Η Φάκα







 Θυμάμαι, παιδιά στην εφηβεία τους, γεμάτα ορμή, γεμάτα παλικαριά, ξεχειλισμένα από θάρρος, παιδιά - άντρες ορμητικά. Που πήγαν τώρα, που κρύφτηκαν; Συναντώ κάτι πρώιμους γέρους, κουρασμένους, συμβιβασμένους ως το κόκαλο, υποταγμένους, κάτι γατάκια.
 Λιοντάρια που κατέληξαν γατάκια. Ποιος μηχανισμός τα πήρε από κάτω, ποιο γρανάζι τα μάσησε; Και μασούν τα λόγια τους, κι αντί για βρυχηθμούς νιαουρίζουν.
 Αχ ζωή χρυσή γεμάτη δροσιά και νιάτα πως σκούριασες! Τι έφταιξε στην πορεία; πίσω από ποιον βράχο κρύφτηκαν;
 Ξεκίνησαν ουσιαστικά χωρίς παιδεία, και κει κάπου μετά την εφηβεία η καμπάνα χτύπησε. Κοινωνικές επιταγές. Να βρούμε μια γυναικούλα να παντρευτούμε, μη μείνουμε μόνοι, στο ράφι κι αλίμονο. Ο σκοπός της ζωής. Να κάνουμε παιδάκια, να πολλαπλασιαστούμε. Και μετά μια πρώτη δουλειά, ανάγκη πάνω στην ανάγκη, ζάρωμα πάνω στο ζάρωμα και που να στραφείς αν όχι εναντίον σου, και τί να φας αν όχι τις σάρκες σου. Και που να ξεσπάσεις αν όχι στην άμοιρη τη γυναικούλα σου, και ποιον να αγαπήσεις αν όχι την ίδια, και για ποιον να πεθάνεις αν όχι για τα παιδιά σου.

 Θυσία. Στο βάθος θυσία. Ίσως κακώς εννοούμενος χριστιανισμός, και πάει, χάθηκε ο παράδεισος της νεαρής ηλικίας, που κράτησε τόσο λίγο και ζαλισμένος. Και μόνο κάποια ανάμνηση, κάποια νοσταλγία, πετάγεται απ’ τον βυθό σαν βάτραχος και κράζει κουάξ κουάξ. Μα τώρα το κεφάλι κάτω, σκυμμένο, και το κουράγιο, η προσπάθεια και ο αγώνας, όχι να επιστρέψεις στον παράδεισο αλλά να φτάσεις στη σύνταξη.
 Γέρος πια και με μισθό σίγουρο. Καιρός να κάνεις τα δικά σου. Καιρός να χαρείς τη χαρά σου. Μα ποια δικά σου; Ποιος είσαι εντέλει εσύ για να έχεις δικιά σου χαρά;
 Καιρός να χαρείς την ελευθερία σου. Μα ποιος νομίζεις πως είσαι για να έχεις ελευθερία; Τσιμπολόγα λίγο από δω λίγο από κει καμιά χαρά ανούσια και πολύ σου είναι.
 Το βρήκες στρωμένο το τραπέζι - μόνο τα πιάτα κι αυτά άδεια - βρήκες και τις καρέκλες αλλά κάθονταν πάνω τους φαντάσματα, βρήκες και το σπίτι μα είχε κλειστά τα παντζούρια και σφραγισμένα τα παράθυρα, κι άκουγες το Χριστό να λέει: Χτύπα τη θύρα και θα σου ανοιχθεί!
 Ούτε που το κατάλαβες ποιος κατέληξες να είσαι, κι αυτό που κατέληξες ευχάριστο πάντα δεν σου είναι. Όμως αυτό είναι, η παρέα σου κι η συντροφιά σου, ποτέ δεν σ’ αφήνει μόνο. Το περιφέρεις, από δω από κει, το παίρνεις μαζί σου στη δουλειά, το ποτίζεις, το ταΐζεις, το συντηρείς στη ζωή, όμως αυτό που κατέληξες τι σου προσφέρει; Το βάζεις σε μια γωνιά να καθίσει και κείνο τινάζεται πάνω σαν ηλεκτρισμένο, το νανουρίζεις και δεν κοιμάται, το ταΐζεις ζάχαρη και δεν γλυκαίνεται, στο τέλος αρχίζεις και το δηλητηριάζεις, με λίγο καπνό, με μπόλικο αλκοόλ, θα το ξεκάνεις να ησυχάσεις. Το ντύνεις, το βγάζεις βόλτα, το κατέληξες έναν σκύλο που κάπου κάπου γαβγίζει σε λάθος άνθρωπο.
Αχα, σε βλέπω απ’ την κλειδαρότρυπα, δεν μπορείς να μου κρυφτείς.

