Μυστικός Έρωτας




 Εκείνη τη νύχτα είχα βγει με μια φίλη, τη γνώριζα καιρό, δοκιμασμένη σχέση, απ’ αυτές που περνούν από χίλια κύματα και καταλήγουν σε αγάπη. Από κείνες που και χρόνια να περάσουν τ’ αισθήματα δεν αλλάζουν, από κείνες που γερνάς μαζί με τον άλλον κι αργότερα μοιράζεσαι αναμνήσεις. Αν κι η φίλη μου ήταν νεώτερη από μένα και την είχα φιλήσει αρκετές φορές στο στόμα· μια νύχτα μεθυσμένη της είχα κάνει έρωτα.
 Το πρωί, κάναμε κι οι δυό πως δεν ξέραμε τίποτα, πως δεν είχαμε καταλάβει, πως μας είχε ξεφύγει. Τρίχες. Το θέλαμε βαθιά και πολύ, απλά φοβόμασταν γιατί κάπου μέσα μας... αισθανόμασταν να έχουμε γεννηθεί ο ένας για τον άλλον κι αν δεν κρατούσαμε αυτή τη σχέση σε κάποια τυπικότητα με το πρόσχημα της φιλίας... αν δηλαδή πλησιάζαμε κοντά όπως ο έρωτας σε φέρνει... ε, τότε, στ' ακυβέρνητα θα βρισκόμασταν.

 Παριστάναμε πως νοιαζόμασταν ο ένας για τα ερωτικά ζητήματα του άλλου και μοιραζόμασταν τις γνώσεις μας στην όποια ψυχολογία. Εγώ της έλεγα για τους άντρες και τα χούγια τους κι εκείνη για τις γυναίκες κι επίσης τα χούγια τους, και νοιαζόμασταν, τάχα, να βρει ο άλλος το ταίρι του μαζί του να ευτυχίσει. Κάναμε, πάνω πάνω στην επιφάνεια, ό,τι μπορούσαμε για να βοηθήσουμε τον άλλον αλλά και τον συμπονούσαμε, όταν ο ένας επέστρεφε μετά από μια δοκιμαστική πτήση σε ενός τρίτου αγκαλιά. Κι επιστρέφαμε πάντα ο ένας στον άλλον λες κι αυτή ήταν η βάση και το ορμητήριο μας, με κλάματα παράπονα και παρηγοριές που περνούσαν όμως γρήγορα.

 Ήξερα λοιπόν, πως κι εκείνη τη νύχτα θα μου μιλούσε για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε με τον δικό της. Μα να μιλά σε μένα για τον δικό της άνθρωπο με έβαζε σε απορίες. Γιατί αν μιλούσε σε μένα για τον δικό της άνθρωπο εγώ πιο δικός της θα ήμουν. Όμως τότε δεν το έβλεπα έτσι, το είχε σκεπάσει ωραία ωραία κι ο φόβος του ζητήματος είχε χουχουλιάσει σε μια άκρη μου. Νεανικές τρέλες θα μου πεις. Ναι, αν σκεφτείς πως γεννήθηκα αυστηρά μονογαμικός κι έκανα ό,τι μπόρεσα να το αποφύγω. Κατάφερα να καταπατήσω και την ίδια τη γέννησή μου πριν την ανακαλύψω, πριν δηλαδή καταλάβω πως τελικά γεννήθηκα, γιατί, ως μια ηλικία, ως υποψία μόνο το φέρουμε στη συνείδηση μας. Αργότερα, δύο μέτρα άντρες, κάποια νύχτα μας πιάνει μια ομολογία και λέμε: αχά! ώστε γεννήθηκα τελικά, ας κάνω τώρα ό,τι μπορέσω να ζήσω!

Δεν είχα κάνει λάθος - άλλωστε την κατάλαβα από μακριά, την ένιωσα ας πω - ήταν σαν να γύριζε από κηδεία, ακόμα και τα ρούχα της μαύρα ήταν. Καθόμασταν σ’ ένα ταβερνάκι στη Θεσσαλονίκη σε μια απόμερη γωνιά και παρήγγειλα μια μεγάλη κανάτα με κόκκινο κρασί - ήξερα πως "χτυπάει" αρκετά στο κεφάλι, άλλωστε ο κάπελας φίλος μου ήταν και πάντα που έκανε αιώνια πίστωση.
 Όταν τη φίλησα - γιατί τη φίλησα - με τύφλωσε το άρωμά της. Και μετά, εκείνα τα μάτια της τα θλιμμένα, δεν ήξερα πού στην καρδιά μου να τα χωρέσω. Είχε πάντα το ύφος και το αίσθημα της άτυχης - κι εγώ το ίδιο. Μόνο που σε μένα σπάνια έφτανε στο πρόσωπό μου - σ’ εκείνη ήταν έκδηλο - γυναίκα γαρ κι η φύση της δύσκολο να κρυφτεί.

