Σαλόνι & Λιμάνι







Έχω ένα παράξενο υποσυνείδητο
από νεαρό ακόμα - παιδί έφηβο
μ’ έριχνε απ’ τη μια μεριά στην πλουτοκρατία
να κάνω παρέα με πλουσιόπαιδα
σε λαμπερά ξενοδοχεία - με χλιδάτες γκόμενες
σε γυμναστήρια να χτυπιέμαι γι’ αρμούς στο σώμα
με τζιπ και Μερτσέντες να κυκλοφορώ - του καιρού εκείνου
κομμάτια μοναδικά
με σκι να χασομερώ - στα τρία τα πέντε πηγάδια
στ’ άλλα λημέρια των γυαλισμένων

Μετά μι’ άξαφνη νύχτα κάτι σαν χέρι βαθύ με άρπαζε
και με πέταγε μέσα στους ξυπόλητους, μες τους αλήτες,
μες τους ροκάδες, στα φρικιά. Στη ντουλάπα μου πάντα φύλαγα
ένα ζευγάρι άρβυλα στρατιωτικά κι ένα σχισμένο τζιν για τούτη
τη δεύτερη  ώρα του γυρίσματος·
τους έφτυνα όλους αυτούς τους χλεχλέδες - που ίσως
και να μην ήταν χλεχλέδες, τουλάχιστον όλοι -
και πήγαινα με τους άλλους, εκείνους που τους περιφρονούσαν
που τους χλεύαζαν, τους αυθεντικούς, τους ντόμπρους
- που ίσως να μην ήταν όλοι αυθεντικοί και ντόμπροι -

Τί ήταν ακριβό τί φτηνό συχνά έχανα την αίσθηση
κει που θαύμαζα ένα υπέρλαμπρο πλοίο
ξεκινούσα να θαυμάζω μια ναυαγισμένη βάρκα
κει που έβρισκα το θεό μες τα κοσμικά σαλόνια
μετά τον έβρισκα στα καταγώγια, στους αμαρτωλούς·
αν ξέρω τα στέκια τους και που συχνάζουν οι αμαρτωλοί
γιατί και στους μεν και στους δε ανθρώπους με αδυναμίες γνώριζα

Περίεργο υποσυνείδητο
σε όλη τη ζωή μου με πήγαινε μιά στη φτώχεια
ν’ ανακαλύψω τα πλούτη
μιά στα πλούτη ν’ ανακαλύψω τη φτώχεια·
στη μέση θα σταθώ.




Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία