μόνο που θυμάμαι κι ο νους το φέρνει
σαν φωτογραφία μπροστά μου...
είναι πως μια παλιά νύχτα
μια σκληρή δύσκολη νύχτα...
ψέλλισα, ομολόγησα πως αγαπώ τη ζωή
εκείνη, την πιο μαύρη νύχτα
κι αφού την πιο μαύρη προέβηκα
σε μια τέτοια ομολογία...
δεν φοβάμαι πια τις νύχτες

Μα είναι τέτοια η νύχτα απόψε
που δεν μπορείς να την πεις
ωστόσο, γράφοντας, κάτι λες
ακόμα και για μια τέτοια νύχτα
που προς το πουθενά γέρνει
σαν να είναι κβαντική
μια νύχτα ολόκληρη πιθανότητα
για το ένα, για το άλλο, για όλα
κι όμως ανεξάρτητη όσο λίγες

Είναι τέτοια η νύχτα που…
ακόμα και πού να της βάλεις
δεν ξέρεις τι να προσθέσεις παρακάτω…



Η Δίψα

Δεν ξέρω καλή μου, δεν ξέρω, αλλάζω βαθιά Περπατώ πλέον πάνω σε τριγμούς σταφυλιών Νέοι κόσμοι μου αποκαλύπτονται διαρ...