 Τι πήγε λοιπόν στραβά; Μη ρωτάς τι πήγε στραβά, πες μου τώρα τι μπορεί να αλλάξει; Θα πρέπει να κατέβεις κάτω, τόσο κάτω που τα μάτια σου θα πνιγούν μέσα σε σιωπηλούς ωκεανούς, κι όλα αυτό το άκυρο οικοδόμημα της ζωής σου τώρα θα πρέπει ο ίδιος να το διαλύσεις, αυτό το ίδιο που τόσο πάλεψες και αγωνίστηκες έγινε η μοιραία φυλακή σου. Τώρα θα πρέπει κρυφά τις νύχτες να το υποσκάπτεις τα θεμέλια, γιατί όσο το συντηρείς και το ασφαλίζεις θα σε πνίγει, έγινε το μεγαλύτερο κτήνος κι ο πιο θεόρατος εχθρός σου, που τον χάιδευες ενώ θα έπρεπε να τον χτυπάς, στα πλευρά, παντού. Μα λίγο ακόμα αν το δέσεις, λίγο ακόμα αν καταφέρεις και το δέσεις και το εξασφαλίσεις, μόνο λίγο, έτσι σου παρουσιάζετε: πως αν το δέσεις και το ασφαλίσεις θα χαθεί ο κίνδυνος. Αχ! Μα δεν το καταλαβαίνεις μήτε το νιώθεις πως εξασφαλίζεις δια βίου τον κίνδυνό σου!

 Αχ! Όλο αυτό το σαθρό οικοδόμημα της ζωής σου, ο αγώνας σου που πάτησε πάνω σε ετοιματζίδικα θεμέλια, πάνω σε κούφιες αξίες, πάνω σε πεποιθήσεις που δεν τις στάλαξε η δικιά σου αλήθεια στην ψυχή σου. Και τώρα, θα πρέπει να σωριαστείς κάτω από έναν ουρανοξύστη, ή ένα διώροφο κτήριο και να τραβάς ο ίδιος τον εαυτό σου μέσα από πέτρες, να τον βγάζεις απ’ τα συντρίμμια, να τον σώζεις απ’ τον ίδιο σου το σεισμό που προκάλεσες. Κι αν αυτό δεν το κάνεις έστω και μια φορά στη ζωή σου, αν έστω και μια φορά δεν τα τινάξεις όλα στον αέρα, όλα τα παραγόμενα των ξένων πεποιθήσεων που κουβαλάς… θα ζήσεις μια ζωή που θα τη νιώθεις να σε πονά και να σε πληγώνει απ’ όλα εκείνα τα μέρη που θα έπρεπε να σε φτάνει η χαρά.

 Τι πήγε λάθος; Μη ρωτάς τι πήγε λάθος. Ρώτα μόνο τον εαυτό σου είσαι πρόθυμος να τινάξεις την παρούσα ζωή σου στον αέρα; Όμως ξέρω την απάντηση, δεν είσαι, είσαι γέρος πια γι’ αυτά, και κείνο το παλικάρι που υπήρξες, ούτε σαν ανάμνηση πια δεν φτάνει στο μυαλό σου. Κι αν σε παρηγορεί, έτσι συμβαίνει σχεδόν με όλους. Όμως θα ήθελα να είσαι ανάμεσα στους σχεδόν κι όχι ανάμεσα στους όλους. 

 Θυμάμαι τα μάτια σου να πετάνε κεραυνούς και σπίθες, τώρα έγιναν δυό καντηλάκια, δυό κεράκια που διστακτικά τρεμοσβήνουν, κάθε που λίγος άνεμος φυσά. Σε θυμάμαι να γυρεύεις να κυβερνήσεις τους ανέμους και δεν σε αναγνωρίζω πια. 



Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Αόρατος Νόμος

Μια Άδικη Μέρα