 Μαζί μου όμως τώρα θ’ άδειαζε, θα ομολογούσε, θα έκλαιγε – γι’ αυτό είχα επιλέξει τη σκιερή γωνιά - και εντέλει θα ξαλάφρωνε. Το να τη δω χαρούμενη, γεμάτη ελπίδα και σφρίγος για ζωή... ήταν η δική μου ανάσταση.

 Τα λόγια έβγαιναν απ’ το στόμα της βιαστικά και συγχυσμένα - το ένα πάνω στο άλλο - λες κι έσκαβε μέσα της να φτάσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στη σκεπασμένη της χαρά. Το κρασί φυσικά βοήθησε - την έκανε λιγάκι να ξεχάσει - την είδα να πηγαίνει από το ένα μέρος του μυαλού της σ’ ένα άλλο - είχε μετακινηθεί μαζί με τη σκέψη της.

 Όλο αυτό, κράτησε περίπου μιάμιση ώρα. Μετά χάθηκε εντελώς και ξαφνικά σαν να το πήρε ο άνεμος. Σαν να ήταν ένα ψέμα. Την είδα να μένει για ένα ολόκληρο λεπτό σιωπηλή, μια σκέψη μόνο να προσπαθεί να τη φτάσει αλλά να μην τα καταφέρνει, γιατί είχε τα μάτια καρφωμένα με τη θέλησή της στο κενό. Μετά έκανε μια κίνηση με το χέρι της σαν να έδιωχνε κάτι, την ίδια της τη σκέψη που προσπαθούσε ακόμα να την κυριέψει. Τελικά είπε: δεν έχει σημασία.
 Φυσικά δεν είχε σημασία, αφού δεν τον αγαπούσε, πως να έχει σημασία; Είχε πάει μαζί του μόνο για ν’ απομακρυνθεί από μένα, αλλά, εφόσον μέσα της κατοικούσα πόσο ν’ απομακρυνθεί χωρίς να πάρει μαζί της;

 Παρήγγειλα ακόμα μια κανάτα κρασί, το χρειαζόμασταν (εγώ περισσότερο), γιατί τώρα τα μάτια της είχα πάρει τη λάμψη ενός κατασάρκιου πόθου. Μια λάμψη που την είχα ξαναδεί στα μάτια της, μια λάμψη ερωτική που κατέβαινε μέσα της ως το θάνατο, ένα γυάλισμα στα μάτια της που μέσα του ένας άνεμος λύγιζε κυπαρίσσια - ο φόβος όρθιος φανερώθηκε στα μάτια της. Δεν ήταν γυναίκα πια αλλά μια λύκαινα γεμάτη καλοσύνη και μαγεία. Αυτά τα μάτια, αυτόν το πόθο και τούτο το πάθος της, είχα δει κι είχα κρύψει τον έρωτά μου, σαν σχολιαρόπαιδο που έκρυβε ένα μάθημα στη σάκα του από τον δάσκαλό του, με την υποψία πως θα του τραβήξει το αυτί.
 Όμως όταν την άκουσα να γελά, μ’ εκείνο το βαθύ το γεμάτο βαθιά χρώματα γέλιο της... πόσο ευχαριστήθηκε η καρδιά μου; Η ίδια η ζωή μπροστά στα μάτια μου πετροβολούσε απείθαρχη τον διάβολό της, γεμάτη περιφρόνηση γι’ αυτόν. Μια ζωή, που δεν παραδέχονταν τη θλίψη και τον πόνο και σημάδευε ψηλά. Μια τέτοια ζωή έκρυβε στην καρδιά της.

 Όταν τα μάτια μου συνάντησαν τα δικά της τα λόγια είχαν στερέψει.
Φύγαμε από κει αγκαλιασμένοι και χαρούμενοι.
Δεν έχω περισσότερα να πω. Ξέρω όμως τώρα κάτι, για εκείνο το γεγονός που ονομάζεται επανάσταση.

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γαλάζια Έρημος

Η Μαθητεία

Οι Μπλε Άνθρωποι