18 Αυγούστου 2017

Η Βροχή






 Από νωρίς μια σκιά την κύκλωνε, κάπου μες τη μέρα σκέφτηκε απόψε θα βρέξει. Είχε καιρό να βρέξει κι ένιωθε μέσα της κάτι σαν κακό να ξυπνά. Κάτι βασάνιζε την ψυχή της εδώ και καιρό, κάτι άγνωστο ανέβαινε μέσα απ’ τις φλέβες της και χτυπούσε τα μηνίγγια της. Κάτι σαν χέρι ή κάτι άλλο σαν χρόνος παλιός.
 Πάντως η σκιά τη συνόδευε όλη τη μέρα. Από το πρωί είχε ξυπνήσει με ένα αίσθημα, όχι πως ξεκινούσε μια νέα μέρα, αλλά πως τελείωνε η ζωή της.

 Στο δρόμο, είχε τη συνήθεια να προσέχει πράγματα, να παρατηρεί. Συνήθως, μια ευχάριστη ελαφριά μέρα, το βλέμμα της έπεφτε σε φτερά πουλιών, φτερά από δεκοχτούρες και περιστέρια, που τα είχε συνδέσει στη μυαλό της ως καλό οιωνό, σημάδια ελεύθερης ψυχής και καθαρής καρδιάς. Όμως σήμερα, είδε στο δρόμο της ένα νεκρό πουλί, η ψυχή της σφίχτηκε και το μυαλό της γύρεψε μια ερμηνεία· τίποτα καλό δεν της φανερώθηκε ως προμήνυμα. Με μια κίνηση προσπάθησε να κρύψει τη σκέψη, σαν από ένστικτο, όμως γνώριζε αυτές τις πρώτες κινήσεις του νου, να ενταφιάζουν διαρκώς φόβους κι υπολείμματα τροφών σκέψης στο υποσυνείδητο, που το φόρτωναν, το φόρτιζαν, και μετά ήθελε έρωτα, περισσότερο έρωτα, κάποιον άντρα να της κάνει έρωτα δυνατά, να πιάσει ένα τουλάχιστον ύψιστο οργασμό, να αρπαχτεί για λίγο από ένα περαστικό σύννεφο, να νιώσει εκείνο το υπέροχο ξόδεμα, εκείνη τη στιγμιαία λύτρωση, εκείνον τον αναπαμό. Κι ύστερα από τούτη την ολιγόλεπτη μακάρια φυγή... εκείνον τον ξαφνικό γυρισμό, την επιστροφή, την προσγείωση. Κι αν κατέβαινε σε μια αγκαλιά δεν υπήρχε ζήτημα. Μα συνήθως η προσγείωση ήταν απότομη, την περίμενε πάντα στη γωνιά η πραγματικότητα.

 Μπήκε στο σπίτι της με διάθεση έντονη, αν την έβλεπες θα έλεγες πως γύρευε με κάποιον να μαλώσει. Μα δεν υπήρχε κανένας, μόνο μια γάτα που δεν σου έκανε καρδιά να τα βάλεις μαζί της. Την πήρε στην αγκαλιά της και την αγκάλιασε σφιχτά. Τη ζόρισε λιγάκι, εκείνη έδωσε σήμα ένα προειδοποιητικό νιαούρισμα, αν της περιόριζε περισσότερο την ελευθερία θα είχε να κάνει με το νύχι της. Την άφησε κάτω προσεκτικά. Ποτέ μην ζορίζεις μια γάτα.

 Σε λίγο πήρε και έβρεχε. Χάρηκε με μια παράξενη χαρά, ήταν σαν να είχε συνωμοτήσει ο καιρός με την ψυχή της, σαν να διάλεξε την κατάλληλη στιγμή ο ουρανός. Σε λίγο τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Έκλαιγε χωρίς να ξέρει το λόγο, όμως κάπου ήξερε πως έχει πολλούς λόγους για να κλάψει. Ξάφνου ένιωσε τυχερή και μια μικρή ευτυχία μέσα στα δάκρυά της. Ήταν ζωντανή, ήξερε τουλάχιστον μια ντουζίνα ανθρώπους που θα έδιναν τη μισή τους περιουσία για να κατεβάσει το μάτι τους μια σταγόνα δακρύου.

 Σκέψεις και εικόνες την έφτασαν απ’ το παρελθόν, κάπου ένα μικρό κορίτσι βάδιζε ανέμελο κι ευτυχισμένο μέσα σε ένα λιβάδι. Προσπάθησε να κρατηθεί απ’ αυτό το κορίτσι με ελπίδα, το γύρευε πίσω, το είχε χάσει, το λαχταρούσε, το υπόσχονταν αιώνια αγάπη κι αφοσίωση, το είχε πικράνει στο παρελθόν, μα ό,τι είχε συγκρατήσει η μνήμη της... ήταν στιγμές ευτυχίας εκείνου του κοριτσιού, τίποτα άλλο κι είχε ζήσει πολλά.

 Το κορίτσι για λίγο έμεινε στο μυαλό της και κρύφτηκε κάτω από μια μαρμάρινη πλάκα. Ένιωσε άξαφνα τόσο μόνη, γύρευε να το παρακαλέσει, να το πει να μείνει μαζί της, να μην χωρίσουν ποτέ ξανά, γιατί κάτι την είχε χωρίσει απ’ το ίδιο το κορίτσι που υπήρξε. Περισσότερα κλάματα, άρχισε να ψελλίζει συγγνώμη, συγνώμη και συγχώρεση. Φαντάστηκε το κρυμμένο κορίτσι να της χαμογελά και μια γλύκα την έφτασε, ήξερε πως από κάπου βαθιά μέσα της την άκουγε και τη συγχωρούσε. Όμως το ίδιο το κορίτσι δεν φάνηκε ξανά εκείνο το βράδυ, ένα πέρασμα έκανε απ’ τη συνείδησή της και χάθηκε μέσα στην ομίχλη.

 Ο καιρός έξω συνέχιζε να βρέχει, ήταν ρομαντικά κι εκείνη μόνη, πρώτη φορά να νιώθει τόσο μόνη. Μετά σκέφτηκε πως δεν φοβόταν, αυτή που πάντα φοβόταν τη μοναξιά, όμως ένιωθε όμορφα, καλά, γαλήνια, όχι μόνο δεν φοβόταν τη μοναξιά αλλά και κρυφά παρακαλούσε τούτη την αίσθησή της να μη τη χάσει.
 Κοίταζε έξω με το βλέμμα άδειο, κι άλλα δάκρυα και λυγμοί αυτή τη φορά την έφτασαν που έκαναν το σώμα της να σφαδάζει. Τι είχε κρύψει; τι είχε κρύψει όλα αυτά τα χρόνια; αναρωτήθηκε.

 Ένας εραστής την έφτασε. Όχι, δεν την έφτασε, περνούσε έξω απ’ το παράθυρο, έτεινε το χέρι της να τον πιάσει, εκείνος γύρισε και την κοίταξε, τα μάτια του ήταν άδεια, νεκρά, ήταν σιωπηλός, μόνο την κοίταξε φευγαλέα με το άδειο του βλέμμα. Όσα τον αφορούσαν πλημμύρισαν το μυαλό της, ήταν σαν να άνοιγε μια μπουκαπόρτα και να την έφτανε πλημμύρα η θάλασσα. Τη μισή τη γύρισε πίσω, τόση θάλασσα να την αντέξει με μιας αδύνατο. Μέσα στη θάλασσα που την έφτανε πάλευε κι η μητέρα της, σαν από κάπου να κρατηθεί, στη ζωή γιατί είχε πεθάνει. Μα μήπως εκείνη πάλευε από κάπου να κρατηθεί; δεν καταλάβαινε. Σε λίγο μέσα στη θάλασσά της άρχισε να παλεύει ο Χριστός, την έφτανε, της μιλούσε, τον έχανε, εμφανίζονταν ξανά, την κρατούσε, τον κρατούσε. Άξαφνα τον άφησε, ή την άφησε, έπεσε κάτω, που κάτω; Έπεσε όμως κάτω.  Νέα κλάματα την έφτασαν, ένιωσε την ψυχή της ξαλαφρωμένη, κατάφερε να πάρει μια βαθιά ανάσα κι ένιωσε λυτρωμένη.

 Μετά την έφτασε μια εξάντληση, σαν να είχε χρόνια να κοιμηθεί, την υπάκουσε κι έπεσε στο κρεβάτι. Ξύπνησε την άλλη μέρα με μια όμορφη διάθεση, η βροχή είχε σταματήσει κι ήταν Κυριακή. Κάτι μέσα της τής έλεγε πως δεν είχε τελειώσει με τις βρόχινες νύχτες και πως θα ξανάρχονταν στο ημερολόγιό της. Όμως η θάλασσα πια της μιλούσε κι είχε αποφασίσει να ακούει τη θάλασσα. Ήξερε τώρα πως όλα στη ζωή της θα πήγαιναν καλά. Δεν ήξερε πως το ήξερε αλλά το ήξερε.
  Υπήρχε ένα τρόπος μέσα της κάτι να το λέει και κάτι άλλο να το ξέρει.

 Μετά από κάτι τέτοιες βρόχινες νύχτες, πάντα κερδίζεις σε καθαρή καρδιά. 



Δημοσίευση σχολίου

Το Πλήθος των Μοναχικών

Υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίζονται μες στους ανθρώπους φέρνουν στα μάτια τους το φως προσπαθούν αλη...